Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Νου


Κρύωσε ο καφές
Και έσβησε το τελευταίο
Τσιγάρο.
Μένει η απόφαση
Ποιον δρόμο τώρα πρέπει
Να πάρω.

Το πρόσωπό σου
Βαραίνει στην πορεία την
Σκιά μου.
Θέλω να γυρίσω
Μα σαν Ορφέας σε χάνω
Μακριά μου.

Κρύωσε ο καφές…
Μένει η απόφαση…
Το πρόσωπό σου…
Θέλω να γυρίσω…

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Σαλώμη


Αίμα στα χέρια μου
Μα πουθενά πληγή.
Στο βάθος χορεύει
Γυμνή η Σαλώμη.
Όλα χάνονται σιγά
Μένει μόνο ο χορός.
Χάρισες το κορμί σου
Και μια θάλασσα.
Στην τελευταία στροφή
Έφερες το μαχαίρι.
Θάνατος στο σκοτάδι
Μα το κρασί γλυκό.
Αίμα στα χέρια μου…

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Καληνύχτα


΄΄Είναι παντού σκοτάδι.Ανοίγω τα μάτια μου όσο πιο διάπλατα μπορώ,αλλά δεν βρίσκω ίχνος φωτός πουθενά.Το μαύρο πέπλο έχει καλύψει τα πάντα.Κανένα περίγραμμα στον ορίζοντά μου.
Μπορεί να ονειρεύομαι και να μην ξύπνησα ποτέ από αυτόν τον εφιάλτη.Κι όμως νιώθω ότι είμαι ξύπνιος,ελέγχοντας απόλυτα όλες τις αισθήσεις μου.Αλλά νιώθω εγκλωβισμένος μέσα σε κάτι που περιορίζει δραστικά τις κινήσεις μου.
Αυτή η μυρωδιά λουλουδιών,αυτή η έντονη μυρωδιά από πού προέρχεται?Μοιάζει να αναμιγνύεται με αυτή του ξύλου.Θεέ μου είναι πολύ αποπνικτική αυτή η ατμόσφαιρα.
Πρέπει να κουνηθώ,να ελέγξω με τις κινήσεις μου τον χώρο που βρίσκομαι.Αλλά πρώτα πρέπει να θυμηθώ.Να θυμηθώ πως έφτασα σ’αυτή την κατάσταση ανυπαρξίας μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.Τι με έφερε ως εδώ.Σκέψου βλάκα,σκέψου…
Υπήρχε αυτή η σκάλα.Θυμάμαι να την ανεβαίνω.Ήταν ψηλή σκάλα και πρόσεχα πολύ να μην πέσω.Ο Νίκος μού φώναζε από κάτω για μια μπάλα.Ανάκατες και συγκεχυμένες εικόνες έρχονται στο μυαλό μου.Πρέπει να θυμηθώ καλύτερα.
Ο Νίκος έπαιζε στον κήπο του εξοχικού μας στον Άγιο Ηλία με την καινούρια μπάλα του.Εγώ έπινα τον καφέ μου και διάβαζα την εφημερίδα πάνω στην τσιμεντένια βεράντα.Η Λίνα πρέπει να σιδέρωνε στο μέσα δωμάτιο.Ήταν Κυριακή.
Σε μια φάση ο Νίκος άρχισε να κλαίει και να ζητάει την μπάλα του.Στην αρχή δεν έδωσα σημασία,μέχρι που το μικρό συνέχισε να κλαίει.Σηκώθηκα να δω τι γίνεται.
Η κόκκινη μπάλα του είχε πέσει στην σκεπή και κάποιος έπρεπε να την φτάσει.Τα μάτια του Νίκου με κοιτούσαν ικετευτικά και γεμάτα ελπίδες.Του χαμογέλασα και του είπα να μην ανησυχεί και ότι θα του φτάσω την μπάλα.
Πήρα την ξύλινη σκάλα που είχαμε μέσα στο υπόγειο και την στερέωσα στην πλευρά του τοίχου που χρειαζόταν για να φτάσω στην μπάλα.Απ’ότι φαινόταν είχε καθίσει προς την έξω μεριά της σκεπής.Πράγμα πολύ βολικό για μένα.
Ανέβαινα προσέχοντας πολύ γιατί αυτή η σκάλα είχε πολλά χρόνια στην πλάτη της και έτριζε συνέχεια.Μέσα σε λίγα λεπτά είχα φτάσει στην κορυφή της και μπορούσα να διακρίνω την επιφάνεια της σκεπής.
Όμως αυτό που είδα έκανε το αίμα μου να παγώσει.Κουλουριασμένο γύρω από την μπάλα ήταν ένα μεγάλο φίδι που με κοίταζε κατάματα.Προσπάθησα να μείνω ακίνητος και να κατέβω σιγά σιγά πάλι προς τα κάτω.Αλλά καθώς είχα την προσοχή μου στο ερπετό έχασα την ισορροπία μου και το πόδι μου πάτησε στο κενό.Πήγα να πέσω αλλά πιάστηκα από την σκεπή.Τότε το φίδι νιώθοντας απειλή όρμηξε καταπάνω μου.Μετά θυμάμαι έναν φοβερό πόνο στον λαιμό που διαπέρασε όλο μου το σώμα.Έβγαλα μια τρομερή κραυγή αλλά κατάφερα να μείνω γαντζωμένος στην άκρη της στέγης.Με πολύ κόπο και πόνο κατέβηκα την σκάλα και δύο σκαλοπάτια πριν το έδαφος σωριάστηκα στην γη.Λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου θυμάμαι την Λίνα να τρέχει πανικόβλητη προς το μέρος μου και τον μικρό Νίκο να με κοιτάζει απορρημένος.Και μετά σκοτάδι.Και κρύο…
Πρέπει να υπάρχει μια λογική σχέση ανάμεσα στο ατύχημά μου και στο σκοτάδι που βρίσκομαι.Μήπως είμαι σε κώμα?Μήπως είμαι δεμένος σε κάποιο κρεβάτι και δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου,ποιος ξέρει γιατί.Αλλά και πάλι νιώθω τα βλέφαρά μου να ανοιγοκλείνουν,τα μάτια μου να κουνιούνται.
Με πολλή προσπάθεια καταφέρνω να κουνήσω το δεξί μου χέρι.Και μετά το αριστερό.Ψαζουλεύω γύρω μου.Κρύο ξύλο στα πλάγια και ένα λεπτό ύφασμα από πάνω μου.Είμαι καλυμμένος με λουλούδια σ όλο μου το σώμα.Τι συμβαίνει?Τι κακόγουστο αστείο είναι αυτό?
Μα να τα μάτια μου συνηθίζουν στο σκοτάδι και αρχίζουν να διακρίνουν διάφορα.Είμαι σε ένα κουτί μέσα.Το ύφασμα που καλύπτει την οροφή του κουτιού είναι άσπρο.ΚΑΙ ΤΟΤΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΣΦΙΓΓΕΤΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΡΙΓΟΣ ΜΕ ΔΙΑΠΕΡΝΑ.ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ,ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΑΣΠΡΟ ΥΦΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΚΕΝΤΗΜΕΝΟΣ ΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ.’’

Το νεκροταφείο ήταν άδειο και ο γέρο επιστάτης του είχε μείνει ακίνητος να χαζεύει την όμορφη πορεία του ήλιου προς την δύση του πίσω από τα νερά του ιονίου.Αφού θαύμασε αυτή την φυσική ομορφιά,πέταξε το τσιγάρο του και τράβηξε προς το σπιτάκι του λίγα μέτρα πιο πίσω από την περίφραξη του νεκροταφείου.Κλειδώνοντας την μισογκρεμισμένη σιδερένια πόρτα,κοίταξε προς τους τάφους μια τελευταία φορά,έκανε το σταυρό του και είπε:
‘Καληνύχτα σας’….

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

Άγνοια




΄΄Υπάρχει αυτό το φως του φεγγαριού που λένε ότι αποκαλύπτει την ομορφιά των πραγμάτων που χτυπά.Αλλά εκείνο το βράδυ,καθώς έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο,φώτισε τα άτσαλα και βρώμικα από τον ιδρώτα σεντόνια μου καθώς και το γυμνό και πρόωρα γερασμένο σώμα μου.Νυχτερινή παράσταση της πτώσης μου.
Η κοπέλα δίπλα μου ήδη κοιμόταν από ώρα,έχοντας ακουμπήσει το κεφάλι της πάνω στο στέρνο μου και το γυμνό δεξί πόδι της ανάμεσα στα δικά μου πόδια..Το χέρι της είχε μείνει ακίνητο σε ένα μισοτελειωμένο χάδι στο πρόσωπό μου.Η αργή και βαθιά αναπνοή της μου έκαιγε το στήθος αλλά με γέμιζαν και με λίγη ζωή συγχρόνως.
Σηκώθηκα σιγά σιγά προσέχοντας μην την ξυπνήσω.Πήγα προς την κουζίνα και πήρα μια κρύα μπίρα από το ψυγείο.Τράβηξα προς το μπαλκόνι.Εκεί με περίμεναν τα τσιγάρα μου.Άναψα ένα και τράβηξα μια γερή γουλιά από την μπίρα.
Εδώ και μήνες τώρα δεν μπορώ να κοιμηθώ.Ο ύπνος μου περιοριζόταν σε μία ώρα το πολύ και με πιάνει γύρω στις πέντε τα ξημερώματα.Η ζωή μου έχει γίνει μια αβάσταχτη πραγματικότητα.τα χάπια δεν μου κάνουν τίποτα.Ζω την μέρα και την νύχτα ολόκληρες,ακολουθώ την πορεία τους ασταμάτητα χωρίς μια έστω γλυκιά ανάπαυση.
Το χειρότερο ίσως είναι ότι κάθε μέρα μοιάζει απίστευτα ίδια με την προηγούμενη.Ένα απαίσιο καρμπόν που ανακυκλώνει την ζωή μου.Κοιμάμαι γύρω στις πέντε,ξυπνάω στις έξι ακριβώς με ένα αόρατο φοβερό τράνταγμα,πάω στο μπάνιο ξυρίζομαι.ντύνομαι και τραβάω για την δουλεία μου και το μοναχικό γραφείο μου στην εφημερίδα που δουλεύω τα τελευταία 20 χρόνια.Το μεσημέρι γύρω στις 2 επιστρέφω σπίτι με το αστικό αφού το αυτοκίνητό μου,μια παλιά ΒΜW,τα έφτυσε ένα χρόνο πριν και από τότε δεν αξιώθηκα να το φτιάξω.Αλλά και το αστικό δεν με χαλάει καθόλου καθώς η στάση του είναι δίπλα στο σπίτι μου.Δεν χτυπάω εισιτήριο σχεδόν ποτέ γιατί απλά το ξεχνάω.Αν και μια φορά τα χρειάστηκα καθώς ένας ελεγκτής μπήκε ξαφνικά μέσα από το πουθενά και άρχισε να κοιτάει για εισιτήρια.
Το ήξερα ότι την είχα πατήσει και ότι θα πλήρωνα το πρόστιμό μου και άρχισα να ιδρώνω.Αλλά όταν έφτασε στο μέρος μου,ο ελεγκτής κατά περίεργο τρόπο με αγνόησε φανερά και τράβηξε για την τύπισσα με τα ακουστικά στα αυτιά που στεκόταν από πίσω μου.
Δεν αντέχω αυτές τις νύχτες που μοιάζουν ατελείωτες.Είναι όλες ίδιες.Ζεστές και σιωπηλές.Σαν να βρίσκονται σε μια αναμονή όλα για κάτι που έρχεται αλλά όλο αναβάλλεται η άφιξή του.Δεν ξέρω,ίσως φταίει η αϋπνία…
Η μπίρα δρόσιζε τον λαιμό μου και την ψυχή μου.Κάποιος μόλις πέρασε βιαστικά κάτω από το μπαλκόνι μου.Λίγα μέτρα πιο πέρα σταμάτησε ξαφνικά και γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε.Στα μάτια του είδα το φως του φεγγαριού να παίζει.Ήταν τρομαχτικά και μείναμε να κοιταζόμαστε έτσι για πολλά λεπτά.Το τσιγάρο με έκαψε και τότε ανασκίρτησα και σηκώθηκα.Του φώναξα και η κραυγή μου ακούστηκε να σβήνει μέσα στην νύχτα.Ο τύπος έμεινε ασάλευτος για λίγο,μετά έκανε το σημείο του σταυρού με τα δάχτυλά του και έφυγε στρίβοντας σ ένα στενό δρομάκι.
Τι στο διάολο είδε ο τύπος και έκανε το σημείο του σταυρού.Δεν γαμιέται,δεν ασχολούμαι με τρελούς.Eξάλλου υπήρχε και αυτή η ζαλάδα που με έπιανε πάντα σχεδόν την ίδια ώρα κάθε βράδυ.Και μετά ερχόταν αυτός ο πόνος στον λαιμό.Άρχιζε από πίσω και σταδιακά έπιανε όλο τον λαιμό.Σε κάποια φάση ένιωθα να πνίγομαι αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο πόνος και το αίσθημα ασφυξίας έφευγε τελείως ξαφνικά όπως ερχόταν.
Πήγα πάλι μέσα προς το δωμάτιο.Η Τίνα κοιμόταν γυμνή και υπέροχη στο κρεβάτι μου.Έμεινα καθισμένος δίπλα της να την κοιτώ.Άγγιξα το απαλό και μαυρισμένο δέρμα της στην περιοχή ανάμεσα στα στήθη της.Κατέβηκα σιγά σιγά προς τα κάτω.Έσκυψα και φίλησα την περιοχή πάνω από το αιδοίο της.Εκείνη κουνήθηκε λίγο και σφίχτηκε πιο πολύ στο μαξιλάρι της.
Κοίταξα προς το ρολόι στο κομοδίνο.Πλησίαζε πέντε.Σε λίγο πάλι θα κοιμόμουν για καμιά ώρα το πολύ και μετά θα ξύπναγα με βαρύ πονοκέφαλο και χωρίς να θυμάμαι και πολλά από την προηγούμενη μέρα.Θα άφηνα την Τίνα να συνεχίσει τον ύπνο της,θα ξυρισζόμουν,θα έφτιαχνα καφέ και θα έφευγα για το άδειο γραφείο μου.
Τα βλέφαρά μου άρχισαν να κλείνουν.Από κάπου έξω ακούστηκε η κραυγή ενός πετεινού.Και εκείνο το κλάμα ενός μωρού .Ναι ήταν ώρα να κοιμηθώ πάλι…’’

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

Η μελωδία της αυγής


Έφτασα εκεί που σμίγει
Η χαρά με την δίνη ενός
Ασάλευτου πρωινού.
Στο μεταξύ κανένας δεν
Αποκρίθηκε στην γλυκιά
Μελωδία της αυγής.
Ξεχασμένοι σε γκρίζα
Βαριά λεωφορεία της
Θλίψης και της σιωπής.
Κορίτσι μου λένε πως
Μας θάψανε σ’ένα σοκάκι
Στο τελευταίο μας φιλί.
Καλώ την ύστατη αυγή
Ξένος ηθοποιός μέσα
Στην χάλια γιορτή τους.
Άδειες οι ψυχές στέκονται
Μπροστά στην ανατολή
Φορώντας τα καλά τους.
Επίσημη τελετή σφαγής
Σε μια νέμεση που χαράζει
Το αχνό χαμόγελό σου.
Κορίτσι μου λένε πως
Μας θάψανε σ’ένα σοκάκι
Στο τελευταίο μας φιλί…

Τρίτη 25 Αυγούστου 2009

Απόπτωση


Δειλά αφιερωμένη θυσία
Από δήμιους με φαντασία.
Τα λόγια μας δεν αρκούν
Σε θεούς που δεν ακούν…

Η ειρήνη πιστός εχθρός
Και το ψέμα εκεί φρουρός.
Επαναστάσεις ξοφλημένες
Από παλιά πουλημένες…

Κοινωνία που σιγά πεθαίνει
Σε μια φωτιά που επιμένει.
Ο κόσμος κόκκινη κορδέλα
Και τώρα ξέμεινε η τρέλα…

(αφιερωμένο στην Λίνα)

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

Πύργος


Κραυγή που πνίγηκε
Σε χίλια πέτρινα δέντρα.
Λοξά βαδίζω στο πλήθος
Για την κρυφή πηγή.

Γιορτή μαζί με κηδεία
Που χάνεται όλο το φως.
Έγινε εφιάλτης το χάδι
Ανάσα βαθιά η ντροπή.

Δίσταζες να το πεις
Πως άλλαξε βίαια η πόλη.
Μέρες που σε καλούν
Χωρίς όμως να σ’αγαπάνε…