Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

To βαλς του τυφλοπόντικα







Νυσταγμένος
τρυπώνω
μες στα σπλάχνα της πόλης
Είναι μέρα,
αυτό μάς το είπαν από χτες
στις ειδήσεις
Κινούμαι με ταχύτητα ήχου,
πρώτα ο βήχας
μετά οι πνεύμονες
Είμαι ένα κάδρο σκυθρωπό
ενός άντρα μέσα
σε βαγόνι
Οι γυναίκες περνούν
και τις παρατηρώ με την άκρη
του ματιού
Οι γυναίκες,
τις παρατηρώ.
Ένα κάδρο
κρεμασμένο
στραβά σε βαγόνι
Είναι μέρα.
Μας το είπαν από χτες στις ειδήσεις
.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Iσόγειο φως





Ξεκίνησα να γράφω μια ιστορία για την πόλη αυτή
Οι άνθρωποι είχανε λέει παγιδευτεί όλοι σε ένα υπόγειο μετρό
Που έπαιζε συνέχεια το ίδιο swing τραγούδι μιας ξεχασμένης δεκαετίας
Οι δρόμοι είχαν αδειάσει, τα μαγαζιά το ίδιο, οι καφετέριες, τα πάντα.
Ένα φως
πάνω στη γη
έλουζε μαγευτικά χρυσό
         σαν φωτοστέφανο τα πάντα.
Οι άνθρωποι ήταν κάτω από τη γη και τρομαγμένοι άκουγαν swing.
Στη συνέχεια έριξα κατά λάθος λίγο κρασί στην σελίδα
Και το άσπρο γρήγορα έγινε κόκκινο, όλες οι λέξεις κόκκινες
Σκέφτηκα αστραπιαία μια μεγάλη σφαγή, ένα λουτρό αίματος
( Το χαμόγελό σου κάπου στη Γερμανία )
Η μουσική όμως να παίζει κολλημένη στο ίδιο τραγούδι
Έδιωξα την ιδέα αμέσως
Κι όλα αυτά μου φάνηκαν γελοία,
Έκλεισα με δύναμη τον διακόπτη καθώς άλλη μια στείρα νύχτα τελείωνε,
Έπεσα για ύπνο.

Την επομένη το μετρό
θα με έπαιρνε πάλι
στο υπόγειο
σκοτάδι
Και λίγα λεπτά μετά θα με έφτυνε
σκυθρωπό
στο ισόγειο φως.
Κάποιος έχει βάλει
Swing
Πρωινιάτικα.
Δεν         έχει           καθόλου              κίνηση.
Ανατριχιάζω.
Πού
    είναι
           όλοι
              ;

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Δύο χιλιάδες δέκα χρόνια μετά






Βάλε το βράχο θηλιά  
γύρω απ’τη ζωή σου
Φίλα το
χέρι που προσκυνάς
Ένα αδιάβροχο είναι
η ψυχή σου
σαν τα σεντόνια που πετάς
Ζύγωσε
πάλι ο καιρός κουτσός
έξω παλεύουν οι χάροι για νερό,
στον καθρέπτη χαμογελάς μισό-
λειψός,
το σώμα σου ίδιο
σκισμένο
μπολερό.

στα πρωινά σκοτώνουμε το αύριο
μα στην ζωή μας ένα βράδυ ανοιχτό,
θύμωσε ο χρόνος στο τρελάδικο
κι άρπαξε τις καρδιές μας φυλαχτό

πώς να πιστέψω στην ομορφιά
κι ας μου λες δύο χιλιάδες δέκα χρόνια μετά,
οι ίδιες φωνές στα σώματα αυτά
οι ίδιες κραυγές πετάνε στον αέρα καρφιά.

επίκληση κάνουν στον τρόμο οι καμινάδες,
καπνός φωτιάς
που γλείφει δούλους με γιακάδες,

με τα μωρά στην αγκαλιά τρέχουν ξέπνοες
οι μανάδες σε ραγισμένους αρχαίους
πυλώνες

αγάπη μου στον τόπο μας
μαζεύτηκαν οι χειρότεροι αιώνες.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Ό,τι δεν είναι εκεί







Tο όνειρο που στρέφεται και γίνεται εφιάλτης,
Στο μαξιλάρι χαϊδεύω τα μαύρα της μαλλιά 
Αλλά δεν είναι εκεί,
Αντιθέτως είναι ένας επίμονος σπαραγμός,
Έρχεται από τον πάνω όροφο, ζει καμιά θλίψη
Εκεί;
Το διαμέρισμα είναι χρόνια ερειπωμένο,
Ζει καμιά θλίψη εκεί;
Το όνειρο είναι εφιάλτης όταν ξυπνάς και δεν είναι
Εκεί
Όταν απλώνεις το χέρι και μετέωρο αγγίζει αέρα -
Ένας επίμονος σπαραγμός
Έρχεται από τον πάνω όροφο,
Ζει
καμιά θλίψη εκεί;

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Όλα τα άλλα ήταν απλά υπέροχα








Καβγάδες ατέλειωτοι μωρό μου
Μας φέρανε εδώ
Όλα τα άλλα ήταν απλά υπέροχα:
Τα ποιήματά σου
Οι ζωγραφιές σου
Το γαμήσι μας
Το βόρειο σέλας
Τα χείλη σου
Η νεκρή σαύρα στην έρημο
Η νεκρή σαύρα στην άσφαλτο
Η Μασαχουσέτη
Η Πάτρα
Η κέδρινη καρέκλα στο εξοχικό του παππού
Ο τριγμός της
Τα μάτια σου
Τα μάτια της μάνας
Η αναπνοή του πατέρα
Τα κάλαντα
Τα μωβ νύχια σου

Ο βράχος στην τάφρο
Το τζάκι
Τα πόδια σου
Η σοκολάτα στα χείλη σου
Τα πρωινά
Η ανάβαση
Ο ιδρώτας σου
Το δάκρυ της Παναγίας
Οι θάλασσες
Τα μαγιό σου με τα πολύχρωμα
Τα καράβια
Η φουσκωμένη κοιλιά σου
Οι καραμέλες στην δεξιά τσέπη
Το χωριό
Η γιορτή
Και τα τραγούδια
Η αράχνη στη γωνία του τραπεζιού
Σε ένα σπίτι στο Μαρόκο
Η άσπρη πετσέτα στα χέρια μας
Το αίμα του γιού μας πάνω σ’αυτήν
7 χρόνια
Και ένα μάρμαρο στο λόφο
Οι κατάρες

Ο χωρισμός.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Χρυσός χορός, κόκκινος κόσμος






Πριν  σε  πάρει  η  πόλη

Κοιμόσουν πάνω από τις λίμνες
Με τους αγκώνες να ακουμπάνε στις όχθες
Και τα χρυσά σου μαλλιά να βουλιάζουν
Να φέγγουν προς τα μέσα στο βυθό
Να χορεύουν γύρω τους κοπάδια τα ψάρια.

Τώρα
το σαξόφωνο
παίζει
και συ
γελάς.
Καπνίζεις αυτά τα σλιμ τα χρυσά
Και κάνεις συννεφάκια που τραβάνε εκεί ψηλά.

Οι αγκώνες σου είναι καλυμμένοι από μαύρα γάντια,
Είναι της μόδας, της κυκλικής μόδας,
Και τα μαλλιά σου νομίζω κόκκινα,
Είπα νομίζω,
Γιατί
όλα σε αυτό το μέρος
είναι κόκκινα.
Ακόμα      και     οι      άνθρωποι,
Ακόμα
κι αυτός
ο χοντρός ο τύπος
με το καπέλο.
Αυτός που όλο γελάει
Και       σε       πουλάει     εδώ     και      κει
Δες ο λαιμός του είναι κόκκινος,
                
                  δες

Τα χέρια μου είναι κόκκινα

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

H αίγλη της στιγμής





Ο Μπλεκ έφεγγε με το φακό του
 προς το λιμάνι,
Εκεί στις βαρκούλες  
 νόμιζε ότι ήμασταν.
Μουλωχτά μουλωχτά ,
ίσως και με μια δόση γοητείας,
Η Καλυψώ πήγε προς
την κολώνα κι έφτυσε.
Ανελέητο       
 παιδικό κρυφτό και έρωτες.

Ξυπνάω τρομαγμένος 50 και κάτι χρόνια μετά.


Περπάτησα με πόνο ως το γραφείο,
Μνήμες ημερών έρχονται
σακατεμένες
               τη νύχτα,
Ευλογούν το σώμα
 τη ψυχή με οξύ
Και στέκονται να δουν τον
 χορό σου.
Δεν μπορώ να βάλω φωτιά στον εαυτό μου,
Δεν μπορώ να βάλω ζωή
                 στις λέξεις,
    στο χαρτί.

Χτυπάνε τα παραθυρόφυλλα από τον άνεμο,
             Είμαστε σε έναν κόσμο τόσο μικροί,
Ο βήχας βγάζει αίμα και νιώθω σαν μετάξι
Το ξύλο του γραφείου
  
   να κυλάει κάτω από τα δάχτυλα
       
          σχεδόν όπως η βροχή έξω, σχεδόν.
Μήπως δεν σέρνουνε κι αυτά κάποιο
Όμορφο τραγούδι,
κάποιο χάδι σε γυναικείο λαιμό.

Αύριο το πρωί θα μπει στο δωμάτιο μασκαρεμένος
Καμαριέρα τροφαντή,
Ο θάνατος.
Θα ανοίξει τα παράθυρα να ξεμυρίσει ο χώρος,
Θα τινάξει τα παπλώματα,
Θα μου πει σήκω τεμπέλη ξημέρωσε,
Θα ανακλαδιστώ, θα νιώθω πάλι τόσο νέος,
Θα κάνω ότι δε με νοιάζει.
Ίσως σκάσω κι ένα τρυφερό τσιμπλιασμένο χαμόγελο.

Ξέρω τι είσαι, θα του πω.