Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Απόγευμα


Ο πόνος κατά το απόγευμα
Είχε γίνει αφόρητος
Αλλά κατά κάποιο τρόπο
Μου άρεσε γιατί επιτέλους
Ήταν κάπου εντοπισμένος.
Είχα σακατέψει τον καρπό μου
Από κάτι απανωτές μπουνιές
Στον μαύρο σάκο στις 4
Τα ξημερώματα,αποτέλεσμα
Μιας μανίας που με πιάνει ώρες ώρες.
Και μου είχε πει ο Θάνος
Ποτέ χωρίς γάντια.
Ο πόνος είχε γίνει αφόρητος,
Έκανα τσιγάρο και κίνησα
Για το νοσοκομείο.
Στο ταξί,ο οδηγός μού παραπονιότανε
Για τον γιο του που δεν κατάφερε,λέει,
Να περάσει ιατρική.
Στο νοσοκομείο,ο γιατρός μού
Παραπονιότανε που πέρασε ιατρική,
Για τα χαμένα χρόνια του στο διάβασμα,
Για τις εφημερίες του και για τα ψίχουλα
Που έπαιρνε για λεφτά.
Μόνο εκείνος ο μαλάκας ο αστυνόμος
Που είχε πέσει με την μηχανή του
Σε μια κολώνα στην Εγνατία,
Φαινόταν να το διασκεδάζει.
Του είπαν να περπατήσει
Κι αυτός έκανε αστεία χοροπηδώντας
Σαν γελοίος κλόουν μπροστά
Σε ηλίθιο βουβό κοινό.
Το όπλο του,οι χειροπέδες και το γκλόμπ του
Ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά βγάζοντας
Έναν κουδουνιστό ήχο.
Σκέφτηκα τότε από μέσα μου
Δες ο καριόλης πως χαίρεται
Ενώ στους δρόμους βαράει φοιτητές,
Γέρους και κακότυχους περαστικούς.
Και σκέφτηκα,σε αυτή την χώρα όλοι
Παραπονιούνται για κάτι που έχασαν
Ή που ποτέ δεν είχαν.
Αλλά την ίδια ώρα βλέπουν βουβοί
Τον δήμιο τους τον πουλημένο
Να διασκεδάζει μπροστά τους
Με άθλιες φιγούρες.
Ο πόνος είχε φύγει.
Ή μάλλον τον είχα ξεχάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου