Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Φθινοπωρινό τοπίο


΄΄Πραγματικά υπέροχη έκθεση Νίκο.Με εκπλήσσει ευχάριστα που ένα παιδί της ηλικίας σου γράφει τόσο ώριμα και τόσο αληθινά.’’
Η καθηγήτριά μου έμεινε να με κοιτάζει με απορία για λίγη ώρα ακόμα.Μετά μου έδωσε την κόλλα με τον τίτλο ΄΄Φθινοπωρινό τοπίο’’ και με ένα μεγάλο και κόκκινο 20 δίπλα.
Η αλήθεια ήταν ότι με τίποτα δεν το είχα να κάτσω να ασχοληθώ σοβαρά με αυτή την έκθεση.Είχα ένα γεμάτο από παιχνίδια και ανεμελιά Σαββατοκύριακο στο χωριό μου και καθόλου δεν είχα σκεφτεί την χαζή,όπως νόμιζα,αυτή έκθεση της κυρίας Χριστίνας.Μόνο όταν έφτασε το πάντοτε θλιβερό πρωινό της Κυριακής η φωνή της μάνας μου μού την θύμισε σκιάζοντας κάθε μου ευχάριστη ξεγνοιασιά.
΄΄Νίκο,πρέπει σε λίγο να φύγουμε για να κάνεις τα μαθήματά σου και κυρίως εκείνη την έκθεση που σας έβαλαν!’’,μου είχε πει,κάνοντάς με να σταματήσω να πίνω το ζεστό και γλυκό γάλα με σοκολάτα της γιαγιάς.
Η γκριμάτσα μου γεμάτη από αποστροφή για την υποχρέωσή μου αυτήν,έκανε τον παππού να με κοιτάξει διερευνητικά.
΄΄Βαριέσαι να την κάνεις ε?’’,με ρώτησε ενώ συγχρόνως έβαζε κι άλλο ένα χοντρό ξύλο στο τζάκι.
Ο παππούς πάντα καθόταν σε κείνη την παλιά και ξεφτισμένη πράσινη πολυθρόνα δίπλα στην φωτιά.Και τις πιο πολλές φορές είτε διάβαζε κάποια εφημερίδα είτε άλλοτε κάποιο βιβλίο.Υπήρχαν και φορές που μοναχά κάπνιζε την πίπα του κοιτάζοντας προς τον πίνακα στον απέναντι τοίχο.Έδειχνε ένα βιολί δίπλα σε ένα αναμμένο κερί με τελείως μαύρο φόντο.Η εντύπωση που μου έδινε αυτός ο πίνακας ήταν μια μικρή θλίψη,λες και κάποιος σταμάτησε απότομα να παίζει με το βιολί και απλά σηκώθηκε και έφυγε από το δωμάτιο.
Ο παππούς ήταν περίεργος άνθρωπος.Σπάνια τον έβλεπες να γελάει ενώ ρυτίδες είχαν σκάψει,πολύ πριν την ώρα τους,το πρόσωπό του.Είχε και κείνη την παλιαρρώστια να τον παιδεύει.Η μάνα μου πάντα έλεγε ΄΄ο πατέρας γέρασε πριν την ώρα του’’.και η γιαγιά μου κούναγε το κεφάλι της καταφατικά,συμφωνόντας σιωπηλά.Κάτι βάραινε την ψυχή του παππού αλλά κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό.Ούτε η ίδια η γιαγιά.
΄΄Λοιπόν βαριέσαι ε?’’,με ξαναρώτησε καρφώνοντάς με με αυτά τα μαύρα και ανέκφραστα μάτια του.
΄΄Ναι.Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι να γράψω.Το θεωρώ και βλακεία’’,του απάντησα μουτρωμένος.
΄΄Ξέρεις λογικό είναι αυτό.Κι εγώ στην αρχή έτσι το έβλεπα.Ένα μάτσο αηδίες σε χαρτιά που κανέναν δεν αντιπροσωπεύουν.’’,είπε και σταμάτησε γυρνώντας το κεφάλι του προς την φωτιά.
΄΄Άλλά άμα το δεις αλλιώς,μπορείς σε κάθε γραμμή που γράφεις να καταθέτεις και ένα κομμάτι της ψυχής σου.Και αυτό είναι πραγματικά συναρπαστικό’’,συνέχισε στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σε μένα.Εκείνη την στιγμή είδα τις φλόγες της φωτιάς να λάμπουν ακόμα στα μάτια του και αυτό με έκανε να ανατριχιάσω και να μην μιλήσω.
Η μητέρα πέρασε κρατώντας μια σακούλα με κάτι χόρτα που της είχε δώσει η γιαγιά.Τα πήγαινε προς το αμάξι.΄΄Άντε ετοιμάσου.Φόρεσε τα παπούτσια σου να φύγουμε.’’,μου είπε περνώντας δίπλα μου.Μα εγώ είχα μείνει ασάλευτος παρατηρώντας τον παππού που μου χαμογελούσε.
΄΄Σία,ο μικρός θα μείνει εδώ.Θα τον βοηθήσω στην έκθεσή του’’,είπε ο παππούς αφήνοντας και μένα και την μάνα μου άφωνους.
΄΄Πατέρα εσύ θες ξεκούραση και ο μικρός θα σε ταλαιπωρήσει.Άστο καλύτερα…’’
΄΄Σία κάτι είπα.Θα τον φέρω εγώ το απόγευμα.Θα φάει εδώ μην ανησυχείς.’’,επέμεινε ο παππούς.
Η μάνα μου έβγαλε έναν λυπημένο αναστεναγμό και υποχώρησε.Λίγα λεπτά μετά ακούστηκε ο ήχος από το αμάξι της που έφευγε.
Η μυρωδιά του κοκκινιστού που έφτιαχνε η γιαγιά στην κουζίνα και που τόσο μου άρεσε,έφτασε στην μύτη μου.΄΄Και πατάτες τηγανητές!’’,της φώναξα κάνοντας τον παππού μου να γελάσει πάλι.
΄΄Πάρε χαρτί και μολύβι.Θα έχουμε τελειώσει μέχρι να μας σερβίρει η γιαγιά σου’’,με πρόσταξε ο παππούς.Πήγα προς την ξύλινη βιβλιοθήκη του δίπλα στην τζαμαρία και άνοιξα το πρώτο από τα τρία συρτάρια.Ήξερα ότι εκεί υπήρχαν κόλλες χαρτί και διάφορα μολύβια με στυλούς.Επίσης ήξερα ότι στο δεύτερο συρτάρι υπήρχαν τέσσερις διαφορετικές τράπουλες,μια διπλωμένη τσόχα και 5 άλμπουμ με φωτογραφίες από το παρελθόν.Μόνο στο τελευταίο συρτάρι δεν ήξερα τι υπήρχε γιατί ο παππούς το είχε πάντα κλειδωμένο.
΄΄Φθινοπωρινό τοπίο λοιπόν…πες μου Νίκο,τι σου έρχεται όταν ακούς την λέξη φθινόπωρο?’’,με ρώτησε όταν είχα ήδη καθίσει απέναντι του στην φωτιά.
΄΄Μμμ…δεν ξέρω..σχολεία…γκρίζο χρώμα…θλίψη’’,του απάντησα αβέβαιος για την ορθότητα των απαντήσεων μου.
΄΄Πολύ ωραία…αυτή η θλίψη γιατί σε πιάνει όμως?Τι σε κάνει να νιώθεις στεναχωρημένος?’’,συνέχισε να με ρωτά ο παππούς.Και εγώ ένιωθα ότι μπροστά μου ξεδιπλωνόταν ένας αόρατος μίτος προς έναν άλλον κόσμο μαγικό,την άκρη του οποίου μου την πρόσφερε ο παππούς σιγά σιγά.
΄΄Υποθέτω γιατί τελειώνουν οι διακοπές,αρχίζουν το σχολείο και όλα είναι βαρετά και ίδια.’’,αποκρίθηκα.
΄΄Άρα αυτή η θλίψη σου προέρχεται από την νοσταλγία σου για μια καλύτερη εποχή που πέρασε.Για κάποιες ωραίες αναμνήσεις που χαράχτηκαν μέσα σου.Το καλοκαίρι ποτέ καμία μέρα δεν είναι βαρετή ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με το φθινόπωρο.Αλλά να ξέρεις ότι όταν μεγαλώσεις,θα καταλάβεις ότι και το φθινόπωρο έχει τις ομορφιές του.Θα διαπιστώσεις ακόμα ότι οι εποχές στην ζωή σου θα πάψουν να έχουν αυτά τα χρονικά όρια που τους έχουν βάλει οι άλλοι.Θα διανύεις περιόδους καλοκαιριού μέσα στον χειμώνα αλλά και περιόδους χειμώνα μέσα στο καλοκαίρι.Άλλωστε όλη η ζωή μας εν τέλει είναι η αναμονή της εποχής που πιο πολύ αγαπάμε.Κατάλαβες?’’,οι φλόγες στα μάτια του είχαν πάλι εμφανιστεί.Δεν είχα καταλάβει τα πάντα,αλλά έγνεψα δειλά ναι.
Πήρε την πίπα του από το πέτρινο πεζουλάκι δίπλα στο τζάκι και βάλθηκε να την γεμίζει με καπνό.Αφού τον πάτησε καλά καλά,την άναψε και άρχισε να τραβάει γερές ρουφηξιές μέχρι να πάρει για τα καλά ο καπνός.Το σαλόνι γέμισε με αυτό το απαλό άρωμα της βανίλιας.
΄΄Ας επιστρέψουμε στο τοπίο μας.Το πρωί όταν πηγαίνεις με τα πόδια από το μαγαζί στο σχολείο σου τι βλέπεις γύρω σου?Πες μου γ’αυτήν σου την διαδρομή’’,ρώτησε ξανά ο παππούς και ένα τεράστιο σύννεφο καπνού πήγε προς το ταβάνι.
΄΄Κρυώνω πολύ και συνήθως κοιτάω μπροστά με το κεφάλι μου χωμένο στο μπουφάν μου.Αλλά νομίζω ότι γενικά όλοι έτσι είναι το πρωί.Χωμένοι στα παλτά τους και περπατάνε όλοι πολύ γρήγορα.Το χειμώνα είναι βέβαια ακόμα χειρότερα.’’,απάντησα στον παππού.
΄΄Καμία σχέση με το φθινοπωρινό τοπίο που βλέπεις εδώ.Αυτά τα δέντρα μπροστά στο σπίτι μας που πίσω τους κρύβουν μια θαμπή και άσπρη θάλασσα.Τα φύλλα τα κίτρινα που δίνουν ένα χρώμα στο λευκό της ημέρας.Ο ίδιος ο ήχος των κυμάτων που σκάνε στα βράχια δίπλα στον Κασειδιάρη.Νίκο,και τα δύο τοπία όμως έχουν την ομορφιά τους.Και οι άγνωστοι περαστικοί κουμπωμένοι στα παλτά τους όπως είπες που τραβάνε την δική τους καθημερινή πορεία αλλά και αυτό το ήσυχο πρωινό δίπλα στην θάλασσα.Και τα δύο διακρίνονται από μια κίνηση,από μια ενέργεια.Άλλωτε όμως η εικόνα της εξοχής σού δίνει την εντύπωση μιας νεκρής φύσης,άλλες φορές πάλι αυτή την αίσθηση στην δίνει η κίνηση στους δρόμους.Είναι κατά βάθος,παιδί μου,πως βλέπεις εσύ με την δική σου ματιά τα πράγματα.Ο εσωτερικός σου κόσμος χρωματίζει το τοπίο.
Όμως και το βλέμμα των άλλων ανθρώπων μπορεί να σου πει πολλά.Και το ίδιο το πρόσωπό τους.Κάποιοι είναι γαλήνοι και ευτυχισμένοι γιατί είχαν μια υπέροχη βραδιά,ξεκούραστοι γιατί ο ύπνος τους ήταν ήσυχος.Μερικοί έχουν πρόσωπο τραβηγμένο,γεμάτο σκιές γιατί πέρασαν μια δύσκολη νυχτιά που τους σκότωσε το πρωινό.Άλλοι πάλι έχουν κενό βλέμμα γιατί απλά δεν είχαν ποτέ νύχτα.Βέβαια η έκφραση των περαστικών δεν σου διηγείται το παρελθόν,την νύχτα τους δηλαδή,αλλά σου λέει και για το μέλλον τους ή καλύτερα για τις προσδοκίες που έχουν γ αυτό.Τις ελπίδες και τους φόβους τους.’’
Προσπαθούσα να συγκρατήσω αυτά που έλεγε ο παππούς.Μου φαίνονταν ότι θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω για να γράψω μια καλή έκθεση.Αλλά τελικά δεν μπόρεσα να γράψω ούτε μια σειρά στην λευκή μου κόλλα.Ο παππούς το παρατήρησε και χαμογέλασε στοργικά.
΄΄Μην απελπίζεσαι μικρέ…Πήρες το ερέθισμα και αυτό έχει σημασία.Θα δεις ότι οι λέξεις θα αρχίσουν να βγαίνουν σιγά σιγά και τότε θα είναι που θα πρέπει να πιάσεις το μολύβι.Ελπίζω να σε βοήθησα στην έκθεσή σου.’’,είπε και με χάιδεψε στα μαλλιά μου.Στην συνέχεια σηκώθηκε και πήγε προς το δωμάτιο του.
Μετά από λίγα λεπτά το τραπέζι ήταν έτοιμο αλλά η πείνα που είχα πριν μού είχε φύγει.Κοίταξα προς τον πίνακα με το παρατημένο βιολί και μετά τις άσπρες κόλλες χαρτί δίπλα στην φωτιά.Έβγαλα το μολύβι από την τσέπη μου και πήγα προς το τζάκι.


(αφιερωμένο στην Λ.)

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ο δράκος


Δεν έχω ούτε μια δραχμή πάνω μου ή καλύτερα ούτε ένα λεπτό.Και το χειρότερο είναι ότι μου τελείωσαν και τα τσιγάρα από το πρωί κιόλας.Πάλι καλά που έχω κάτι φαγητά στην κατάψυξη.
Η Τίνα σηκώθηκε και έφυγε ξαφνικά κατά το μεσημέρι και από τότε ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα.Και κυρίως ούτε εκείνα τα δέκα ευρώ που της είχα πει να μου αφήσει δανεικά πάνω στο κομοδίνο.
Είναι στιγμές που νιώθω ξεχασμένος από όλους και όλα.Τελείως μόνος μου.Αναρωτίεμαι αν όντως έκανα κάτι που να το αξίζω αυτό.Μα όταν το σκέφτομαι καλά καλά,βλέπω ότι απλώς εγώ ήμουν λίγο πιο ειλικρινής από τους άλλους.Αυτό με τρελαίνει,με εξοργίζει,με κάνει να θέλω να τα σπάσω όλα.Άλλες πάλι φορές παραιτούμαι από την αγανάκτηση και μένω να κοιτάζω με κενό βλέμμα κάπου ανάμεσα στο ‘’Κοράκι’’ του Πόε και τον ΄΄Ζωγράφο των μαχών’’ του Ρεβέρτε.Και εκείνες τις αφόρητες στιγμές θέλω απλά να σηκωθώ και να φύγω από τον κόσμο τους.
Σιγά σιγά όμως η οργή με την αγανάκτηση μέσα μου γαληνεύουν..Γίνονται σιωπηλό μαύρο ποτάμι που ψάχνει να εκβάλλει σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα.Και τότε πιάνω το στυλό και αρχίζω να γράφω…
* * *
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με τα χρυσά φτερά που αιώνες τώρα φύλαγε την πόλη μας.Βρέθηκε με ένα βέλος ποτισμένο στο δηλητήριο στην περιοχή της καρδιάς.Όταν οι πρώτες ακτίνες της αυγής φώτισαν το φρικτό αυτό θέαμα,ένα μουρμουρητό απλώθηκε από την μια άκρη της μικρής μας πόλης έως την άλλη.Μέσα σε λίγα λεπτά το νέο έφτασε μέχρι και το λιμάνι.Από κει υψώθηκαν τα πρώτα μαύρα πανιά και από κει άρχισε ο υπόκωφος αυτός θρήνος που γύρισε πίσω στην πόλη.Ήμασταν χαμένοι.
Ο δράκος ποτέ δεν πείραξε κανέναν μας παρά μόνο τους εχθρούς μας που κατά περιόδους εφορμούσαν κατά της πόλης μας.Τότε η τεράστια φωτιά που έβγαινε από το στόμα του έκανε μια χαρά την δουλειά της.Μέχρι που πια σταμάτησαν να μας επιτίθενται άλλο και μας άφησαν ήρεμους στην ειρηνική ζωή μας.Τα όπλα σκουριάσανε πάνω στις επάλξεις και χορτάρι φύτρωσε στην τάφρο.Η λέξη ΄΄πόλεμος’’ ακουγόταν μόνο στα παραμύθια και στα βιβλία της ιστορίας.Οι τελευταίοι στρατιώτες πέθαναν γέροι στα καφενεία μαζί με εκείνον τον τρελό προφήτη που φώναζε πάντα να επαγρυπνούμε γιατί ο εχθρός είναι παντού.
Έμοιαζε λες και ο ήλιος είχε ανατείλει μόνιμα πάνω από την πόλη μας και κανένα σύννεφο δεν μπορούσε να τον επισκιάσει.Και όλα αυτά εξαιτίας του δράκου με τα χρυσά φτερά.Χαρούμενος και αυτός τώρα,κοιμόταν ήσυχα έξω από τα τείχη της πόλης μας.
Μα οι άνθρωποι ξεχνούν και όπως ξεχνούν τα άσχημα έτσι ξεχνούν και τα καλά.Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολλοί ξεχνούν αυτόν που τους βοήθησε,τον ευεργέτη τους.Αλλά για να έρθει αυτή η σκάρτη λήθη,θα πρέπει πρώτα να έχουν ξεχάσει τον εαυτό τους.Και αυτό έγινε και με τους συμπολίτες μου…και με μένα τον ίδιο.Ξεχάσαμε ποιοι ήμασταν σιγά σιγά και αφήσαμε την ψυχή μας να γλιστρήσει ανάμεσα στις ψεύτικες χαρές και ηδονές.
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με βέλος βαθιά μπηγμένο στην καρδιά.Η πρωινή μας ζάλη πέρασε και τα κλάματα σταμάτησαν κατά το απόγευμα.Και όταν όλοι κάτσαμε γύρω από την φωτιά σιωπηλοί,με το φεγγάρι εκεί ψηλά,τότε αρχίσαμε να θυμόμαστε.
Πρώτος θυμήθηκε εκείνος ο έμπορος με τα μπλε κουτιά και μετά η κοπέλα με τα κόκκινα μάτια.Την κραυγή τους ακολούθησαν και άλλες κραυγές ανθρώπων που άρχισαν να θυμόνται.
Και κει γύρω από την κρύα φωτιά καταλάβαμε τρομαγμένοι την πτώση μας.Και ήρθε να αιωρηθεί από πάνω μας η εικόνα του καθένα από μας να μπήγει όλο και πιο βαθιά το βέλος στην καρδιά του δράκουΈμεινε εκεί πάνω από την φωτιά για λίγα λεπτά και μετά έφυγε προς το φεγγάρι,αφήνοντας πίσω της φαντάσματα.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Προδοσία


Είχε απόλυτη ησυχία.Μόνο ο ήχος των κυμάτων ακουγόταν. Μπορείς να πεις ότι και αυτό ήτανε κάτι.Ότι έδινε λίγη αξία στον κόπο σου.Αλλά καθώς κατηφόριζα την μικρή αυτή παραλία,ολοένα και πιο πολύ διαπίστωνα ότι μάλλον τελικά είχα έρθει σε λάθος μέρος.Η αποβάθρα έλειπε και δεν υπήρχαν πουθενά ίχνη της παρουσίας της και εκείνη η άγκυρα,που ήταν χρόνια καρφωμένη στο χώμα και που κάποια φορά που παίζαμε μπάλα είχα σκίσει το πηγούνι μου,έμοιαζε και αυτή άφαντη.Λες και τίποτε από αυτά δεν υπήρξαν ποτέ.
Κάθισα πάνω σε ένα βραχάκι στην παραλία και άναψα τσιγάρο.Κάποιος είχε έρθει εδώ και είχε εξαφανίσει όλα εκείνα που χάριζαν χρώμα στις παιδικές μου αναμνήσεις.
Κοίταξα προς το μέρος όπου άλλοτε ήταν η ξύλινη αποβάθρα και ένιωσα μια πικρή νοσταλγία για τις μέρες εκείνες που κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό κάναμε μακροβούτια στην θάλασσα.Ο Γιάννης έβγαινε σχεδόν πάντα πρώτος.Δεύτερος εγώ.Θυμάμαι να παίρνω βαθιά αναπνοή και να βουτάω και καθώς έσχιζα το νερό με κλειστά μάτια,άφηνα σιγά σιγά και από μια μικρή αναπνοή.Μέχρι που δεν είχα άλλη μέσα μου και ένιωθα αυτή την ασφυξία που με τραβούσε προς την επιφάνεια.Αλλά πεισματικά συνέχιζα για λίγα μέτρα ακόμα.Όταν όμως,νικημένος από τις δυνάμεις μου,ανέβαινα προς τα πάνω και άνοιγα τα μάτια μου,απογοητευμένος διαπίστωνα ότι και πάλι δεν τα είχα καταφέρει να ξεπεράσω τον φίλο μου.Και έλεγα πάντα την δικαιολογία ότι φταίει που ήταν πιο γυμνασμένος από μένα.
Καμιά δεκαριά χρόνια πέρασαν από τότε που είχα έρθει τελευταία φορά εδώ.Ήταν με εκείνο το κορίτσι με τα μαύρα μάτια που πάντα έκρυβαν κάτι.Ερχόμασταν από την ανηφόρα όταν είδα ότι η αποβάθρα ήταν σπασμένη.Είχα κοντοσταθεί τότε και της είχα σφίξει το χέρι.΄΄Έκανα λάθος.Δεν είναι εδώ’’,της είχα πει και είχα προσπεράσει την κρυφή μου παραλία.
Από την προβλήτα χαζεύαμε τα απογεύματα το ηλιοβασίλεμα απέναντι στην Ζάκυνθο με τα καλαμπόκια στα χέρια μας.Υπήρχε συνήθως και ένας που έδειχνε και προς τα βορειοδυτικά λέγοντας ΄΄Να ο Αίνος,το βουνό της Κεφαλονιάς’’.Και τότε για μια στιγμή σταματάγαμε να μασουλάμε και κοιτάζαμε προς τον μεγαλοπρεπή και επιβλητικό σκοτεινό όγκο.
Είναι φθινόπωρο και μάλλον αυτό φταίει στην θλίψη που μου προκαλεί το τοπίο.Έχει αρχίσει να νυχτώνει και ήδη έπιασε να βάζει εκείνο το κρύο που σε διαπερνά κάνοντάς σε να ριγήσεις.Θέλει δύναμη να γυρίσεις και να επισκεφτείς τα παλιά καθώς ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να βρεις σ αυτή σου την πορεία.Η απογοήτευση είναι η προδοσία της νοσταλγίας σου.Και αυτό είναι που σε πληγώνει.
Συνάντησα τον Γιάννη ένα φθινοπωρινό βράδυ σαν κι αυτό σ’ένα μπαράκι στην Πάτρα,3 χρόνια πριν.Αρχίσαμε να λέμε τα παλιά και να τα αναπολούμε σαν μικρά παιδιά.Οι αναμνήσεις έρχονταν ζωντανές ανάμεσα στα ποτήρια τεκίλας και κάποια στιγμή του έκανα την ερώτηση που πάντα δίσταζα ΄΄Μα πώς τα κατάφερνες πάντα να με περνάς στα μακροβούτια?’’.Και αυτός με κοίταξε γελώντας και μου απάντησε ΄΄Γιατί είχα τα μάτια μου ανοιχτά και έβλεπα τον βυθό.Και ήταν τόσο ωραίος που κρατιόμουν να μείνω λίγο ακόμα…’’
Πέταξα το τσιγάρο μου δίπλα σε ένα σκουριασμένο κονσερβοκούτι.Θα ήταν μια κρύα νύχτα.Ανέβηκα την ανηφόρα και κίνησα για το σπίτι.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Λίγο πριν τη 01:00


Φαίνεται
πως εκείνα τα καλοκαίρια
δίπλα στην αμμουδιά,
τα διαδέχτηκαν
άγριοι χειμώνες.
Οι άνθρωποι
έγιναν αγνώριστοι
μες στα μακριά παλτά τους.
Τα παιδιά τους
τα σκότωσαν στα σαλόνια τους.
Με το αίμα τους
έβαψαν τους τοίχους τους
και με τα όνειρά τους
τα σεντόνια τους.

Παιδί μου
να τους φοβάσαι
γιατί δεν φαίνονται
αυτοί.
Είναι αόρατοι πατέρα?
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.

Γυμνός,
στέκομαι μες στην βροχή.
Δρόμοι άδειοι
από ανθρώπους
και γεμάτοι από σκιές.
Με πότισαν αηδία.
Τα ρούχα μου λερώθηκαν
και πήρανε κάτι από
την ανάσα τους.
Σε κάποια στροφή της ζωής
κλείσαμε τα μάτια
και σωπάσαμε.
Ο θάνατος μάς αγνόησε
και μείναμε μόνοι.

Είναι αόρατοι πατέρα?
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Το τελευταίο ταξίδι του Ορφέα


Σταυρός
με καμένη άκρη
Ίδιος
με λυγισμένο κλαρί
Που όμως ακόμα αντέχει

Η πίστη σου όλη
μαζεμένη
Σε μαύρες
σφιχτά αγκαλιασμένες
Κλωστές.

Αυτόν τον σταυρό
Σφίγγεις στο χέρι
καθώς ξεκινάς
Εκείνο το ταξίδι σου
στο τέλος.
Μέσα από καπνούς
και
Γεμάτους δρόμους .

Το ξέρεις
Το νιώθεις
Ότι τα βήματα σου οδηγούν
Στην μεγάλη ήττα σου.
Κι όμως συνεχίζεις

Συνεχίζεις.

Οι πολυκατοικίες
γκρεμίζονται
Μπροστά στο μεγάλο λιβάδι
που διασχίζεις.
Ο ήχος των αμαξιών
γίνεται δροσερό αεράκι
Που φέρνει κάτι από την
θάλασσα.

Η διασταύρωση
σού δείχνει το μέρος
Με τις πέτρες
που θα ξαπλώσεις
Και το σταυρουδάκι
σφιχτά
στο χέρι.

Μα λίγο πριν πλησιάσεις
Στέκεσαι.
Γελάς
στο γεμάτο φεγγάρι
Και οι λιγοστοί περαστικοί
Τραβιούνται
στις σκιές τους.

Το
Άδειο
χέρι σου
βγάζει
μια φρικτή
κραυγή πόνου.

Αγάπη μου
ήρθα σε σένα
Να πεθάνω.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Νεκρή φύση


O τύπος έτρεχε πίσω από το λεωφορείο για καμιά εικοσαριά μέτρα ακόμα.Η μαύρη δερμάτινη τσάντα του σίγουρα τον δυσκόλευε στο κυνηγητό του.Αφού είδε τελικά ότι δεν θα κατάφερνε τίποτα,σταμάτησε απογοητευμένος.Έμεινε να κοιτά το 31 να απομακρύνεται μέσα σε σύννεφο νερού και καπνού που έβγαινε από την εξάτμισή του.Ένας άλλος οδηγός πέρασε ξυστά δίπλα του,τού κορνάρισε και τον έβρεξε λερώνοντάς του το αριστερό μέρος της καφέ καμπαρντίνας του.Ο τύπος πετάχτηκε τρομαγμένος προς τα πλάγια,βρίζοντας είτε τον οδηγό είτε την κακή του τύχη εκείνο το βροχερό πρωινό.
Ήπια μια γουλιά από τον ζεστό καπουτσίνο που μόλις μου είχε σερβιριστεί και έστρεψα το βλέμμα μου αλλού.
Μια γυναίκα πάλευε να ανάψει το τσιγάρο της κάτω από ένα υπόστεγο ενός μανάβικου.Καθώς έγερνε λίγο το κεφάλι της πλησιάζοντας το τσιγάρο στην φωτιά,φάνηκε μέρος του λευκού της λαιμού.Τα ξανθά μαλλιά συμπλήρωναν το άσπρο φόντο.Όταν κατάφερε να ανάψει το τσιγάρο της,τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και κράτησε αρκετή ώρα τον καπνό μέσα της.Φαινόταν λες και αυτή ήταν η επιβράβευσή της για μια πολύ δύσκολη προσπάθεια που είχε ολοκληρώσει με επιτυχία.Περίμενα με το φλιτζάνι ακίνητο στο χέρι μου μέχρι να δω τον καπνό να βγαίνει από το στόμα της.
Πιο πίσω στο πεζοδρόμιο ένα παιδάκι σερνόταν από μια κυρία που απ’ότι κατάλαβα πρέπει να ήταν η μάνα του.Είχε μια μεγάλη τσάντα στους ώμους του και κρατούσε σφιχτά στα χέρια του ένα στρατιωτάκι .Ήταν ένας στρατιώτης γονατιστός που σημάδευε με το όπλο του τον εχθρό.Όμως το αγοράκι έκανε μεγάλα βήματα τώρα για να προλάβει τον γρήγορο βηματισμό της μάνας του.Έτσι σκόνταψε σ’ένα σπασμένο πλακάκι στο πεζοδρόμιο κάνοντας την μάνα του να θυμώσει με την απροσεξία του.Αφού τον τίναξε καλά καλά συνέχισαν την βιαστική πορεία τους.
Μα έμεινε κάτω στο πεζοδρόμιο παρατημένο το στρατιωτάκι.Έμεινε εκεί με το όπλο του στραμμένο προς τα μένα σαν να προσπαθούσε να κλειδώσει τον στόχο του για τα καλά.Ήπια άλλη μια γουλιά από τον καφέ μου και απέστρεψα το βλέμμα μου από τον δρόμο.Στον τοίχο του καφέ υπήρχε ένας πίνακας με μια νεκρή φύση.Ένιωσα μια απέραντη θλίψη να με κυριεύει.Γύρισα προς το γκαρσόνι και του έκανα νόημα να πληρώσω…

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Μέθη


Όλα ξεκίνησαν με ένα απότομο και σπαστικό γέλιο που άρχισε να βγαίνει από μέσα μου.Στην αρχή νόμιζα ότι κάποιος άλλος γελούσε αντί για μένα,αλλά μετά θυμήθηκα ότι ήμουν μόνος στο σπίτι.Με συνεπήρε ολόκληρο και σπασμοί κυρίευσαν το κορμί μου.Σωριάστηκα στην πολυθρόνα αφήνοντας το Captain Morgan να πέσει από τα χέρια μου.Μια μικρή τελευταία γουλιά που είχε μείνει,βγήκε σιγά σιγά από το μπουκάλι λερώνοντας το χαλί.
Από το πολύ γέλιο με πόνεσε η κοιλιά μου και δάκρυα κάλυψαν τα μάτια μου.Το αστείο ήταν ότι δεν υπήρχε πουθενά αστείο στην υπόθεση.Αντιθέτως εκείνο το βράδυ ήθελα να μεθύσω,ήθελα να ξεχάσω.Και έτσι είχα πιάσει να αδειάζω όλα τα μπουκάλια που βρήκα μες στο σπίτι μου.
Σταμάτησα για λίγο το παράλογο γέλιο μου και κοίταξα χαμένος γύρω μου.Ένιωσα τις στιβάδες των βιβλίων να έρχονται καταπάνω μου και να με πλακώνουνΠνιγόμουν.Έκανα να πιάσω τον καπετάνιο αλλά αυτός μου γλίστρησε πιο πέρα.Έκανα να σηκωθώ αλλά ξανάπεσα βαρύς στην πολυθρόνα μου.Πρέπει να είχα ξεράσει κάπου γιατί το δωμάτιο μύριζε απαίσια.Θυμάμαι ότι μέσα στην παράνοια της μέθης,η μυρωδιά από τα ξερατά μού θύμισε σφαγείο,όπως αυτά που επισκεπτόμουν μικρός με τον πατέρα μου.
Κοίταξα προς το ταβάνι και σκούπισα τον ιδρωμένο λαιμό μου το χέρι μου.Άρχισα να βρίζω τον Θεό εκεί ψηλά και να σηκώνω τις γροθιές μου.Τα βιβλία με πλάκωναν πιο πολύ.Πνιγόμουν.
Η όλη φάση πρέπει να κράτησε κανένα μισάωρο.Μετά άρχισε να γελάω πάλι.Μα πριν τα μάτια μου κλείσουν και πέσω σε βαθύ ύπνο,θυμάμαι το γέλιο μου να αναμιγνύεται με κλάμα.Και στο τέλος έμεινα να κλαίω σαν μικρό παιδί.