Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Eπικυρωμένα αντίγραφα πτυχίου





Φώναζε την γυναίκα του μες στο σκοτάδι
Εκείνη έκανε πως δεν ακούει και τάχα η βροχή
Ήταν πιο δυνατή από τις κραυγές του
Η βροχή κάλυπτε τα πάντα που λες αλλά
Δεν έφτανε
Δεν έφτανε να βουλιάξει την παράνοια της πόλης
Ωστόσο όταν κάτι μιλάει μες στην ψυχή σου
Όλοι οι άλλοι ήχοι παύουν, έτσι δεν είναι;

Η τηλεόραση έπαιζε τις ίδιες μαλακίες
                4 χρόνια τώρα
Κι αυτός 4 χρόνια τώρα γύρναγε με επικυρωμένο
Αντίγραφο πτυχίου
Από δουλειά σε δουλειά
Ξύπναγε με αυτό κοιμόταν με αυτό
Τον απολύανε με αυτό
Σκούπιζε τραπέζια με αυτό
Τύλιγε ψάρια με αυτό
Σκούπιζε παχυλούς κώλους με αυτό.

Κι αυτή
Άφηνε την τηλεόραση ανοιχτή να παίζει βουβή
Την ηρεμούσε
Ηρεμούσε και το μωρό, ησύχαζε από τα κλάματα
Και οι δυο τους, μάνα και γιος ησύχαζαν.
Με το δικό της επικυρωμένο αντίγραφο πτυχίου
Σκούπιζε τα τζάμια του σπιτιού,
Κι ας έβγαινε με δυσκολία η βρώμα της  πόλης,
Με το δικό της πτυχίο
Έστρωνε το τραπέζι
Σκέπαζε το μωρό στην κούνια
Έπλενε τα πιάτα
Σκούπιζε τα δάκρυά της.

Φώναζε μεθυσμένος την γυναίκα του μες στο σκοτάδι
Εκείνη έκανε τάχα πως δεν τον ακούει λόγω βροχής
Στο τέλος θα του άνοιγε την πόρτα
Θα έπεφτε σιωπηλή για ύπνο δίπλα του
Θα τον συγχωρούσε
Άλλωστε κάθε υγιής οικογένεια είχε και από τέτοια
Π ε ρ ι σ τ α τ ι κ ά
Που και που.
Κάθε υγιής οικογένεια με επικυρωμένα αντίγραφα πτυχίου…


Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Σε σκέπασαν με το Φθινόπωρο





Συντρόφευαν τη στερνή σου ανάσα 
Εικόνες από κείνο το ταξίδι στην ανατολή.
Ήσουν στο κρεβάτι κι έφευγες 
Και σιμά σου εμείς να ψιθυρίζουμε θλιμμένοι.
Έλεγες φωναχτά στον ύπνο σου
Ότι είσαι σε ένα αμάξι που τρέχει συνοδηγός,
Κοιτάς τα όμορφα τοπία να περνούν γραμμές πράσινες
Έξω από το παράθυρό σου, αχνίζει η ανάσα σου στο τζάμι,
Αγγίζεις νοητά τα έξω με το χέρι σου,
Θέλεις να αγγίξεις τα λιβάδια, την ομορφιά.
Γελάς στον ύπνο σου.

Κι εμείς
Εμείς ακούγαμε και δακρύζαμε
Ξέροντας.
Έξω ερχότανε φθινόπωρο εδώ και μήνες
Κι όλο το περιμέναμε,
Μα έμενε ένα καλοκαίρι επίμονο,
Κι όλο περιμέναμε,
Τραβάγαμε τα παιδιά μας από το χέρι με το ζόρι
Να πάνε στα σχολεία,
Δέναμε κόμπο τις γραβάτες μας να πάμε στα γραφεία
Κι όλο περιμέναμε,
Να δούμε κίτρινα φύλλα στους δρόμους,
Να δούμε βροχές πάνω στις πλατείες.

Ήσουν στο κρεβάτι τότε και έφευγες,
Σιμά σου εμείς σκυθρωποί κλεφτά κοιτάζαμε την ώρα.
Είπες ότι είσαι σε ένα αμάξι συνοδηγός,
Τρέχετε μέσα σε απέραντα λιβάδια,
Είναι  Αύγουστος στο όνειρό σου,
Ήταν Αύγουστος όταν έγινε η στιγμή το σάβανό σου.
Ο αέρας παίρνει τα μαύρα σου μαλλιά προς τα πίσω,
Της χαϊδεύεις το μάγουλο, γυρίζει και σε κοιτάζει ευτυχισμένη.

Άφησες έναν λυγμό να πνιγεί μες στο λαιμό σου,
Έλεγες ότι τα πράσινα λιβάδια τελείωναν
Έπεφτα φύλλα και ψιχάλες από ψηλά.
Έβλεπες κίτρινα φύλλα παντού,
Κίτρινα φύλλα στο πρόσωπό της,
Κίτρινα φύλλα στο χαμόγελό της.
Ήρθε το φθινόπωρο, είπες σιγά,
Κι έφυγες.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο θλιβερός στόλος της Ανταρκτικής





Ήταν όπως άγγιζες το δέρμα του
Ξεπετάγονταν από τους πόρους μαύρα περιστέρια.
Οι γυναίκες του συχνά αναρωτιόντουσαν γιατί θεέ μου
Αφού η επιδερμίδα είναι λευκή,
Κάτασπρη σαν χλωμό φεγγάρι πάνω από την Ανταρκτική.
Στο τέλος απογοητευμένες παίρνανε το δρόμο της
Επιστροφής.
Μπορούσες να δεις στις μεγάλες εποχές δόξας του,
Τις σχεδίες των γυναικών να πλέουν ήρεμες στον ωκεανό
Να γυρνάει πίσω το θηλυκό τσούρμο
Κι αυτός αγέρωχος να στέκεται στην παγωμένη στεριά
Να τις παρατηρεί καπνίζοντας μια πίπα
Σαν θαλασσόλυκος μιας αιώνιας ακτής που έχτισε μόνος
Και παγιδεύτηκε εκεί.
Γιατί έχει μαύρη ψυχή και δεν αγαπά
Κι οι σχεδίες φεύγανε όλες μαζί, στόλος αστείος και θλιβερός,
Με τα φαναράκια στα χέρια των γυναικών
Να φωτίζουν κίτρινα τα πρόσωπά τους
Και να κάνουν αντανακλάσεις στο σκοτάδι του ωκεανού
Και της νύχτας.


Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Σόδα με χάπια








Υπάρχει αυτή η ιστορία που την αφηγούνται ψίθυροι
Και συνεχίζει να μένει για λίγα λεπτά ακόμα μέσα στο θολωμένο σου μυαλό,
Τα πρωινά που ξυπνάς με πονοκεφάλους και κράμπες και βρισιές,
Ακολουθώντας τους δείκτες του ρολογιού όλη την μέρα ,
Ακροβατείς πάνω τους, πηδάς από τον ένα δείκτη στον άλλον
Παλεύοντας, πασχίζοντας να προλάβεις το χρόνο
Να βγεις μπροστά από αυτόν,
Μπας και ξεκλέψεις στιγμές για ένα τσιγάρο σε κάποιο πεζοδρόμιο
Αυτής της βρώμικης πόλης
Που εν τέλει δεν είναι κάποιο απλό πεζοδρόμιο
Είναι εκεί που ξεκλέβεις χρόνο μια ζωή γιατί μέσα στα παράθυρα αυτά δουλεύεις
-          αν είσαι τυχερός μια ζωή -
Και κάπως έτσι πάει όλο το πράγμα μέχρι αργά το απόγευμα,
Μέχρι να πας σπίτι να σκεφτείς στα γρήγορα τι επιλογές έχεις να φας,
Τι ειδήσεις έχεις να φας καθώς θα ξεχωρίζεις στην άκρη του πιάτου σου τις καμένες πατάτες και τις φτωχές ευχές,
Κι αν όλα αυτά δεν χωνεύονται και σε ξαγρυπνούν ιδρωμένο και σκασμένο
Τα βράδια,
Έχεις πάντοτε την επιλογή της σόδας και των χαπιών
Να σε κουράρουν μέχρι το άλλο πρωί.
Αλλά υπάρχει κι αυτό το παράδοξα τρομαχτικό πραγματάκι με αυτή την ιστορία
Σκάει μες στο κοιμισμένο σου μυαλό σαν φυσαλίδα αέρα
Πάντα λίγο πριν ξυπνήσεις
Πάντα πριν ανοίξεις τα μάτια και σιγοβλαστημήσεις.


Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Κάνε μια ευχή



                                       



Το αστέρι έπεσε και ξεστόμισες μια ευχή,
Όσο και αν προσπαθείς δεν θα το προλάβεις.
Μα αν είναι κάτι να καεί ας καεί αυθόρμητο, 
Όταν είναι να βγει από τα χείλη – κι ας μην βγει όλο.

Γύρω από το πρόσωπό σου χόρευε συρτάκι ο γαλαξίας,
Ή ο ένας του βραχίονας μάς αγκάλιαζε στοργικά.
Μα εμένα πάντα μου έμενε τελευταία η οργή σε όλα
Κι όπως σε έβλεπα να με χαϊδεύεις στα πόδια σου,
Να αιωρούνται από πάνω μου τα μαλλιά σου,
Ήθελα να σε πνίξω βαθιά μες στη θάλασσα τη μαύρη
Εκεί μέσα στα βράχια να σε σφηνώσω σαν μαρμαρωμένη γοργόνα
Άλλων εποχών
Κι εκεί να με περιμένεις μέχρι να γεράσω
Μέχρι να γνωρίσω κι άλλες αγάπες
Για να καταλάβω στο τέλος το σφάλμα, να νοσταλγήσω εσένα
Που με καρτερούσες πάντα σε μια θάλασσα, 
Να νοσταλγήσω εσένα τη μοναδική αγάπη. 
Και γέροντας πια
Και ηττημένος,
Με τα πλευρά να πασχίζουν να σκίσουν το δέρμα μου,
Γέροντας να μπω σαν υπνωτισμένος μες στη θάλασσα
Ένα βράδυ με πεφταστέρια,
Να ψιθυρίζω το όνομά σου καθώς βουλιάζω σιγά σιγά
Καθώς με σπασμούς θα κοιτάω για τον βράχο που σε είχα κρύψει
Λίγο πριν ξεστομίσω αργοπορημένος την τελευταία μου ευχή
Και φτάσει σαν μια μεγάλη φυσαλίδα στην επιφάνεια του νερού…


Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Βουλιάζοντας μέσα σου





Το μέρος όπου θα πεθάνω
Το αγγίζω ψηλαφητά με το νου,
Είναι ένα σώμα γυναικείο,
Αλειμμένο με αρωματικό λάδι.
Είναι μια πλάτη απαλή με καμπύλες
Που τραβάν προς τα κάτω
Κι ενώνονται και τέμνονται,
Μπερδεύονται σε ένα κύκλο ζωής.
Αυτό άλλωστε έκανα από πάντα,
Άγγιζα την όψη του θανάτου,
Πάλευα να καταλάβω
Χωρίς να βλέπω τα χαρακτηριστικά του.
Νόμιζα διάφορα, νόμιζα θάλασσες,
Περίεργες λίμνες και βουνά,
Σεληνιακά τοπία βυθισμένα στη φαντασία.
Αλλά είναι γυναίκα,
Είναι η πλάτη μιας γυναίκας
Κι όσο κοντοζυγώνει ο καιρός να φύγω
Τόσο γίνεται ο χρόνος μια βεβαιότητα,
Ένα βαρίδι γκριζωπό που με τραβάει
Προς τα κάτω,
Προς το σκοτάδι,
Εκεί που όλα τέμνονται,
Εκεί που όλες οι καμπύλες τελειώνουν.





Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Η παραμόρφωση που έγινα στην πορεία







Κυνηγάμε χίμαιρες, το ξέρω
Έτσι που να λες κάποια στιγμή
Γιατί τα κάνω όλα αυτά -
Η φωνή μέσα μου ίσως είναι αέρας με σκόνη
Τυλίγει σε μια παραμόρφωση τα πρόσωπα γύρω μου,
Μα πρώτα σπάζω τους καθρέπτες
Γιατί αυτό που βλέπω δεν είμαι εγώ,
Δεν είμαι αυτός που ξεκίνησα να γίνω,
Είμαι η παραμόρφωση που έγινα στην πορεία,
Είμαι ένας άλλος μισός,
Ένα τραβηγμένο Ο σε μια σκοτεινή γωνία.
Γιατί τα κάνω όλα αυτά;