Σάββατο 23 Ιουνίου 2012

Εξομολογήσεις στη Λία και τις γάμπες της - μέρος 1ο






Πονάς ?
Διάπλατα ανοίγουν οι πύλες του άδη και με καλωσορίζουν σε αυτό που μοιάζει αιώνιο σκοτάδι και φόβος
Και στο πετσί μου μια νοσταλγία, αλίμονο η τελευταία, με τσιμπολογά σα να θέλει να με κρατήσει με τη σκέψη πίσω σε μια ζωή, που όσο βασανιστική κι αν ήταν, πάντα στο τέλος μοιάζει με όνειρο,
Γιατί είναι οι λατρεμένες στιγμές που υπερισχύουν και μπροστά στον φόβο η μόνη παρέα είναι η νοσταλγία.
Πονάς? Με ρωτάς πάλι
Κι εγώ σου λέω αγριεύει ο πόνος στην αρχή, μετά γίνεται χαδάκι στην ομίχλη και μια λεπτή κλωστή που σε συνδέει με το σώμα και την σάρκα εντός σου, που το ψαλίδι της ψυχής δεν μπόρεσε να κόψει αλλά που σίγουρα ο φόβος και ο θάνατος θα απαλύνει.
Ήδη στα άστρα χτίζουν πόλεις και δω στη γη ρημαγμένα γυρνάνε τα σπουργίτια για λίγο νερό, ο νεκροθάφτης ασβεστώνει το χώμα γύρω από μνήματα, να υποδεχτούν το καλοκαίρι, όλα καινούργια Λία
Ακόμα και στις γάμπες σου ο ιδρώτας αναπνέει ζωή και πόθο
Κι ας μην το λένε τα λόγια σου , το μαρτυράνε όλα πάνω σου, αυτή η κραυγή του ανθρώπου στο θάνατο, αυτή η θέληση για γονιμοποίηση, να μπει το σπέρμα στον κόλπο, να κολυμπήσει την ανιούσα πορεία
Κι εσύ να σφίγγεις τα σεντόνια από ηδονή
Κι εγώ να σφίγγω το μανδύα του μαυροφορεμένου στρατιώτη δίπλα μου
Καθώς σιωπηλοί βαδίζουμε σιμά σιμά στο θάνατο, στην πόρτα εκείνη κει την μικρή.
Πριν έμοιαζε με πύλες…




Bonobo J.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Μην ξαναπείτε το παραμύθι του Θησέα στα παιδιά σας




Φανήκαμε δειλοί,
Οι γέροι άπλωσαν τρεμάμενο το χέρι
Και ψιθύρισαν σωπάστε!
Όσοι νέοι είχαμε μείνει,
Όσοι δεν είχαμε φύγει βροντοχτυπώντας την πόρτα,
Όσοι νέοι μείναμε,
Ήμασταν λίγοι
Και υπομείναμε
Την σάπια μυρωδιά του ιδρώτα,
Του κατουρλιού,
Του φόβου των γέρων,
Καθώς οι παρθένες μέρες του μέλλοντός μας
Ταΐζονταν θυσία στο Τέρας,
Τον σύγχρονο Μινώταυρο
Που φόραγε κοστούμι και έκανε στατιστικές
Και έπινε το αίμα μας -
Ηττηθήκαμε
Και αύριο θα λέμε στα παιδιά μας
Ιστορίες δειλίας,
Ιστορίες μικρότητας,
Για μικρούς ανθρώπους.
Και δειλούς λαούς.


Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Αναζητώντας το γιο μου, βρήκα τον πατέρα γερασμένο να κοιμάται





Χτύπησα δειλά την πόρτα και ο ιδρώτας έσταζε,
Θύμιζε ασάλευτη δύση στο στερέωμα και φόβο,
Μέσα εκεί στο ερειπωμένο πατρικό είναι ο γιός μου
Κι ήρθα να τον πάρω πίσω .
Είναι όλα τόσο έρημα κι ακίνητα εδώ, μια ζέστη
Σαν να εξατμίζει τα αντικείμενα από τη βάση τους,
Κι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν πουθενά.
’’Οι μερες μας καρφωνουν στην καρδια
Και τρεχουν ξοπισω μας γελωντας ειρωνικα, αγαπη μου’’
Δεν μπορώ να τονίσω τις λέξεις σου πια,
Τα νησιά σου και τα χαμόγελά σου επιπλέουν στον αέρα,
Καθώς πλανόδιοι πωλητές τα κρατάνε από λεπτές κορδέλες
Και προσφέρουν δώρο τα δύο σε ένα -
Ένα παιδικό κλάμα ακούγεται στο βάθος -
Αφήστε το γιό μου καθάρματα, φέρτε το γιο μου πίσω!
Οι κορδέλες γίνονται φίδια που χαχανίζουν
Καθώς τα πόδια μου τυλίγουν οι ουρές τους
Και ψηλά με σηκώνουν στον αέρα κρεμασμένο.

Το επόμενο πρωί τρομαγμένη ξύπνησες απότομα
Με ζήτησες δίπλα σου, αλλά έλειπα έξω στην κόλαση.
Όταν γύρισα αργά το απόγευμα πάλι , έκλαιγες.
Έβλεπα έναν εφιάλτη χτες, μου είπες,
Άνοιξα τα μάτια και νόμιζα σε είδα κρεμασμένο
Εκεί ψηλά στο ταβάνι.
Ηρέμησε ήταν απλός ένας εφιάλτης, είναι σαν να είπα.
Εσύ πώς είσαι , με ρώτησες .

Αναζητώντας το γιο μου , βρήκα τον πατέρα  γερασμένο να κοιμάται….
Μοιάζει σαν να είπα.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Συνέντευξη στο περιοδικό Βακχικόν

Ο Ηλίας Δεσύλλας συνομιλεί με την Άτη Σολέρτη





http://www.vakxikon.gr/content/view/1260/833/lang,el/







Συνέντευξη
στην
 Άτη Σολέρτη
(Σοφία Αργυροπούλου)


Διατηρείτε το http://clubkolasi.blogspot.com, ονομασία παρμένη από το ομώνυμο ποίημα του Bukowski. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο;

Εκείνη την περίοδο είχα, θα έλεγα, παθιαστεί με τον Μπουκόφσκι και τον κόσμο του, ήθελα να δημιουργήσω ένα ιστολόγιο με έργα δικά του. Διάλεξα το ποίημα αυτό γιατί μου θύμιζε τη δική μου τρελοπαρέα εκείνης της εποχής, ένα παρόμοιο Κλαμπ Κόλαση. Στην πορεία βέβαια το έκανα πιο «προσωπικό».

Κόλαση

Η κόλαση κοιμάται στην συνήθεια
Καθώς οι σκύλοι λιμοκτονούν
Σε αυτή την πόλη
Και οι γέροι κοντοστέκονται αφηρημένοι
Στους γεμάτους δρόμους.

Όλα κυλούν πιο αργά
Καθώς φτάνουν στο τέλος
Αυτής της ξέφρενης πορείας στο πουθενά
Και στο τίποτα.

Οι φωνές μας,οι κραυγές μας
Βουλιάζουν στον λαιμό ασφυκτικές,
Σκιώδεις υπάρξεις σιωπής
Και φθοράς.
Τραγούδι υποδοχής στη νύχτα
Που απλώνει
Και στο λευκό κρασί σου
Που τελειώνει…


Τι αντιπροσωπεύει για εσάς η «κόλαση»;

Συνήθεια, μοναξιά και η φθορά που επιφέρουν αυτά.

Τι σας ωθεί στη διαδικασία της συγγραφής; 

Είναι μια μορφή εκτόνωσης για μένα, ένας περίεργος «εξορκισμός» των διάφορων σκέψεων ή συναισθημάτων που συσσωρεύονται. Ιδανικός τρόπος ενέσεων θεραπείας για όσους δεν έχουν λεφτά για συνεδρίες με ψυχολόγους και τέτοια.


Υπάρχουν λογοτεχνικά ρεύματα ή γενικότερα καλλιτέχνες που σας έχουν επηρρεάσει; 

Πέρα από το προφανές της επιρροής του Μπουκόφσκι και του «βρώμικου ρεαλισμού», μου αρέσει η λεγόμενη beat γενιά και ο αστικός ρεαλισμός αλλά με αρκετή δόση σουρεαλισμού…Οι Έλληνες συγγραφείς της γενιάς του ΄30 με επηρέασαν επίσης.

Όταν σαπίζουν οι τρελοί,το φεγγάρι χαμογελά

Ο βασιλιάς ρώτησε,
τι είναι καλύτερο
να αγαπάς και να πεθαίνεις γι'αυτό
ή
να αγαπάς και να ζεις γι'αυτό.

Όλοι οι αυλικοί του απάντησαν
το πρώτο.
Μόνο ο τρελός εκεί στο βάθος,
που έπαιζε όλη μέρα με τα σκυλιά,
εκείνος ο τρελός,
του απάντησε το δεύτερο.

Κρίμα,του είπε ο βασιλιάς
και διέταξε να τον κρεμάσουν.
Πέθανε γι'αυτό που αγαπούσε,
κράζαν τα κοράκια γύρω από τη θηλιά.
Καθώς οι κόλακες ψιθύριζαν
ύμνους λατρείας στον αέρα,
καθώς οι πόρνες ανοίγαν τα σκέλια τους
στο ξεφτισμένο πουθενά,
και το φεγγάρι τολμούσε να λάμψει
για άλλη μια φορά..


Εσείς ποιο πράγμα αγαπάτε και ζείτε γι’ αυτό;

Για τις καθημερινές χαρές που μπορούν, σε πείσμα όλων των συνθηκών, να μας εκπλήσσουν συνεχώς.


Κατά πόσο βιωματική είναι η γραφή σας;

Κατά πολύ. Σκεφτείτε την πραγματικότητά μας σαν μια αντανάκλαση του προσώπου μας σε μια λεία επιφάνεια νερού μέσα σε έναν κουβά. Αυτό που κάνω είναι να αλλοιώνω την εικόνα, να παίζω με τα νερά, να φυσάω πάνω τους, αλλά πάντα το υπόβαθρο είναι ίδιο.

ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ

Αυτό είναι ένα ξεχασμένο παραμύθι που ακούγεται μόνο στα χείλη των ερωτευμένων.Το λένε ψιθυριστά και με φόβο και σχεδόν πάντα μετανιώνουν αργότερα.Αυτό είναι ένα παραμύθι…

"Με λένε Έρωτα και ζω μέσα στους αιώνες.Κυκλοφορώ σαν σκιά ανάμεσα στους ανθρώπους.Κάπου κάπου στέκομαι μπροστά σε κάποιον και τον κοιτώ στα μάτια χωρίς αυτός να με βλέπει.Έπειτα φυσάω απαλά προς το πρόσωπό του κάνοντας τα βλέφαρά του να τρεμοπαίξουν.Και του αλλάζω την ζωή…Άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.
Οι άνθρωποι τελευταία φοβούνται.Φοβούνται να ανοίξουν τα μάτια τους.Τα κρατάνε πεισματικά σφαλισμένα.Έτσι συνήθως η πνοή μου χάνεται.Όταν πια αποφασίσουν να τα ανοίξουν είναι αργά. (.....)
Με λένε Έρωτα και ζω μέσα στους αιώνες.Είμαι τυφλός και ψάχνω την Ψυχή που έχασα…"
 

Τι ρόλο παίζει ο έρωτας στις εμπνεύσεις σας;


Ο έρωτας βρίσκεται παντού, ακόμα και στους στίχους που δε φαίνεται ξεκάθαρα ή είναι άσχετοι με αυτόν. Η μούσα υπάρχει πάντα εκεί στη γωνία του μυαλού σου και τσιγκλάει την καρδιά με το ραβδάκι της.

Φόβος

Πιο πολύ με τρόμαζε/αυτή η αναμονή/
ενός
ολέθρου/
που ερχόταν
σιγά σιγά.../
Έμοιαζε η ζωή μου/με μια πόρτα κλειστή/
που μέσα της έκλεινε/
την ευτυχία...
Η συμφορά όμως ερχόταν/σέρνοντας τα βήματά της/
πάνω σε ξύλινο δάπεδο/
γυαλισμένο.../
Κι όλο πλησίαζε/μα ποτέ δεν έφτανε την πόρτα/
σ'ένα βηματισμό ατελείωτα/
βασανιστικό...
Ψυχή ακίνητη στο δωμάτιο/
μάτια καρφωμένα/
στο πόμολο.../
Γίνεται και ο αέρας/
θηλιά γύρω από το λαιμό μου/
βγάζοντας την δύναμη/σε σταγόνες υδρώτα/
κρύες.../
Είναι αυτό που το λένε ψιθυριστά/
τη νύχτα τα παιδιά/
είναι αυτό που το λένε/
φόβος.../


Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;

Ο φόβος απώλειας αγαπημένων προσώπων…
Μέρες Απώλειας

Είναι εκείνες οι μέρες που η ψυχή 

Μιλάει και όλα γύρω σωπαίνουν.
Με μικρές κραυγές βγαίνει ο πόνος
Σμίγοντας ερωτικά με την απώλεια.

Δεν υπάρχει πια το παραμύθι σου
 
Κι ας το έψαχνες στην νύχτα μια ζωή.
Φεύγοντας μην ξεχάσεις να πάρεις
Αυτό που βρίζουν και το λένε ελπίδα….

Ποια είναι η μεγαλύτερη απώλεια που έχετε βιώσει;

Πριν λίγα χρόνια έχασα ένα συγγενικό μου πρόσωπο. Αλλά απώλειες υπάρχουν σε καθημερινή βάση χωρίς την τόσο κυριολεκτική σημασία τους, είτε σε ερωτικό είτε σε φιλικό επίπεδο.

Ποια η σχέση σας με την ελπίδα;

Όσο απαισιόδοξα και αν φαίνονται τα ποιήματά μου κάποιες φορές, η ελπίδα υπάρχει. Λένε είναι το πιο άτιμο πράγμα, αλλά ποιος ο λόγος να ζεις χωρίς αυτήν; 

Τι σας «βρίσκουν» πιο συχνά, τα όνειρα ή οι εφιάλτες;


Οι εφιάλτες θα έλεγα, αλλά κατά μια άποψη τους προτιμώ από τα «καλά όνειρα», γιατί αυτοί με το πρωινό ξύπνημα φέρνουν ανακούφιση συνήθως, ενώ τα ωραία όνειρα μια απογοήτευση.

Έχουν υπάρξει φορές που μέσα απ’ τη γραφή σας έχετε «παραμυθιαστεί» κι εσείς ο ίδιος;

Ναι, έχω πιάσει τον εαυτό μου έξω να σκέφτεται ήρωες από κείμενά μου και πώς θα συμπεριφέρονταν οι ίδιοι σε διάφορες καταστάσεις πραγματικές. Για να παραμυθιάσεις τους άλλους με αυτά που γράφεις, πρέπει πρώτα να έχεις κι εσύ παραμυθιαστεί μια δόση. 


Ο χρόνος τι είδους δύναμη σας ασκεί;

Πιεστική, αγχωτική, με την έννοια ότι αυτό που έρχεται είναι πάντα κάτι άγνωστο για μένα, όσο κι αν αρκετά τα έχω προγραμματίσει ή έχω προσπαθήσει να τα ορίσω κάπως.

Λίγο πριν τη 01:00

Φαίνεται
πως εκείνα τα καλοκαίρια
δίπλα στην αμμουδιά,
τα διαδέχτηκαν
άγριοι χειμώνες.
Οι άνθρωποι
έγιναν αγνώριστοι
μες στα μακριά παλτά τους.
Τα παιδιά τους
τα σκότωσαν στα σαλόνια τους.
Με το αίμα τους
έβαψαν τους τοίχους τους
και με τα όνειρά τους
τα σεντόνια τους.

Παιδί μου
να τους φοβάσαι
γιατί δεν φαίνονται
αυτοί.
Είναι αόρατοι πατέρα?
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.

Γυμνός,
στέκομαι μες στην βροχή.
Δρόμοι άδειοι
από ανθρώπους
και γεμάτοι από σκιές.
Με πότισαν αηδία.
Τα ρούχα μου λερώθηκαν
και πήρανε κάτι από
την ανάσα τους.
Σε κάποια στροφή της ζωής
κλείσαμε τα μάτια
και σωπάσαμε.
Ο θάνατος μάς αγνόησε
και μείναμε μόνοι.

Είναι αόρατοι πατέρα;
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.


Η αλλοτρίωση έχει τελικά ωραία όψη για τους πολλούς;

Πιστεύω ναι, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν ανεκτό να ζεις με αυτήν. Συμβιβάζεσαι μαζί της, την δικαιολογείς, την ωραιοποιείς κιόλας, και συνεχίζεις με αυτήν.

Η ζωή θυμίζει πάντα την ασυμμετρία στους μοναχικούς
Και ο θάνατος την μοναδική συνέπεια στους κυνικούς.


Στίχοι από το ποίημά σας με τίτλο «Μπαλαρίνα», που μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση. Εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας μοναχικό ή κυνικό;


Μοναχικό που σαν παράπονο βγάζει κυνισμό. Νομίζω ανέκαθεν αυτός ήταν ο λόγος του κυνισμού.

Ποια η σχέση σας με τη μνήμη και τη λήθη;


Με τη μνήμη ιδιαίτερα καλή, κάτι που αρκετές φορές είναι επίπονο. Με τη λήθη δεν τα πάω καλά, ίσως είμαι νέος ακόμα γι’αυτό.

Απόπτωση

Δειλά αφιερωμένη θυσία
Από δήμιους με φαντασία.
Τα λόγια μας δεν αρκούν
Σε θεούς που δεν ακούν…

Η ειρήνη πιστός εχθρός
Και το ψέμα εκεί φρουρός.
Επαναστάσεις ξοφλημένες
Από παλιά πουλημένες…

Κοινωνία που σιγά πεθαίνει
Σε μια φωτιά που επιμένει.
Ο κόσμος κόκκινη κορδέλα
Και τώρα ξέμεινε η τρέλα…


Κατά πόσο αντιπροσωπεύει η «απόπτωση» το σκηνικό που βιώνουμε;

Πολύ, απόπτωση σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής μας ζωής, παράνοια με όλο μεγαλύτερη συχνότητα και υποκρισία. Ώρες ώρες απορώ όταν κοιτάζω το έτος που είμαστε και μετά βλέπω έξω στην κοινωνία.

Τι σας εμπνέει περισσότερο, το παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον;

Το παρελθόν και το παρόν, καθώς μου άρεσε ανέκαθεν αυτή η σταγόνα νοσταλγίας των παλιών στο τώρα. Το μέλλον μού είναι κάτι άγνωστο, δυσκολεύομαι να το περιγράψω.
Κλικ

Η ποιήτρια έβαλε δυο στίχους Ελύτη 

Κι από κάτω ένα τραγούδι του Χατζηγιάννη.
Ένας άλλος καταξιωμένος συγγραφεύς
Έβαλε στη σελίδα του έτσι ακέραια αντιγραφή
Τη σφαγή της κοπέλας στην Καστοριά
Έτσι ζουμερή ζουμερή σάλτσα κόκκινη
Σοταρισμένη σε λάδι κίτρινου τύπου.
Ξέρει τι κάνει ο συγγραφεύς, κυνηγάει κλικς
Αυτοαυνανίζεται με τα κλικς,γαμάει γυναίκες
Που γουστάρουν τύπους με πολλά κλικς.
Φοράει κασκολάκια και φουλάρια,
Στήνεται με ύφος δίπλα σε τζάκια,
Είναι συγγραφέας, είναι ποιητής, είναι κλικ.
Η άλλη γράφει για παιδάκια Αφρικής
Και ανεβάζει φωτογραφίες με πισίνες κυριλέ
Με κοσμήματα χρυσά στο λαιμό,
Φορέματα κολλητά, κώλους, χείλη, βυζιά
Παρίσια, Νέες Υόρκες, σαλόνια, δείπνα.
Αγόρασε το βιβλίο μου, λέει για αγάπη παλιά
Και ναι πιστεύω στην ανθρωπιά, στη σελήνη
Στα ταξιδιάρικα σε ουτοπίες πουλιά. Κλικ.
Πάω για ύπνο πιτσουνάκια μου. Κλικ.
(...)

Ποια η γνώμη σας για τη σύγχρονη ποίηση;

Παρόλο που έχει κάποια πολύ καλά στοιχεία, νομίζω ακολουθεί το γενικό κλίμα απόπτωσης που περιγράψαμε πιο πάνω. Πέρα από την απαξίωσή της από τους οίκους, υπάρχει παράλληλα η εμπορευματοποίηση της ανάγκης ενός για αυτό – προβολή. Έτσι δεν εκδίδονται, δεν γίνονται ευρέως γνωστοί πάντα οι καλύτεροι – αν κι αυτό είναι υποκειμενικό.


Υπάρχουν σύγχρονοι ποιητές που θαυμάζετε;


Πέρα από Ελύτη, Λειβαδίτη, Καββαδία, Μπουκόφσκι, Κάμινγκς, θαυμάζω Δημουλά, Βλαβιανό, Βοριά, Μυκονιάτη, Ζελιαναίο και Larry Cool.


Πως κρίνετε το χώρο των blogs;

Kατά κύριο λόγο είναι αυθεντικός, χωρίς ιδιαίτερες επιδιώξεις, πέρα από την φυσιολογική ανάγκη για επικοινωνία των ανθρώπων. Και επομένως κάθε τι αυθεντικό - στα όρια του επιτρεπτού – είναι καλό…


Ποια είναι η γνώμη σας για το χώρο των εκδόσεων;

Εμπορευματοποίηση της συγγραφής, στα πρότυπα του καταναλωτισμού σε supermarket. Προβάλλουμε ό,τι πουλάει, εκδίδουμε ό,τι πουλάει. Βέβαια, η νέα τάση σήμερα είναι αν έχεις το ψώνιο μέσα σου και κάποια λεφτά, μπορείς να «αγοράσεις» την έκδοσή σου. Μπορείς να θαυμάσεις το έργο σου στα ράφια έστω κι αν τις πιο πολλές περιπτώσεις χρειαστεί να το δώσεις για ανακύκλωση…

Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο έργο σας;

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν τέτοια σχέδια, αν και δεν θα έλεγα όχι. Να εκδώσω όμως, όχι να πληρώσω. Έχω αυξημένα επίπεδα ψώνιου και χαμηλά αποθέματα χρημάτων! Χαχα!


Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς για τη συνομιλία, να σας ευχηθώ ο,τι καλύτερο και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!

Σας ευχαριστώ κι εγώ πολύ για την συνέντευξη! Εύχομαι όλοι να βρίσκουμε συνεχώς αμέτρητους λόγους για να ζούμε…

Πόλη από νερό 

Κάποιος κρέμασε τους ανθρώπους ανάποδα
Κι η πόλη αυτή ξέμεινε από κραυγή.
Καθώς η θάλασσα εκεί μέσα φούντωνε
Κι ερχόταν,
Οι γραβάτες μας κυμάτιζαν προς τα βουνά
Και οι ματιές μας κόντρα στον άνεμο,
Πέρα προς τον ωκεανό.

Τα αστέρια πέφτανε με λίγη βροχή μαζί 

Χαρίζοντας ασημένιο χρώμα στη γη.
Η Λίλιθ χόρευε ανάμεσα σε αποκαΐδια
Και ξεραμένα τριαντάφυλλα.
Εγώ προσευχόμουν για σένα,
Για τα βράδια σου,
Για τις μέρες σου,
Για τις ένδοξες στιγμές σου
Και για τα στοιχειωμένα φτερά σου.

Τώρα οι ψυχές που κάποτε θάψαμε 

Δίπλα στο πέτρινο σιντριβάνι,
Βγαίνουν και ξεχύνονται στην πόλη αυτή.
Χάνονται στα σοκάκια της
Μυρίζουν τα αρώματά της
Χαράζουν τους τείχους της
Με συνθήματα και στίχους από τραγούδια.
Και ένα μπλε φόντο για τη θάλασσα.

Στα όνειρά μου η πόλη είναι γεμάτη νερό
 
Και οι άνθρωποι έχουν το ίδιο πρόσωπο,
Μα χωρίς εσένα μέσα τους.
Τους κρεμάω σιγά σιγά σε αόρατα σκοινιά
Μέχρι να σε βρω.
Πριν προλάβουν και βυθιστούν τα πάντα,
Πριν ανοίξω τα μάτια
Και τα αρνηθώ…


Το Ω της Αναστασίας 

Ψηλά Θεέ μου οι γλάροι πλέκανε βωβοί
Αόρατα οχτάρια σαν μεθυσμένοι επαίτες
Κι η βροχή μοίραζε σταγόνες αγνό οξύ
Στα παράθυρα των ξέφρενων οδηγών.
Ευχόμουν Αναστασία να υπήρχε ποτάμι
Κάτω από τα διχτυωτά σου μαύρα πόδια.
Ευχόμουν Αναστασία να είχε ήλιο κείνη
Την μέρα.

Η γυναίκα ακροβατεί πάνω στα κάγκελα,
 
Οι λεωφόροι από κάτω διασταυρώνονται
Σε ένα μεγάλο Ω που καταπίνει τα πάντα,
Κατακλείδα σε ένα ξεφτισμένο αλφάβητο
Ποτισμένο με λυγερή βέργα στις παλάμες,
Που μόνο το αίμα φωτίζει το κάθε γράμμα.
Ευχόμουν Αναστασία να υπήρχε ποτάμι
Κάτω από τα διχτυωτά σου μαύρα πόδια.
Ευχόμουν Αναστασία να σε συνοδεύουν
Ηλιόλουστες μέρες στο τελευταίο σου
Ταξίδι.


Σχεδόν νιώθω τα μαλλιά σου Μάρτζι

Είμαστε όλοι ανάποδα κρεμασμένοι κάτω από την
Επιφάνεια μιας θάλασσας, έλεγε ο Sailor,
Τα φύκια σφίγγουν ελάχιστα τις πράσινες θηλιές
Γύρω από το λαιμό μας,
Γύρω από τα πόδια μας,
Και τα κύματα μάς βαράνε σαν πλήκτρα πιάνου
Σε ένα μικρό Campanella.

Μάρτζι δεν βλέπω τα μάτια σου, δεν νιώθω 

Τα μαλλιά σου στο στέρνο μου -
Τι είναι αυτό το κρύο που έπεσε στο κρεβάτι μας,
Ξαγρυπνούμε σα να έχουμε
Ένα νεκρό σώμα ανάμεσά μας - ίσως την αλήθεια,
Ίσως τα αστέρια,
Ίσως την ελπίδα.
Την άκουσες; Μία φυσητήρας μόλις πέρασε
Δίπλα μας.

Μάρτζι, ξέρω κρέμεσαι κοντά μου κι εσύ 

Σε αυτή την κάργια θάλασσα.
Ο πιανίστας παίζει τα τελευταία πλήκτρα βαριά,
Τα σκοτώνει ένα ένα.
Η μουσική αυτή είναι από την Παράδεισο, λες,
Και στο σώμα μου
Κούρνιασαν όλα τα ναυάγια μιας αστικής ζωής.

Τι μαγευτικό που είναι στο τέλος του 

Το μικρό κουδούνι,
Σχεδόν μού έρχεται να χορέψω γύρω από το ανάποδα
δεμένο σώμα μου .
Σχεδόν νιώθω τα μαλλιά σου Μάρτζι,
Σχεδόν…

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Να σιάξω λίγο τα μαλλιά μου




Ανεβαίνω στη σκάλα να ανάψω το κερί
Και κείνο κλαίει σαν κουρδισμένο παλιό
Ρολόι – από κείνα που έβλεπες σε θολές,
Αληθινές και μη, εικόνες παιδικές μιας
Επίσκεψης
Σε καμιά θειας το σπίτι,
Εκείνη να αργοπεθαίνει και να μυρίζει
Ναφθαλίνη και μέντα,
Η μασέλα της να αναμασάει την αλφαβήτα
Και τα σάλια της να σε ραντίζουν ευχές.
Και να μην μπορείς να σκουπιστείς γιατί
Δεν ήταν ευγενικό .
Ξεστραβώνομαι πάνω από τόμους γεμάτους
Αρρώστιες, αίτια, συμπτώματα και πόνο,
Δεν με κουράζει η πορεία που διάλεξα,
Αντιθέτως το φως είναι λιγοστό
Και τα κεριά δεν βοηθάνε καθόλου.
Θέλω πολύ να σιάξω λίγο τα μαλλιά μου
Να σκουπίσω μπροστά τους το πρόσωπό μου
Μα δεν είναι καθόλου ευγενικό. 

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Στον αέρα για μια σάρκα φόβο





Οι πιο πολλοί τράβαγαν στο βορρά,
Άλλους τους σκότωνε το όνειρο στο τέλος,
Γιατί τότε μόνο φανερώνεται το τέρας,
Ή το σκοτώνεις ή σε σκοτώνει.
Οι λίγοι που το ζωντάνεψαν είναι
Οι αθάνατοι,
Μα αυτοί δεν έχουν καμία δουλειά
Στην ιστορία αυτή.

Θέση στους στίχους έχουν οι φοβισμένοι,
Ανέκαθεν αυτοί μέναν πίσω για να διηγηθούν,
Να πουν τα παραμύθια τους δίπλα στη φωτιά.
Αυτοί πλάσανε συνειδήσεις και ήρωες.
Ο φόβος τούς πετάει τις σάρκες του
Κάθε νύχτα
Κι εκείνοι ορμάνε στον αέρα σαν σκυλιά
Να πάρουν το κάθε κομμάτι.

Αλλά από το φόβο μέχρι τη δειλία
Υπάρχει μια μεγάλη λεωφόρος σπαρτά
Βλέπεις όλες αυτές τις πέτρινες αψίδες;
Τις χτίζουν αιώνες τώρα οι δειλοί
Για να παρηγορήσουνε την πορεία τους.
Σιμά σου όταν γεννιέσαι, υπάρχει στη γη
Ένα χρυσό μυστρί και ένα σκουριασμένο σφυρί.
Η επιλογή είναι δική σου.


Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

3 Μέρες Βροχή







Τώρα ίσως σβήνει το τσιγάρο στο χέρι του νεκρού
Κι αργοσαλεύουν βαριεστημένα οι κατσαρίδες
Προς το κρέας που άδολα προσφέρεται στο χώμα.
Κι οι γνωστοί περιπατητές της Νύχτας ψιθυρίζουν
Μια κακοφτιαγμένη, απόσταγμα φόβου, προσευχή,
Λες και σε κάθε στενό εκτελούν ομάδες ανθρώπων.
Σε αυτή τη πόλη που κούρνιασε η δειλία μιας χώρας,
Απλώνω το χέρι μου, τα αστέρια είναι από μετάξι
Και η παράνοια ξεβάφει το δέρμα μικρών παιδιών,
Αφήνει γυμνά τα κόκαλα που στα χέρια των κρατούν
Σφαλιστά ένα νεροπίστολο - που σκοτώνει σιωπές.
Καλοκαίρι και τα πεσμένα φύλλα θυμίζουν
Φθινόπωρο.
Καλοκαίρι και φορέσαμε όλοι τα βαριά μας
Για το κρύο.