Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Στον αέρα για μια σάρκα φόβο





Οι πιο πολλοί τράβαγαν στο βορρά,
Άλλους τους σκότωνε το όνειρο στο τέλος,
Γιατί τότε μόνο φανερώνεται το τέρας,
Ή το σκοτώνεις ή σε σκοτώνει.
Οι λίγοι που το ζωντάνεψαν είναι
Οι αθάνατοι,
Μα αυτοί δεν έχουν καμία δουλειά
Στην ιστορία αυτή.

Θέση στους στίχους έχουν οι φοβισμένοι,
Ανέκαθεν αυτοί μέναν πίσω για να διηγηθούν,
Να πουν τα παραμύθια τους δίπλα στη φωτιά.
Αυτοί πλάσανε συνειδήσεις και ήρωες.
Ο φόβος τούς πετάει τις σάρκες του
Κάθε νύχτα
Κι εκείνοι ορμάνε στον αέρα σαν σκυλιά
Να πάρουν το κάθε κομμάτι.

Αλλά από το φόβο μέχρι τη δειλία
Υπάρχει μια μεγάλη λεωφόρος σπαρτά
Βλέπεις όλες αυτές τις πέτρινες αψίδες;
Τις χτίζουν αιώνες τώρα οι δειλοί
Για να παρηγορήσουνε την πορεία τους.
Σιμά σου όταν γεννιέσαι, υπάρχει στη γη
Ένα χρυσό μυστρί και ένα σκουριασμένο σφυρί.
Η επιλογή είναι δική σου.


Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

3 Μέρες Βροχή







Τώρα ίσως σβήνει το τσιγάρο στο χέρι του νεκρού
Κι αργοσαλεύουν βαριεστημένα οι κατσαρίδες
Προς το κρέας που άδολα προσφέρεται στο χώμα.
Κι οι γνωστοί περιπατητές της Νύχτας ψιθυρίζουν
Μια κακοφτιαγμένη, απόσταγμα φόβου, προσευχή,
Λες και σε κάθε στενό εκτελούν ομάδες ανθρώπων.
Σε αυτή τη πόλη που κούρνιασε η δειλία μιας χώρας,
Απλώνω το χέρι μου, τα αστέρια είναι από μετάξι
Και η παράνοια ξεβάφει το δέρμα μικρών παιδιών,
Αφήνει γυμνά τα κόκαλα που στα χέρια των κρατούν
Σφαλιστά ένα νεροπίστολο - που σκοτώνει σιωπές.
Καλοκαίρι και τα πεσμένα φύλλα θυμίζουν
Φθινόπωρο.
Καλοκαίρι και φορέσαμε όλοι τα βαριά μας
Για το κρύο.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Κοιτώντας τη φλούδα πορτοκαλιού





Κοιτώντας τη φλούδα πορτοκαλιού



Ο Ολυμπιακός κέρδισε, 15 χρόνια μετά και σαν χτες θυμάμαι το πρώτο Ευρωπαϊκό του, 15 χρόνια μετά και με πιο πολλά κιλά πάνω μου, τόσο λίπους όσο και στεναχώριας, μιζέριας και απαισιοδοξίας. Με πιο πολλές έγνοιες από τότε που μόλις άγγιζα την εφηβεία στο κατώφλι της. Τότε ήταν όλα μαγικά, ένας μύθος τα πάντα, από τις κοπέλες που δίσταζες να κοιτάξεις στα μάτια μέχρι τον θεϊκό Ρίβερς και τα μπασίματά του. Τώρα είναι πιο πεζά τα πράγματα αλλά η λίγη μαγεία που υπάρχει κρυμμένη σε στιγμές – κατά βάση απρόβλεπτες – γίνεται πιο πολύ κατανοητή.
Πριν δεκαπέντε χρόνια ο Θρύλος έχανε στην αρχή με 15 πόντους αλλά το γύρισε παίρνοντας μια άνετη νίκη, σήμερα έχανε σε όλο το παιχνίδι, έως και 19 πόντους, έχανε από το θηρίο της Ρωσίας, το απόλυτο φαβορί, δεν υπήρχε ελπίδα στους θεατές και οι πιο αισιόδοξοι ήλπιζαν να χάσουμε με μικρή διαφορά. Όμως δεν είχαν μιλήσει ακόμα οι ίδιοι οι παίχτες, κατά βάση νέα παιδιά, δεν είχε μιλήσει η καρδιά τους, η θέλησή τους να αλλάξουν κάτι που φάνταζε τετελεσμένο, οριστικό, μια ήττα.
Οι εκφωνητές προδίκαζαν καταστάσεις, είχαν την ομάδα ξοφλημένη, επαινούσαν το φαβορί, αλλά μέχρι εκεί. Στη συνέχεια όλα άλλαξαν…
Δεν θα αναλύσω το παιχνίδι όσο κι αν ήθελα, η φωνή μου έκλεισε από τους πανηγυρισμούς, θα προχωρήσω όμως σε μια συσχέτιση – ίσως οι πιο πολλοί την κάνατε ήδη – και είναι θα έλεγα αδύνατον να μην γίνει η συσχέτιση αυτή από κάποιον, τουλάχιστον ονειροπόλο που έχει ακόμα μια κάποια αισιοδοξία μέσα του.
Μου θύμισε η μικρή ομάδα την χώρα μας, κι ο άνισος αγώνας της κόντρα σε όλα τα προγνωστικά και τις κριτικές, κόντρα σε όλα τα τετελεσμένα γεγονότα. Ίσως είμαι νέος, επιπόλαιος , αλλά αν δεν σκεφτώ τώρα έτσι πότε θα το κάνω?
Ο κύριος Λοβέρδος, ο δημοσιογράφος , έγραψε πριν στο Facebook, έγραψε και σχολίασε με τον γνωστό μίζερο κυνισμό του, ότι να που βρήκαν τα λεφτά όλοι αυτοί οι Έλληνες να πάνε 3 μέρες στην Πόλη, αυτοί που μονίμως κλαίγονται. Ας πούμε ότι τον δικαιολογώ να βλέπει υπό αυτό το πρίσμα ένα χαρμόσυνο γεγονός – που με την λογική του το να διαμαρτύρεσαι για μια δύσκολη συνθήκη που βιώνεις σού αφαιρεί αυτόματα την πολυτέλεια και το δικαίωμα της ευτυχίας και της χαράς – ας πούμε τον δικαιολογώ λόγω ηλικίας . Διότι είναι αλήθεια και θλίβομαι, οι μεγάλοι αυτής της χώρας έχουν παρατήσει τον αγώνα , έχουν χάσει την πίστη τους , έχουν συμβιβαστεί αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει έτσι πικρόχολα να κρίνουν τα ονειροπολήματα, τις ελπίδες, τις φωνές των νέων για κάτι καινούριο. Άλλωστε έτσι γίνονταν πάντα, και σεις είχατε ένα Πολυτεχνείο, έναν Μάη πιο πριν, αφήστε και μας να έχουμε κάτι δικό μας να λέμε στα παιδιά μας ότι παλέψαμε κι ας χάσαμε στο τέλος όπως εσείς.
Δεν επιτίθεμαι στον κύριο Λοβέρδο αλλά ο συχνός μίζερος κριτικός κυνισμός του είναι φαινόμενο που συναντάω παντού – από παλιά κιόλας – από το δάχτυλο της θεούσας δασκάλας που μου το κούναγε στην μούρη όταν δεν θυμόμουνα το Χριστός Ανέστη όλο , από τα δάχτυλα των ΜΜΕ που μου υπαγορεύουν που να στρέψω το βλέμμα μου ( στην Τρομοκρατία του Χάους ή στο Χάος της Τρομοκρατίας ? ? ) μέχρι το δάχτυλο του παππού στον κάτω όροφο που μου έλεγε μην κάνω λάθος και ψηφίσω αριστερά και πως ο Σαμαράς θα μας σώσει παρόλο που όλη την χρονιά μοιρολογούσε ο γέρος για την σύνταξή του, παρόλο που ο Σαμαράς θα την μειώσει κι άλλο και αν έστω δεν την αγγίξει, σίγουρα θα κόψει επιπλέον κάτι παραπάνω από το μέλλoν των εγγονιών του- αλλά διαπίστωσα ποσώς νοιάζει τους ηλικιωμένους αυτά τα μελλούμενα πέρα από την σύνταξη του μήνα, κάτι που είναι απόλυτα λογικό στην ηλικία τους – πέρα από αυτά εγώ θα συνεχίσω να φωνάζω για κάτι διαφορετικό.
Έχει καταντήσει αυτή η μοιρολατρία μόδα και θεωρείται ψαγμένος όποιος διαφωνεί με την γενική κατακραυγή, όπως και αυτός που βγαίνει μπροστά και απαιτεί διάλυση των πάντων, αλλά κύριε δημοσιογράφε τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους, η γενιά μου μεταναστεύει στο εξωτερικό αντί να αρχίσει να σας βρίζει και να σας καθαιρεί, ως και η κραυγή που έβγαλε πριν λίγες μέρες με τις εκλογές, εσείς και οι κινδυνολόγοι σας την βαφτίσατε Σύγχυση και Οργή.
Θα έλεγα είναι Επιλογή όπως επιλογή του συστήματος που προασπίζετε είναι οι Ναζί στη Βουλή. Εσείς λέτε αν πούμε όχι στους φίλους μας έξω και στις τράπεζές τους, θα πέσουμε κάτω, εγώ σάς λέω δεν ζω για τον επόμενο μήνα και έναν μισθάκο μαζί με μπόλικη σάλτσα νταβατζιλίκι και τρόμου, άγχους φόβου και σως από όλα τα καλά για να γλιστράει, ζω για μια ζωή μπροστά μου, για την κοπέλα που αγαπώ κι αναγκάζομαι να αφήσω το χέρι της για να ξενιτευτεί, γιατί το σύστημά σας επέτρεψε σε χοίρους να βόσκουν αμέριμνοι και σε αγγέλους να πετούν αηδιασμένοι μακριά, ζω για να πω με αξιοπρέπεια ένα όχι κι ας πεινάσω μετά για μέρες, θα ξέρω τουλάχιστον ότι δεν υπέκυψα στον τρόμο τους, δεν πούλησα φοβισμένος την ψυχή μου, πάλεψα για αυτήν όπως οφείλουν όλοι να παλεύουν για να μην είναι αριθμοί σε κατάστιχα τραπεζών και στατιστικών.
Ο Ολυμπιακός πήδηξε το κατεστημένο στο τελευταίο δευτερόλεπτο, το πίστεψε και το έκανε. Κάνω αυτή την σύγκριση γιατί έτσι μου αρέσει, γιατί με εμπνέει. Βαριέμαι αφόρητα άλλες συγκρίσεις πιο κουλτουριάρικες και σοφιστικέ, κρύβουν περισσή υποκρισία.
Μετά το παιχνίδι σκάρωσα με την κοπέλα δίπλα μου ένα ποιηματάκι αστείο, γελάσαμε, παίξαμε χαρτιά, τεμαχίσαμε ένα πορτοκάλι, την πήρα αγκαλιά, αποκοιμηθήκαμε στον καναπέ.
Ξύπνησα, ένα σεντόνι με τύλιγε με αγάπη τοποθετημένο, ένα άλλο ποίημα από τον άγγελο γραμμένο – που το παραθέτω πιο κάτω.
Διάβασα την ανάρτησή σας στο ίντερνετ πιο μετά και στεναχωρήθηκα, είπα στον εαυτό μου
Υπάρχουν άνθρωποι που σε κάθε γεγονός βλέπουν μιζέρια, υπάρχουν άλλοι που βλέπουν χαρά, υπάρχουν άλλοι που βλέπουν υποκρισία και υπάρχουν οι νέοι που βλέπουν Αγώνα…


Κοιτώντας τη φλούδα πορτοκαλιού
Και μυρίζοντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση
Αποφάσισα να φάω το τηλεκοντρόλ
Και να ακούσω τη μπύρα από το ψυγείο.
Αντί για αυτά έπιασα το πληκτρολόγιο
Και έγραψα μια μπούρδα.
Μόλις τη διάβασες!


Νύσταξα και πίστεψα
Πως πρέπει να ξαπλώσω…

J.G

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Η κοπέλα με το πιάνο



Σχεδόν πάντα τέτοια ώρα, όταν δύει ο ήλιος πίσω από τις πολυκατοικίες, εκείνη η μουσική από πιάνο ακούγεται στον αέρα της συνοικίας μας, ξεπηδάει από ένα παράθυρο που ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο είναι, ξεπηδάει και διαχέεται στο πάρκο κάτω και στα γύρω κτίρια. Είμαι σίγουρος μάς αγγίζει όλους αυτός ο γλυκός ήχος, γιατί εκείνη την ώρα σαν να ηρεμούν όλα για να αφουγκραστούν την μελωδία που παίζουν τα χέρια της, γιατί είμαι σίγουρος ότι είναι γυναίκα και είναι ωραία και έχει μια θλίψη μες στη ψυχή της, ίσα ίσα τόση για να την κάνει ακόμα πιο τέλεια στη φαντασία μου.
Σκέφτομαι, αυτός ο ήχος από το πιάνο που διαρκεί ίσα με κανα τέταρτο, μοιάζει με απαλό ξέσπασμα ψυχής, να μια ψυχή μάς μιλάει κάθε μέρα σε αυτό το αστικό δειλινό- κι εγώ προσπαθώ να φανώ όσο πιο σουρεαλιστής γίνεται και να δω πίσω από τους τοίχους και τα παράθυρα, πίσω από τις πόρτες, πίσω από τα απλωμένα ρούχα, να πλησιάσω αυτό το τρυφερό πρόσωπο και να του δώσω ένα πεταχτό φιλί.
Γιατί, φαντάζομαι, όσο ξεσκισμένος κι αν γυρνάς από την δουλειά, από τον τροχό της ημέρας και της ρουτίνας, όσο γδαρμένος και με πληγές ανοιχτές να έρχεσαι σπίτι, νιώθεις τυχερός, νιώθεις χαρούμενος όταν ακούς αυτό τον ήχο καθώς φεύγει η ημέρα και ανακουφισμένος σωριάζεσαι δίπλα στο μπαλκόνι να αφουγκραστείς, να κλείσεις τα μάτια και να ονειρευτείς…

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Γλυκιά Ιθάκη, στέκομαι μετέωρος στην άκρη σου






Είπες θα έρθω μαζί σου παντού
Θα ζήσω μαζί σου παντού.
Και τα τακούνια σου βάδισαν
Μέσα από της νύχτας το στενό
Αγγίζοντας το χέρι μου απαλά.
Κι εγώ σου είπα ακολούθα με απλά,
Και βρεθήκαμε εκεί ψηλά στο βουνό,
Ιθάκη λένε το νησί – κι όταν βραδιάζει
Σε πιάνει ίλιγγος γλυκός κοιτώντας
Τον γκρεμό και τη θάλασσα χαμηλά.
Αυτή είναι η ζωή που έχουμε, σου είπα.
Από τη μία ο φόβος του να κοιτάς κάτω
Κι από την άλλη η λαχτάρα να βουτήξεις
Στο κενό λεύτερος.
Αυτή είναι η ζωή, χωρίς περιττά λόγια
Και φανφάρες
Αυτή είναι η ζωή, μετέωρη σε μια άκρη,
Σε έναν αιώνιο δισταγμό.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Η Κηδεία




Με ξύπνησαν, έπαιζαν πάλι εκείνο το ανόητο παιχνίδι με τις ερωτήσεις, άναψα την καφετιέρα και ζέστανα γαλλικό, έστριψα τσιγάρο – ίσως να το ξανάρχισα λίγο τώρα τελευταία – και με το μποξεράκι καθώς ήμουν κάθισα στον καναπέ. Συμπλήρωσα την αυτόματη αλληλουχία των προηγούμενων κινήσεων με ένα απαλό άγγιγμα στην επιφάνεια αφής του φορητού και αμέσως φωτίστηκε ο χώρος από την οθόνη του υπολογιστή.

Ο υπολογιστής αυτός έκανε σαν τρακτέρ και άναβε σαν μάτι κουζίνας , έπρεπε να τον πάω να μου καθαρίσουν το ανεμιστηράκι μέσα αλλά όλο το παρατούσα, άγνωστο γιατί.

Ίσως μια δύναμη κράταγε τα πόδια μου στο πάτωμα μιας φυλακής που για πρώτο τοίχο είχε τα οστά του κρανίου μου και για δεύτερο τα ευμετάβλητα κορμιά της κοινωνίας.

Εδώ και τρεις μέρες παλεύω με αυτό το ποίημα, φτάνω κοντά στην όχθη του αλλά να ένας ταύρος βγαλμένος από το πουθενά με σπρώχνει πίσω στο δυνατό ρέμα του ποταμού, και άντε πάλι από την αρχή, να βγεις στην επιφάνεια του νερού , να κολυμπήσεις, να υφάνεις τους στίχους, να συνδέσεις τις κλωστές, να κάνεις τα γυρίσματα και τις στροφές , να απλώσεις το χέρι στο κλαδί  της όχθης , να γραπωθείς γερά και να βάλεις όλη σου την δύναμη μέχρι ….μέχρι να κοιτάξεις πάλι το ποίημα , να σου φανεί λειψό, να έρθει ο ταύρος και πάλι από την αρχή.

Σαν χέρια που παίζουν πιάνο φαντάζομαι τους ποιητές της Γης,συνθέτουν τη δική τους μελωδική συμφωνία σε ένα τρομαχτικό μέρος του χάους κι αυτή είναι ίσως από τις πιο γενναίες απαντήσεις του ανθρώπου στην άβυσσο – η αγάπη με όλες τις μορφές της – λυγίζουμε σαν κλαδιά πάνω από τα πλήκτρα μας , γράφουμε συνθέτουμε πεθαίνουμε. Kαι ενδιάμεσα αγαπάμε, μάλλον πάντα αγαπάμε.

Στην λαϊκή μια φτωχή μάνα σέρνει τα δυο παιδιά της , το κορίτσι ίσα που σηκώνει τις ντομάτες και το αγόρι ίσα που μπορεί και κουβαλάει μια σακούλα με πατάτες. Η μάνα ψάχνει μες στους πάγκους για την πιο φτηνή τιμή στα ψάρια , καθώς το βρώμικο φόρεμά της ανεμίζει στο αεράκι που προμηνύει βροχή από τα βουνά του Παναχαϊκού.

Πως θα παλέψουμε όταν οι καλοί και οι γενναίοι φεύγουν ταξίδι για τα άστρα και σουλατσάρουν περήφανα τα κοράκια στα σαλόνια μας πάνω, στις τηλεοράσεις μας , βάφουν ουράνιο τόξο τα κάγκελα της φυλακής και τον ήλιο τον ντύνουνε πένθιμη Μ.Παρασκευή

τρομοκρατούν , τρομοκρατούν και προχωρούν.

 Ίσως ξέφυγα από τη γωνιά μου και γονάτισα στην άκρη του γκρεμού στο σπίτι μου, εδώ παλιά είχα φυτέψει μια φασολιά και σκαρφάλωνα στον ουρανό όταν είχε ξαστεριά, κυνηγούσα μια κοπέλα που φόραγε την ζώνη του Ωρίωνα στεφάνι στα μαλλιά, την έχεις δει ? Πάει καιρός που φάνηκε τελευταία φορά και τώρα γύρω μου όλοι φοράνε μαύρα και πάνε σε μια κηδεία, σε μια πομπή παράλληλη στη θάλασσα που ξεκινάει από τον γκρεμό δίπλα μου και τελειώνει άγνωστο που.

Μια κοπέλα ρωτάει ''ποιος είσαι ? σε ξέρουμε?'' , ένα αγόρι από την παρέα γελάει και λέει πως όλο αυτό είναι κομμάτι βλακεία για μικρά παιδιά και χαζεμένους , μακάρι να μπορούσα να της απαντήσω εγώ- το παιχνίδι συνεχίζεται , τραβιέμαι στον καναπέ μου πάλι και σκεπάζομαι με ένα σεντόνι, τυλίγομαι σφιχτά, κρυώνω , ανοίγω εκείνο το ναυτικό βιβλίο με ιστορίες θαλασσινές , ε γέρο Ουλφ να κάτσω σιμά σου στην σόμπα, να πιώ το σκωτσέζικο ουίσκι σου και έξω ο ωκεανός να χτυπά την Ρούστικα μα να μην μας νοιάζει εμάς.

Η φωτογράφος διαβάζει αυτά που γράφω, ακούει την απαλή μουσική της , ζει την ίδια μέρα εδώ και 2 χρόνια σκέφτεται, καθώς η κηδεία προχωρεί κάτω από το σπίτι της ,αυτή σέρνεται στον γκρεμό της και διστακτικά κοιτά κάτω, ένα τριαντάφυλλο πέφτει στο κενό από τα μαλλιά της, απλώνει το χέρι θλιμμένη να το πιάσει μα δεν προλαβαίνει.
Η κηδεία σαν καλοθρεμμένο σκουλίκι διασχίζει τα στενά, αφήνει σάλια ξοπίσω της, λένε είναι τα υστερινά τα δάκρυα, σκαρφαλώνει σε στέγες και αγάλματα, σηκώνεται και κοιτάει με λαιμαργία την πόλη.

Η Ρούστικα γέρνει δεξιά ,  θα πνιγούμε φωνάζω μέσα μου , τρέχω έξω να κουμαντάρω το τιμόνι, αλλάζω τα σχοινιά , βρίζω τα νερά , δεν υπάρχει ελπίδα λέω στον Ουλφ που ξεπροβάλλει το κεφάλι του από την καμπίνα - το τριαντάφυλλο σκάει από τον ουρανό γυμνό δίπλα μου, μες στην θαλασσοταραχή ψιθυρίζω ''κάποτε πρέπει να ήταν κόκκινο'' και κάνω να το πιάσω πριν όλο το πλοίο βυθιστεί για τα καλά κάπου έξω από τις ακτές της Σκωτίας .

 Θα βγω στην επιφάνεια πάλι, θα βρω τον ταύρο σε μια όχθη ενός ορμητικού ποταμού να με περιμένει και το ποίημα θα ξαναπεθάνει μες στη μήτρα από ασφυξία σαν να τυλίχτηκε γύρω του ένας θανάσιμος λώρος από σκέψεις και φόβους.

 ''Πες μας ποιος είσαι ?'', ρωτάει πάλι το κορίτσι, καθώς σηκώνομαι από τον καναπέ και τραβώ προς το κέντρο του σαλονιού, μια παρέα παιδιών, φοιτητές, είναι καθισμένοι γύρω από ένα χαμηλό τραπεζάκι, παίζουν ένα ηλίθιο παιχνίδι που χαράζουν γράμματα με κιμωλία στο τραπέζι, καλούν πνεύματα και έχουν ένα μικρό ποτήρι να το κουνούν που και που, πλησιάζω κοντά της , μυρίζω τα μαλλιά της, αμύγδαλο και γάλα, πιάνω με το χέρι μου το ποτήρι και το μετακινώ πάνω σχηματίζοντας λέξεις,2 3 φωνές έκπληξης και τρόμου ακούγονται , ένας μάγκας τραβιέται πιο πέρα
''ζούσα εδώ, τώρα έφυγα'', απαντάω
Η κοπέλα με σπασμένη  φωνή ρωτάει ξανά ''και γιατί ήρθες πάλι?''
''Για την κηδεία'' , απαντάω.
Μίλια μακριά, η μητέρα σέρνει τα παιδιά της μέσα στην λαϊκή, ανακατεύονται με το πλήθος, κάτω στο λιμάνι η Ρούστικα ξεβράζεται σαν ξεκοιλιασμένο κήτος και ένας μικρός κλέφτης τραγουδάει στον δρόμο με ένα τριαντάφυλλο στα χέρια του...

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Υπνοβάτες της βροχής





Κατάλαβα ότι βρέχει, κάπως αργά,
Έριχνα λίγο νερό στο πρόσωπό μου,
Αυτό πριν πέσει στην τρύπα, πριν χαθεί,
Τυλίγεται σαν πετσέτα υγρή που ξεπλένει
Τις έγνοιες και τις φοβίες, τις αμαρτίες
Και όλες τις όποιες τυραννίες σε ¨-ιες¨.
Τι νύχτα κι αυτή.
Ήσουν
Ο
Ήλιος
Που
Ποτέ
Δεν
Είχα,
Πλαισιωμένος από μαύρα μαλλιά
Και κόκκινο κραγιόν σε χείλη μισάνοιχτα,
Μέσα στη σχισμή τους περπατάει
Κουτσή κι η αποψινή η νύχτα.
Έχει για αστέρια δόντια κατάλευκα
Και για αεράκι, ανάσα φράουλα
Σκονισμένη από τα χρόνια που πέρασαν.
Κατάλαβα πως βρέχει αργά -
Σε μια γωνιά του μυαλού παράλληλα
Τρέχουν τα δάκρυά σου στα μάγουλα
Ο
Ήλιος
Φεύγει,
Έρχεται
Ένα
Παγωμένο
Φθινόπωρο.
Η πλατεία αδειάζει και μένω μόνος.
Σκουπίζω το πρόσωπό μου,
Πάλι μια σινδόνη με έκφραση φρίκης
Με κοιτά.
Πετώ το πανί με θυμό πιο πέρα.
Ήσουν
Ένα
Παγωμένο
Φθινόπωρο
Που
Κάποτε
Είχε
Για συντροφιά
Ένας
Υπνοβάτης
Της
Βροχής.