Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Eπικυρωμένα αντίγραφα πτυχίου





Φώναζε την γυναίκα του μες στο σκοτάδι
Εκείνη έκανε πως δεν ακούει και τάχα η βροχή
Ήταν πιο δυνατή από τις κραυγές του
Η βροχή κάλυπτε τα πάντα που λες αλλά
Δεν έφτανε
Δεν έφτανε να βουλιάξει την παράνοια της πόλης
Ωστόσο όταν κάτι μιλάει μες στην ψυχή σου
Όλοι οι άλλοι ήχοι παύουν, έτσι δεν είναι;

Η τηλεόραση έπαιζε τις ίδιες μαλακίες
                4 χρόνια τώρα
Κι αυτός 4 χρόνια τώρα γύρναγε με επικυρωμένο
Αντίγραφο πτυχίου
Από δουλειά σε δουλειά
Ξύπναγε με αυτό κοιμόταν με αυτό
Τον απολύανε με αυτό
Σκούπιζε τραπέζια με αυτό
Τύλιγε ψάρια με αυτό
Σκούπιζε παχυλούς κώλους με αυτό.

Κι αυτή
Άφηνε την τηλεόραση ανοιχτή να παίζει βουβή
Την ηρεμούσε
Ηρεμούσε και το μωρό, ησύχαζε από τα κλάματα
Και οι δυο τους, μάνα και γιος ησύχαζαν.
Με το δικό της επικυρωμένο αντίγραφο πτυχίου
Σκούπιζε τα τζάμια του σπιτιού,
Κι ας έβγαινε με δυσκολία η βρώμα της  πόλης,
Με το δικό της πτυχίο
Έστρωνε το τραπέζι
Σκέπαζε το μωρό στην κούνια
Έπλενε τα πιάτα
Σκούπιζε τα δάκρυά της.

Φώναζε μεθυσμένος την γυναίκα του μες στο σκοτάδι
Εκείνη έκανε τάχα πως δεν τον ακούει λόγω βροχής
Στο τέλος θα του άνοιγε την πόρτα
Θα έπεφτε σιωπηλή για ύπνο δίπλα του
Θα τον συγχωρούσε
Άλλωστε κάθε υγιής οικογένεια είχε και από τέτοια
Π ε ρ ι σ τ α τ ι κ ά
Που και που.
Κάθε υγιής οικογένεια με επικυρωμένα αντίγραφα πτυχίου…


Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Σε σκέπασαν με το Φθινόπωρο





Συντρόφευαν τη στερνή σου ανάσα 
Εικόνες από κείνο το ταξίδι στην ανατολή.
Ήσουν στο κρεβάτι κι έφευγες 
Και σιμά σου εμείς να ψιθυρίζουμε θλιμμένοι.
Έλεγες φωναχτά στον ύπνο σου
Ότι είσαι σε ένα αμάξι που τρέχει συνοδηγός,
Κοιτάς τα όμορφα τοπία να περνούν γραμμές πράσινες
Έξω από το παράθυρό σου, αχνίζει η ανάσα σου στο τζάμι,
Αγγίζεις νοητά τα έξω με το χέρι σου,
Θέλεις να αγγίξεις τα λιβάδια, την ομορφιά.
Γελάς στον ύπνο σου.

Κι εμείς
Εμείς ακούγαμε και δακρύζαμε
Ξέροντας.
Έξω ερχότανε φθινόπωρο εδώ και μήνες
Κι όλο το περιμέναμε,
Μα έμενε ένα καλοκαίρι επίμονο,
Κι όλο περιμέναμε,
Τραβάγαμε τα παιδιά μας από το χέρι με το ζόρι
Να πάνε στα σχολεία,
Δέναμε κόμπο τις γραβάτες μας να πάμε στα γραφεία
Κι όλο περιμέναμε,
Να δούμε κίτρινα φύλλα στους δρόμους,
Να δούμε βροχές πάνω στις πλατείες.

Ήσουν στο κρεβάτι τότε και έφευγες,
Σιμά σου εμείς σκυθρωποί κλεφτά κοιτάζαμε την ώρα.
Είπες ότι είσαι σε ένα αμάξι συνοδηγός,
Τρέχετε μέσα σε απέραντα λιβάδια,
Είναι  Αύγουστος στο όνειρό σου,
Ήταν Αύγουστος όταν έγινε η στιγμή το σάβανό σου.
Ο αέρας παίρνει τα μαύρα σου μαλλιά προς τα πίσω,
Της χαϊδεύεις το μάγουλο, γυρίζει και σε κοιτάζει ευτυχισμένη.

Άφησες έναν λυγμό να πνιγεί μες στο λαιμό σου,
Έλεγες ότι τα πράσινα λιβάδια τελείωναν
Έπεφτα φύλλα και ψιχάλες από ψηλά.
Έβλεπες κίτρινα φύλλα παντού,
Κίτρινα φύλλα στο πρόσωπό της,
Κίτρινα φύλλα στο χαμόγελό της.
Ήρθε το φθινόπωρο, είπες σιγά,
Κι έφυγες.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο θλιβερός στόλος της Ανταρκτικής





Ήταν όπως άγγιζες το δέρμα του
Ξεπετάγονταν από τους πόρους μαύρα περιστέρια.
Οι γυναίκες του συχνά αναρωτιόντουσαν γιατί θεέ μου
Αφού η επιδερμίδα είναι λευκή,
Κάτασπρη σαν χλωμό φεγγάρι πάνω από την Ανταρκτική.
Στο τέλος απογοητευμένες παίρνανε το δρόμο της
Επιστροφής.
Μπορούσες να δεις στις μεγάλες εποχές δόξας του,
Τις σχεδίες των γυναικών να πλέουν ήρεμες στον ωκεανό
Να γυρνάει πίσω το θηλυκό τσούρμο
Κι αυτός αγέρωχος να στέκεται στην παγωμένη στεριά
Να τις παρατηρεί καπνίζοντας μια πίπα
Σαν θαλασσόλυκος μιας αιώνιας ακτής που έχτισε μόνος
Και παγιδεύτηκε εκεί.
Γιατί έχει μαύρη ψυχή και δεν αγαπά
Κι οι σχεδίες φεύγανε όλες μαζί, στόλος αστείος και θλιβερός,
Με τα φαναράκια στα χέρια των γυναικών
Να φωτίζουν κίτρινα τα πρόσωπά τους
Και να κάνουν αντανακλάσεις στο σκοτάδι του ωκεανού
Και της νύχτας.


Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Σόδα με χάπια








Υπάρχει αυτή η ιστορία που την αφηγούνται ψίθυροι
Και συνεχίζει να μένει για λίγα λεπτά ακόμα μέσα στο θολωμένο σου μυαλό,
Τα πρωινά που ξυπνάς με πονοκεφάλους και κράμπες και βρισιές,
Ακολουθώντας τους δείκτες του ρολογιού όλη την μέρα ,
Ακροβατείς πάνω τους, πηδάς από τον ένα δείκτη στον άλλον
Παλεύοντας, πασχίζοντας να προλάβεις το χρόνο
Να βγεις μπροστά από αυτόν,
Μπας και ξεκλέψεις στιγμές για ένα τσιγάρο σε κάποιο πεζοδρόμιο
Αυτής της βρώμικης πόλης
Που εν τέλει δεν είναι κάποιο απλό πεζοδρόμιο
Είναι εκεί που ξεκλέβεις χρόνο μια ζωή γιατί μέσα στα παράθυρα αυτά δουλεύεις
-          αν είσαι τυχερός μια ζωή -
Και κάπως έτσι πάει όλο το πράγμα μέχρι αργά το απόγευμα,
Μέχρι να πας σπίτι να σκεφτείς στα γρήγορα τι επιλογές έχεις να φας,
Τι ειδήσεις έχεις να φας καθώς θα ξεχωρίζεις στην άκρη του πιάτου σου τις καμένες πατάτες και τις φτωχές ευχές,
Κι αν όλα αυτά δεν χωνεύονται και σε ξαγρυπνούν ιδρωμένο και σκασμένο
Τα βράδια,
Έχεις πάντοτε την επιλογή της σόδας και των χαπιών
Να σε κουράρουν μέχρι το άλλο πρωί.
Αλλά υπάρχει κι αυτό το παράδοξα τρομαχτικό πραγματάκι με αυτή την ιστορία
Σκάει μες στο κοιμισμένο σου μυαλό σαν φυσαλίδα αέρα
Πάντα λίγο πριν ξυπνήσεις
Πάντα πριν ανοίξεις τα μάτια και σιγοβλαστημήσεις.


Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Κάνε μια ευχή



                                       



Το αστέρι έπεσε και ξεστόμισες μια ευχή,
Όσο και αν προσπαθείς δεν θα το προλάβεις.
Μα αν είναι κάτι να καεί ας καεί αυθόρμητο, 
Όταν είναι να βγει από τα χείλη – κι ας μην βγει όλο.

Γύρω από το πρόσωπό σου χόρευε συρτάκι ο γαλαξίας,
Ή ο ένας του βραχίονας μάς αγκάλιαζε στοργικά.
Μα εμένα πάντα μου έμενε τελευταία η οργή σε όλα
Κι όπως σε έβλεπα να με χαϊδεύεις στα πόδια σου,
Να αιωρούνται από πάνω μου τα μαλλιά σου,
Ήθελα να σε πνίξω βαθιά μες στη θάλασσα τη μαύρη
Εκεί μέσα στα βράχια να σε σφηνώσω σαν μαρμαρωμένη γοργόνα
Άλλων εποχών
Κι εκεί να με περιμένεις μέχρι να γεράσω
Μέχρι να γνωρίσω κι άλλες αγάπες
Για να καταλάβω στο τέλος το σφάλμα, να νοσταλγήσω εσένα
Που με καρτερούσες πάντα σε μια θάλασσα, 
Να νοσταλγήσω εσένα τη μοναδική αγάπη. 
Και γέροντας πια
Και ηττημένος,
Με τα πλευρά να πασχίζουν να σκίσουν το δέρμα μου,
Γέροντας να μπω σαν υπνωτισμένος μες στη θάλασσα
Ένα βράδυ με πεφταστέρια,
Να ψιθυρίζω το όνομά σου καθώς βουλιάζω σιγά σιγά
Καθώς με σπασμούς θα κοιτάω για τον βράχο που σε είχα κρύψει
Λίγο πριν ξεστομίσω αργοπορημένος την τελευταία μου ευχή
Και φτάσει σαν μια μεγάλη φυσαλίδα στην επιφάνεια του νερού…


Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Βουλιάζοντας μέσα σου





Το μέρος όπου θα πεθάνω
Το αγγίζω ψηλαφητά με το νου,
Είναι ένα σώμα γυναικείο,
Αλειμμένο με αρωματικό λάδι.
Είναι μια πλάτη απαλή με καμπύλες
Που τραβάν προς τα κάτω
Κι ενώνονται και τέμνονται,
Μπερδεύονται σε ένα κύκλο ζωής.
Αυτό άλλωστε έκανα από πάντα,
Άγγιζα την όψη του θανάτου,
Πάλευα να καταλάβω
Χωρίς να βλέπω τα χαρακτηριστικά του.
Νόμιζα διάφορα, νόμιζα θάλασσες,
Περίεργες λίμνες και βουνά,
Σεληνιακά τοπία βυθισμένα στη φαντασία.
Αλλά είναι γυναίκα,
Είναι η πλάτη μιας γυναίκας
Κι όσο κοντοζυγώνει ο καιρός να φύγω
Τόσο γίνεται ο χρόνος μια βεβαιότητα,
Ένα βαρίδι γκριζωπό που με τραβάει
Προς τα κάτω,
Προς το σκοτάδι,
Εκεί που όλα τέμνονται,
Εκεί που όλες οι καμπύλες τελειώνουν.





Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Η παραμόρφωση που έγινα στην πορεία







Κυνηγάμε χίμαιρες, το ξέρω
Έτσι που να λες κάποια στιγμή
Γιατί τα κάνω όλα αυτά -
Η φωνή μέσα μου ίσως είναι αέρας με σκόνη
Τυλίγει σε μια παραμόρφωση τα πρόσωπα γύρω μου,
Μα πρώτα σπάζω τους καθρέπτες
Γιατί αυτό που βλέπω δεν είμαι εγώ,
Δεν είμαι αυτός που ξεκίνησα να γίνω,
Είμαι η παραμόρφωση που έγινα στην πορεία,
Είμαι ένας άλλος μισός,
Ένα τραβηγμένο Ο σε μια σκοτεινή γωνία.
Γιατί τα κάνω όλα αυτά;

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Σίριαλ αγάπης και φόνου





Κάποιος επέβλεπε πέρα από τον φράχτη ενώ οι άλλοι σέρνανε τα κομμάτια από χαλκό στις πλάτες τους, έκανα τα στραβά μάτια κι ας με κατάλαβαν εκείνοι, κοντοστάθηκαν και με ζύγισαν, δεν ήμουν τέτοιο καρφί, τους άφησα να κάνουν τη δουλειά τους και συνέχισα τη δική μου. Με κατάλαβαν κι αυτοί, δεν θέλανε φασαρίες βραδιάτικα, με άφησαν να συνεχίσω μέσα στη βροχή.
Υπήρχε κι εκείνος ο γέρος με τη φυσαρμόνικα ένα στενό πιο δίπλα τους, έπαιζε που και που κάποιον ήχο, του φωνάζανε όμως από πάνω κάτι κυράτσες με όμορφα βαμμένα νύχια και ξανθά μαλλιά, με χοντρές κοιλιές και πεσμένα βυζιά, αυτές με την έτοιμη ατάκα ΄΄δεν μ αρέσει η θάλασσα, προτιμώ το βουνό’’ και συ αν είσαι συμβιβασμένος αποδέχτης όλων των σκατών της καθημερινότητας, αποδέχεσαι και αυτό και χαμογελάς ευγενικά στην οικτρή ατάκα τους περί βουνών – και ίσως πεις κι ένα καλό κοπλιμέντο του στυλ ΄΄μμμ σας αρέσουν πιο εναλλακτικά μέρη, πιο ίσως ψαγμένα…’’
Μα είναι αστείο και το ξέρεις, αν είσαι τρελός απλά τις φτύνεις στην μάπα και στρίβεις ή απλά ξερνάς στο επόμενο στενό, ή απλά γίνεσαι ο γέρος με τη φυσαρμόνικα που παίζει που και που θλιμμένες νότες και τον βρίζουν οι κυράτσες από τα γύρω παράθυρα, μια του πετάει μήλο, μια άλλη λέει για αστυνομίες, μετά όμως μαζεύονται σιγά σιγά και κουρνιάζουν στους καναπέδες τους καθώς αρχίζουν τα σίριαλ αγάπης και φόνου και ανεκπλήρωτου έρωτα, προέκταση των βιβλίων που διαβάζουν τα μεσημέρια ή πριν κλείσουν το φως και γυρίσουν πλάτη στον ευνουχισμένο σύζυγό τους – αγάμητες άλλο ένα βράδυ κλιμακτηριακό – αυτών των βιβλίων με τα πανομοιότυπα εξώφυλλα  - μια γυναίκα πανέμορφη, το πρόσωπό της, ένα πέπλο και μια θάλασσα ή ένα ηλιοβασίλεμα – αυτών των βιβλίων με τα χαμένα καλοκαίρια, τους χαμένους έρωτες, τα διλήμματα της Σίλβιας και της τάδε άλλης γκόμενας, αυτά με τις τόσες χιλιάδες ανατυπώσεις και πορδές ψευτοερωτισμού και προβληματισμού, που γράφουν άλλες χειρότερες αγάμητες κυράτσες.
Είναι είδος τελικά και παίζει να είναι και το κυρίαρχο πάνω στη γη. Στην χώρα αυτή σίγουρα. Οι αγάμητες κυράτσες κυβερνούν, καθορίζουν τα πάντα, καθορίζουν τα ράφια, τις διαφημίσεις, τα σεντόνια που θα κοιμηθείς, τις ειδήσεις που θα δεις, τις ΜΚΟ που θα ιδρυθούν, τις ΜΚΟ που θα διαλυθούν, τα όνειρα που θα κάνουν τα παιδιά τους, τα όνειρα που θα σκοτώσουν τα παιδιά τους.
Απομακρύνομαι με την φυσαρμόνικα να με συνοδεύει, μπαίνω στο θέατρο, είναι κάτι σαν υπνωτικό με δόση κουλτούρας το έργο, κοιτάζω γύρω μου, τις βλέπω παντού καθώς εκτελούν το έργο του Παπαδιαμάντη, όλες είναι εκεί, φκιασιδωμένες τίγκα, χαζεύουν με βλέμμα 1000 σοφών το έργο που εγώ δεν καταλαβαίνω, που με ξενίζει γιατί δεν είναι αυτό που διάβασα στο βιβλίο και ναι είμαι ιδιότροπος αλλά δεν με αγγίζει και ξεφυσάω εδώ και κεί, ιδρώνω. Μια με κεραυνοβολεί με βλέμμα αυστηρό, την αγνοώ. Ο Παπαδιαμάντης πεθαίνει και μαζί του και η Φόνισσα μπροστά στα μάτια μου κι εγώ κοιτάζω ανήμπορος, ξέροντας γιατί, ξέροντας και τον δολοφόνο, μα δεν έχω δύναμη να αντισταθώ, να φωνάξω, γιατί το ξέρω δεν θα αλλάξει κάτι, κι αυτό είναι ένα θλιβερό ρέκβιεμ για την ποίησή μου εδώ και καιρό, αυτή η πόλη εδώ και καιρό με έχει αλλάξει. Με παρασέρνει στη δίνη της, συμβιβασμός, είναι τόσα πολλά τα ερεθίσματα, αυτά τα άσχημα, που σε αφοπλίζουν από το χαρτί και τις λέξεις, κλείνεσαι και παραδίνεσαι στο εαυτό σου, διαβάζεις λίγο Σάλιντζερ ό,τι υπάρχει από την αρχή πάλι, διαβάζεις λίγο τα Παρίσια του Μίλερ, λίγο Χέμινγουέι και ηρεμείς κάπως. 
Οι κυράτσες σηκώνονται και χειροκροτούν, ακούω μία πίσω μου να αναφωνεί ΄΄εξαίσιο !!’’, μία άλλη ρωτάει αν τελικά η Φόνισσα ήταν μήπως η μάνα του Παπαδιαμάντη, βλαστημώ και φεύγω.
Πάω στα σκέλια της Τζ. και μένω εκεί όλο το βράδυ απαρηγόρητος μα και συνάμα ανακουφισμένος, με χαϊδεύει και μου τραγουδάει Χατζιδάκι, χαϊδεύει την πλάτη μου, φιλάει το λαιμό μου, ξανακάνουμε έρωτα. Υπάρχουν φορές που θέλω να πεταχτώ και να αρχίσω να γράφω μα είναι σαν μια κλεψύδρα με σκόνη λαχτάρας μέσα που όμως τελειώνει γρήγορα. Την ξαναγυρνάω να χυθεί μα έχει κολλήσει στην βάση. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα τώρα τελευταία.
Μου λέει ότι είμαι ένας γκρινιάρης και να αποδεχτώ πως κάποια πράγματα δεν πάνε επιτέλους με τα νερά μου, της λέω ότι απλά το άσχημο με πονάει, και δεν εννοώ ομορφιά και εξωτερικά γνωρίσματα και τέτοια, εννοώ άλλα, αυτά που είναι μέσα και βγαίνουν προς τα έξω και χαλάνε τις μέρες. Μου λέει ότι φταίει η κρίση μα της λέω τα λεφτά μου αρκούν και δεν έχω πρόβλημα, κάτι άλλο φταίει. Γελάει και με παίρνει αγκαλιά. Έχει μαύρα μαλλιά και μπλε μάτια και είμαστε μια τραγωδία σκέφτομαι.
Κλαίγοντας σχεδόν της λέω για την κλεψύδρα που έχει κολλήσει, της λέω για τις κυράτσες, τις λέω για τον γέρο σε κείνο το σοκάκι και για τη φυσαρμόνικα. Με ρωτάει σε ποιο στενό τον είδα, της απαντάω αμέσως. Με σφίγγει στην αγκαλιά της.
Έπειτα ντύνεται και χάνεται στη νύχτα και στη βροχή.

Το επόμενο βράδυ είμαι πάλι στη Τζ. και της κάνω έρωτα. Μετά ξαποσταίνω και κάνω τσιγάρο. Με πλακώνει το ταβάνι. Της το λέω. Δεν αποκρίνεται.
Κυκλοφορεί ένας δολοφόνος σε αυτή την πόλη, βγαίνει τα βράδια και σκοτώνει ανθρώπους. Μοναχικούς ανθρώπους. Οι τελευταίες ειδήσεις λένε ότι ίσως πρόκειται για γυναίκα. Έτσι λένε.
Γελάει και μου σκάει ένα φιλί. Την ρωτάω που ήταν όλο το βράδυ χτες και γύρισε με βρεγμένα ρούχα μέχρι το κόκαλο. Με λέει χαζό.
Σηκώνομαι και πάω στο σαλόνι. Κάνω ζάπινγκ στα κανάλια ενώ τρώω το παγωμένο φαγητό μου. Κυράτσες παντού εκθέτουν με σοβαρό ύφος τα προβλήματά τους. Αλλάζω κανάλια συνέχεια μέχρι που πέφτω σε μια είδηση. Νεκρός ένας ηλικιωμένος άστεγος, είχε μια φυσαρμόνικα λένε κάποιες γειτόνισσες περίλυπες. Ο δολοφόνος της πόλης χτύπησε και πάλι, προσθέτει ο δημοσιογράφος. Ζαλίζομαι και ανακατεύομαι.
Έλα στο κρεβάτι, μου λέει απαλά η φωνή της από μέσα.
Σηκώνομαι και πάω.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Μωβ χαλάσματα





Ήμουν κάποτε η ψυχή της παρέας
-          Είπα στον εαυτό μου -
Τώρα βλέπω τα παλιά στο ταβάνι
Βλέπω και τη ψυχή μου.
Έχουμε κάπως αλλάξει
Έγινε ιδιότροπη όλο γκρίνια.
Σκαρφαλώνει εκεί ψηλά
Και με αρνείται.
Μόνο όταν της τραγουδάω μερεύει
Και κατεβαίνει.

Η νύχτα σκύβει πάνω μου
Σαν θάλασσα κι όλο με ρωτά
Ηλίθιες ερωτήσεις
Που πονάνε.

Οι γυναίκες πονάνε.
Μα μην τους το πεις
Θα περηφανεύονται όπως οι μύγες
Πάνω από τα ψοφίμια
Ένα ζεστό μεσημέρι του Αυγούστου.

Το τραγούδι ήρθε στο μυαλό από τα χαλάσματα
Το πάπλωμα ήταν μωβ
Και ήσουν κουλουριασμένη με αυτό
Σε μια γωνιά.
Είχε μια αναθεματισμένη ζέστη
Όπως απόψε,
Ίσως πιο πολύ.
Έκλαιγες κι έλεγες διάφορα λογικά πραγματάκια
Λογικά όλα
Κανείς δε σε κατηγόρησε.

Βγήκα από τα χαλάσματα λειψός.
Περπάτησα στην πόλη
Για ώρα,
Περπάτησα χρόνια,
Μεγάλωνε το σώμα
Ωρίμαζε
Άλλαζε κι η πόλη.

Εκείνο το μωβ δωμάτιο που σε αγάπησα
Τσαλακώθηκε
Έγινε μουτζούρα
Έγιναν χαλάσματα.
Έγινε πληγή στα μάτια
Και ποίηση στην καρδιά.
Έγινε τραγούδι.

Η ψυχή μου ήρεμη

Θαρρώ πως κατεβαίνει σιγά σιγά.

Έρχεται προς τα κάτω.






Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Oδυσσέας





Τις προάλλες ήμουν στο μαγαζί
Ενός παιδικού φίλου
Μπήκε ένας γέρος μέσα
Και μάς άρχισε την πάρλα
Κατά βάση αυτά που μας είπε
Ήταν ένα μάτσο μαλακίες
Αλκοολικές μαλακίες
Αλλά δύο ιστορίες
Τις κράτησα
Από τη μία
Άρχισα να καπνίζω καρέλια
Από την άλλη
Έγραψα αυτό το ποίημα
Η δεύτερη πήγαινε κάπως  έτσι:

Ήξερα μια γυναίκα
Που κάθε  μήνα άλλαζε πρόσωπο
Την θυμάμαι από παιδί κοντά μου
Κολλημένη
Το κεφάλι της δίπλα στο δικό μου
Κοιμόμασταν μαζί
Μου έλεγε ιστορίες
Με φίλαγε όποτε δάκρυζα
Από παιδικές ανοησίες
Και εφιάλτες

Οι δικοί μου με πήγαν σε γιατρό
Μου λέγαν πως δεν υπάρχει καμία
Έκανα πως συμμορφώνομαι.

Όσο μεγάλωνα άλλαζε πρόσωπο
Και κάθε φορά της έλεγα
Ψέματα ότι την αγαπούσα
Δεν ασχήμαινε
Ίσως μάλιστα να γινόταν και πιο ωραία
Αλλά εγώ έμενα ερωτευμένος
Με την πρώτη της μορφή
Έκανε πως με πίστευε
Όταν της έλεγα πως την αγαπώ
Μέχρι που χάθηκε εκεί γύρω στα 20

Τυχαία ένα βράδυ, δεκαετία μετά,
Σε μια παρέα πίναμε κρασί
Ήρθε μια κοπέλα
Ήταν αληθινή
Γιατί την είδαν κι άλλοι
Μου είπε ξέρω σχεδόν τα πάντα για σένα
Και με κέρασε κρασί
Της είπα
Εγώ δεν ξέρω τίποτα για μένα
Μόνο κάπου θυμάμαι
Το πρόσωπό σου.

Την γύρισα σπίτι της με το αμάξι
Μου έλεγε πόσο νευρικά οδηγάω
Και πώς να προσέχω
Όταν έφυγε δεν γύρισε να με κοιτάξει

Τώρα πια καταλαβαίνω ποια ήταν
Ήταν αυτή που αγαπούσα
Κι όμως την άφησα να φύγει
Ίσως να ήθελα από όλες τις μεταμορφώσεις της
Να κρατήσω την τελευταία
Ίσως απλά φοβήθηκα τη δύναμή της.

Ο γέρος αυτά είπε και συνέχισε με άλλες ιστορίες

Άρχισα από τότε να καπνίζω καρέλια
Σαν μανιακός

Μετά από λίγο καιρό άρχισα και να την ψάχνω.





Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Nτροπή -1





<<Η διατύπωση της νομοτεχνικής προσθήκης του κου Στουρνάρα, για την απασχόληση ανέργων σε ολιγόμηνα προγράμματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (που αφορά στο πρώτο άρθρο της τροπολογίας του ΠΑΣΟΚ), προβλέπει καθαρές αμοιβές «κατά παρέκκλιση της ισχύουσας νομοθεσίας», ύψους 19,6 ευρώ ημερησίως και όχι μεγαλύτερες των 490 ευρώ μηνιαίως - ενώ για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών, οι απολαβές δεν θα ξεπερνούν τα 427 ευρώ μηνιαίως.



...τα 490 ευρώ είναι όντως χαμηλός μισθός - αλλά μην ξεχνάτε πως μιλάμε για ανέργους. Θα είναι μια ανακούφιση γι' αυτούς». >> ---- Υπουργός Οικονομικών 

 



αλλά μην ξεχνάτε πως μιλάμε για ανέργους.

αλλά μην ξεχνάτε πως μιλάμε για ανέργους.


αλλά μην ξεχνάτε πως μιλάμε για ανέργους.


αλλά μην ξεχνάτε πως μιλάμε για ανέργους.



Όπως λέμε ζόμπι ή κάτι σαν πεινασμένους άθλιους σκύλους που ψωμί 10 ημερών να τους δώσεις το αρπάζουν λαίμαργα ε?

Ντροπή.



Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Tο όνειρο της Μ.









Αναγκάστηκα να χτυπήσω πιο δυνατά την πόρτα.
Η τύπισσα, αγουροξυπνημένη, ήταν γυμνή και κάπνιζε
Μια οδοντογλυφίδα,
Κακό κουσούρι σκέφτηκα,
Μπορεί να την καταπιείς καμιά φορά, της λέω.
Χαμογέλασε
Και κατάπιε την οδοντογλυφίδα.
Ανατρίχιασα και κοίταξα πίσω προς το δρόμο,
Συννεφιασμένο πρωινό Παρασκευής.
Θα στέκεσαι για ώρα εκεί, με ρωτάει
Ξαφνικά ένιωσα φόβο
Και ίσως μοναξιά
Ψηλάφισα στην τσέπη μου το πακέτο
Με τα λιωμένα τσιγάρα
Η φωνή μου είχε ένα τρέμουλο παιδικό
Δεν ξέρω τι να κάνω, της λέω
Δεν πιστεύεις σε αυτά κι όμως ήρθες, μου λέει
Σκότωσα έναν άνθρωπο σήμερα, της κάνω
Συνέχισε, μου κάνει και ξύνει το μάγουλό της
Είναι ωραία, σκέφτομαι
Την έπιασα με άλλον και την σκότωσα
Δεν   
     Ξέρω
            τι να κάνω
                          μάγισσα
Βάζω ένα λιωμένο τσιγάρο στο στόμα
Σκέτος καρκίνος αυτό το πράγμα, μου λέει
Και βάζει το χέρι της βαθιά μέσα στο λαιμό
Κάνει να ξεράσει και βγάζει μια οδοντογλυφίδα
Αρχίζει να την μασάει πάλι
Αρχίζει να γελάει
Θέλω να την σκοτώσω
Θέλω να της κάνω έρωτα
Δεν σκότωσες κανέναν μου κάνει, γελώντας
Είσαι ο φόβος στο μυαλό μιας γυναίκας που κοιμάται
Δίπλα σου.
Δεν σκότωσες κανέναν
Είσαι απλά ο φόβος της κι εγώ ο καθρέπτης σου.





Ξύπνησα
Είχα ξεχάσει την οδοντογλυφίδα στο στόμα μου.
Ο Η. κοιμάται δίπλα μου.
Λέει ότι με αγαπάει
Αλλά ώρες ώρες…
Θεέ μου πόσο άσχημη είμαι στα όνειρά μου.

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Shark's head





Jack threw the riffle out of his mind
Like shark’s head
Out of the sea-moon light
This wasn’t a proper thought
This wasn’t even the right
But who cares now she’s gone in the night
Her love swallows another guy

Jack threw the riffle out of his mind
Like shark’s head out of the night

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Nηστίσιμο δείπνο







Σύρε με εδώ
Παράτα με
Τα σκυλιά
όταν νυχτώσει
Θα ρθουν
να γευτούν
σάρκα
και δεν
θα υπάρχει
τίποτα
πέρα
από μια γλυκιά
μελωδία
μακρινή
κι ένα
αντίο.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Αστικός εφιάλτης






Η μέρα κύλαγε προς το βράδυ
Τελείωνε
Χωρίς καμία διαφορά
Τα λεφτά δεν υπήρχαν
Η γυναίκα δεν υπήρχε
Η διάθεση δεν υπήρχε
Το ποτό δεν υπήρχε
Η θέρμανση δεν υπήρχε
Η ποίηση δεν υπήρχε καιρό
Υπήρχαν μόνο
Εικόνες
Από τη δουλειά
Έκλεινες την πόρτα
Κι αυτή – μέρος της –
Εισχωρούσε μέσα στο 34αράκι

Υπήρχαν τα αίματα που ξέρναγε ο μικρός
Που πνιγόταν πάνω στο φορείο
Υπήρχαν οι κόρνες του ασθενοφόρου
Και η σειρήνα
Τα αμάξια που δεν άνοιγαν δρόμο
Υπήρχε η μάνα που έκλαιγε
Η ποδιά η  κόκκινη
Η προσπάθεια μήνες τώρα σε αυτή την πόλη
Να γράψω κάτι
Και να μην βγαίνει

Υπήρχαν οι εφημερίες
Οι ιώσεις
Οι γαστρεντερίτιδες
Ο ψυχίατρος που γέρασε κι έπινε
και ξάπλωνε να πεθάνει στο πεζοδρόμιο
που έκλαιγε όλο το βράδυ για τη ζωή του
στο εφημερείο,
ο πόνος στο στήθος της γυναίκας
που ήταν καρκίνος
κι ό χ ι κ ά τ ι  άλλο

η προσμονή να ξημερώσει 
να γίνει η αλλαγή στο πόστο 

υπήρχε η απορία σου κάθε βράδυ
γιατί είμαι έτσι θλιμμένος
τι έχω
δεν σε σκέφτομαι
δεν σε θέλω
δείχνω αλλού,
εκεί σε σένα
είχε συνέχεια χιόνι
οι μέρες είναι μικρές,
ακούς άσχημα πράγματα για δω,
γιατί δεν γράφω πια,
η ξενιτιά λες είναι ανυπόφορη

υπήρχαν λοιπόν όλα αυτά
καθώς η μέρα τελείωνε
συνηθισμένη μέρα
υπήρχαν αυτά
που με κράταγαν κάποιες ώρες άυπνο
κι ο ύπνος δεν ήταν ποτέ αρκετός

και σηκωνόμουν χωρίς όνειρα
κι ονειρική ζάλη
και
κατουρούσα
κι έπινα νερό
κι έριχνα νερό στο πρόσωπό μου


όχι, έλεγα,
δεν συμβαίνει αυτό.





Bonobo J.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Μπουρμπουλήθρες ονείρων







Κλαίγοντας μπήκε στο υπνοδωμάτιο,

Τη ρώτησα τι έχει,

Με κοίταξε και κάτι πήγε να πει

Μα εξαφανίστηκε μεμιάς.

Ανοιγοκλείνω

Πάλι

τα μάτια μου.

Οι οπτασίες της πληθαίνουν,

Όσο ο καιρός γίνεται πιο ζεστός

Οι οπτασίες της θα πληθαίνουν.

Φυσάω τα όνειρά μου στο ταβάνι

Χτυπάνε άρα εκεί κι επιστρέφουν  θλιμμένα

Ή βρίσκουν κάπου ψηλά στ’αστέρια

Τα δικά της.

Κι έτσι απορώ

Κι έτσι ιδρωμένο με βρίσκει η νύχτα

Να κεντάω τα χέρια σε μια απραξία,

Να κάνω έρωτα

Με μια φευγαλέα οπτασία -

Καθώς μπουρμπουλήθρες ονείρων σπάνε γύρω μου

Με κρότο

Και η χρυσόσκονη βάφει με αίμα τους τοίχους.

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Requiem in D minor






Ξυπνάω με μια ανάσα που πασχίζει δύσκολα να βγει από τα πνευμόνια, αντικρίζω έναν βαρύ μαύρο ουρανό από πάνω μου, είναι έτοιμος για άγρια μπόρα, αλλά πεταρίζω πάλι λίγο τα μάτια και χάνεται, είναι απλά το ταβάνι μου τώρα και από τα πλάγια με χτυπάει το κρύο που μπαίνει από το παράθυρο. Συνέχεια μπατάρω τα κενά μα δεν γίνεται δουλειά και το κρύο βρίσκει τώρα να μπαίνει. Απλά σκεπάζομαι.
Η αιθαλομίχλη είναι περισσότερο μια ιδέα που με βαραίνει, ήρθα σε αυτή την πόλη για να γεράσω, αυτό λέω στον εαυτό μου μέρα με την μέρα καθώς ο χειμώνας κυλάει και μέσα στον Μάρτη και  η ποίηση με αφήνει μέρα με τη μέρα, η πόλη αυτή θα με γεράσει γλυκιά μου μούσα.
Δεν υπάρχουν λεφτά αλλά και τα λίγα που παίρνουμε λέμε κι ευχαριστώ, συμβιβασμός είναι η λέξη για την απώλεια, για την φθορά, για την ήττα, κάνω τσιγάρο κάπου στο Σύνταγμα, απέναντι η Βουλή μοιάζει υπέροχη, αν ήσουν εδώ θα σε πήγαινα για ένα ποτάκι στου Τζέιμς Τζόυς το παλιοστέκι, μα δεν είσαι εδώ και σκέφτομαι όλο τον σκυθρωπό κόσμο που περνάει, όλα τα πρεζάκια που σέρνονται. όλα τα κορίτσια που γαμιούνται για ένα τίποτα, σκέφτομαι αυτά και καπνίζω γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορώ να κάνω. Ούτε να γράψω δεν μπορώ πια, λες κι όταν έφυγα από πάνω χάθηκαν όλα, τα φτερά, η ελπίδα, τα πάντα. Και να φανταστείς ούτε τηλεόραση ανοίγω πια, μου πήραν δώρο οι δικοί μου μια από τις νέες τις επίπεδες και βάζω συνέχεια από κει ραδιόφωνο έναν σταθμό με τζαζ να παίζει, γεμίζω την μπανιέρα και βουλιάζω μέσα.
Έχω σαν σκοπό στο σπίτι να μην καπνίζω, θυμάμαι πως γκρίνιαζες και θλιμμένα με κοιτούσες όποτε έμπαινες μέσα στο παλιό το σπίτι και μύριζες καπνό, τώρα που δεν είσαι εδώ εγώ δεν καπνίζω αλλά τι να το κάνεις πια, ωστόσο το τηρώ με θρησκευτική ευλάβεια καλή μου, δεν θα μυρίσεις ίχνος τσιγάρου στο νέο μου μικρό σπιτάκι. Έτσι για να λες εκεί στα ξένα που θα είσαι ότι κατάφερες κάτι κακό να μου το αλλάξεις, εκεί στα ξένα που θα είσαι, γιατί εδώ δεν σεβάστηκαν την αξιοπρέπειά σου, τον κόπο σου κι όλα αυτά που ονειρευόσουν, που κατακτούσες χρόνια με χρόνια σκληρής δουλειάς, με δάκρυα με πόνους και ανησυχίες, εδώ τα κωλόπαιδα δεν σεβάστηκαν τίποτα, τα σκότωσαν όλα, καθόρισαν τις ζωές μας σε τέτοιο βαθμό που μένω ακίνητος μέσα στο πλήθος κάπου σε μια στάση του μετρό. Δύο λεπτά για να έρθει το τρένο, επόμενη στάση τα 35 χωρίς οικογένεια και δουλειά, επόμενη στάση τα 45 ΄΄ που πήγε η ζωή μου΄΄, επόμενη στάση η θηλιά.
Ανεβαίνω την Κατεχάκη εξαντλημένος, κορνάρουν εδώ και κει. Περιμένω κανά δεκάλεπτο να περάσω απέναντι. Αν ήσουν εδώ θα συμφωνούσες ότι τα πεζοδρόμια σε αυτή την οδό είναι τόσο άθλια. Τόσο άθλια που θες να ουρλιάξεις.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

To βαλς του τυφλοπόντικα







Νυσταγμένος
τρυπώνω
μες στα σπλάχνα της πόλης
Είναι μέρα,
αυτό μάς το είπαν από χτες
στις ειδήσεις
Κινούμαι με ταχύτητα ήχου,
πρώτα ο βήχας
μετά οι πνεύμονες
Είμαι ένα κάδρο σκυθρωπό
ενός άντρα μέσα
σε βαγόνι
Οι γυναίκες περνούν
και τις παρατηρώ με την άκρη
του ματιού
Οι γυναίκες,
τις παρατηρώ.
Ένα κάδρο
κρεμασμένο
στραβά σε βαγόνι
Είναι μέρα.
Μας το είπαν από χτες στις ειδήσεις
.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Iσόγειο φως





Ξεκίνησα να γράφω μια ιστορία για την πόλη αυτή
Οι άνθρωποι είχανε λέει παγιδευτεί όλοι σε ένα υπόγειο μετρό
Που έπαιζε συνέχεια το ίδιο swing τραγούδι μιας ξεχασμένης δεκαετίας
Οι δρόμοι είχαν αδειάσει, τα μαγαζιά το ίδιο, οι καφετέριες, τα πάντα.
Ένα φως
πάνω στη γη
έλουζε μαγευτικά χρυσό
         σαν φωτοστέφανο τα πάντα.
Οι άνθρωποι ήταν κάτω από τη γη και τρομαγμένοι άκουγαν swing.
Στη συνέχεια έριξα κατά λάθος λίγο κρασί στην σελίδα
Και το άσπρο γρήγορα έγινε κόκκινο, όλες οι λέξεις κόκκινες
Σκέφτηκα αστραπιαία μια μεγάλη σφαγή, ένα λουτρό αίματος
( Το χαμόγελό σου κάπου στη Γερμανία )
Η μουσική όμως να παίζει κολλημένη στο ίδιο τραγούδι
Έδιωξα την ιδέα αμέσως
Κι όλα αυτά μου φάνηκαν γελοία,
Έκλεισα με δύναμη τον διακόπτη καθώς άλλη μια στείρα νύχτα τελείωνε,
Έπεσα για ύπνο.

Την επομένη το μετρό
θα με έπαιρνε πάλι
στο υπόγειο
σκοτάδι
Και λίγα λεπτά μετά θα με έφτυνε
σκυθρωπό
στο ισόγειο φως.
Κάποιος έχει βάλει
Swing
Πρωινιάτικα.
Δεν         έχει           καθόλου              κίνηση.
Ανατριχιάζω.
Πού
    είναι
           όλοι
              ;

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Δύο χιλιάδες δέκα χρόνια μετά






Βάλε το βράχο θηλιά  
γύρω απ’τη ζωή σου
Φίλα το
χέρι που προσκυνάς
Ένα αδιάβροχο είναι
η ψυχή σου
σαν τα σεντόνια που πετάς
Ζύγωσε
πάλι ο καιρός κουτσός
έξω παλεύουν οι χάροι για νερό,
στον καθρέπτη χαμογελάς μισό-
λειψός,
το σώμα σου ίδιο
σκισμένο
μπολερό.

στα πρωινά σκοτώνουμε το αύριο
μα στην ζωή μας ένα βράδυ ανοιχτό,
θύμωσε ο χρόνος στο τρελάδικο
κι άρπαξε τις καρδιές μας φυλαχτό

πώς να πιστέψω στην ομορφιά
κι ας μου λες δύο χιλιάδες δέκα χρόνια μετά,
οι ίδιες φωνές στα σώματα αυτά
οι ίδιες κραυγές πετάνε στον αέρα καρφιά.

επίκληση κάνουν στον τρόμο οι καμινάδες,
καπνός φωτιάς
που γλείφει δούλους με γιακάδες,

με τα μωρά στην αγκαλιά τρέχουν ξέπνοες
οι μανάδες σε ραγισμένους αρχαίους
πυλώνες

αγάπη μου στον τόπο μας
μαζεύτηκαν οι χειρότεροι αιώνες.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Ό,τι δεν είναι εκεί







Tο όνειρο που στρέφεται και γίνεται εφιάλτης,
Στο μαξιλάρι χαϊδεύω τα μαύρα της μαλλιά 
Αλλά δεν είναι εκεί,
Αντιθέτως είναι ένας επίμονος σπαραγμός,
Έρχεται από τον πάνω όροφο, ζει καμιά θλίψη
Εκεί;
Το διαμέρισμα είναι χρόνια ερειπωμένο,
Ζει καμιά θλίψη εκεί;
Το όνειρο είναι εφιάλτης όταν ξυπνάς και δεν είναι
Εκεί
Όταν απλώνεις το χέρι και μετέωρο αγγίζει αέρα -
Ένας επίμονος σπαραγμός
Έρχεται από τον πάνω όροφο,
Ζει
καμιά θλίψη εκεί;