Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Ομίχλη


1.

Το πτώμα άνηκε στον νεαρό Τζέιμς Άνταμς,κάτοικο μιας φτωχογειτονιάς στην περιοχή του Πρόβιντενς.Ζούσε σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι πάνω το οποίο έπεφταν οι σκιές από τους ψηλούς γυάλινους ουρανοξύστες,κάπου 300 μέτρα πιο δυτικά.Ο πλούτος δίπλα δίπλα με την φτώχεια.
Εκείνο το βροχερό πρωινό είχα να κάνω κάτι βαρετές δουλειές γραφείου που συνέχεια τις ανέβαλα για τις επόμενες μέρες.Είχε έρθει όμως ο καιρός και γ αυτό ήμουν στα νεύρα από νωρίς το πρωί.Είχα και αυτόν τον μαλάκα τον διευθυντή που τις τελευταίες βδομάδες αντί γ καλημέρα μ έλεγε ΄΄Σύλλα τατοποίησε τις γαμημένες αναφορές σου και φέρ’τες επιτέλους’’.Είχε καταντήσει μόνιμη ζαλάδα στο κεφάλι μου.
Έβαλα αρκετό γαλλικό μαζί με μια κουταλιά ζάχαρη στην κούπα μου και την ακούμπησα δίπλα από το πακέτο με τα τσιγάρα.Πήρα μια βαθιά ανάσα και έβγαλα από το πρώτο συρτάρι του γραφείου μου μια στίβα χαρτιά.Διάλεξα το πρώτο πάνω πάνω και άρχισα να γράφω τις τυπικές γραφειοκρατικές βλακείες στον υπολογιστή.Στα πρώτα δέκα γράμματα είχα κουραστεί ήδη.Άναψα τσιγάρο.Τότε χτύπησε το τηλέφωνό μου.
΄΄Σύλλας,παρακαλώ?’’,μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής άρχισε να μου μιλάει αλλά επειδή γινόταν χαμός στο τμήμα,δεν άκουγα τίποτα.Γύρισα προς τον χοντρό Φρέντυ δίπλα μου που εκείνη την ώρα έβαζε τις φωνές σ έναν νέο αστυφύλακα ΄΄Φρέντυ μπορείς να βγάλεις τον σκασμό γ λίγο αγόρι μου??’’,του φώναξα αγριεμένα.Εκείνος με κοίταξε για λίγο θυμωμένα και μ έκανε κωλοδάχτυλο.Έπειτα το βούλωσε.Ξαναγύρισα στο ακουστικό.
΄΄Παρακαλώ?Είχε φασαρία και δεν άκουγα πριν…’’,είπα στην γυναίκα που με είχε πάρει πριν λίγο.
΄΄Διακρίνω νεύρα ντετέκτιβ??’’,με ρώτησε η γυναικεία φωνή που δεν ήταν άλλη από την Πόλυ.
΄΄Κακιά μέρα Πόλυ.Τι κάνεις?’’,την ρώτησα γνωρίζοντας όμως από μέσα μου ότι πάλι κάτι είχε γ μένα αυτή η ξανθιά δημοσιογράφος της City News.Το ηθικό μου κάπως ανέβηκε από την προσμονή μιας υπόθεσης που θα με έβγαζε από το σημερινό μαρτύριο.
΄΄Εγώ καλά ντετέκτιβ αλλά όχι και η φίλη μου η Κρίστι.Βρήκαν τον αδερφό της νεκρό τα ξημερώματα σε ένα σοκάκι κοντά στο σπίτι του.Πρόβιντενς,Φολ 23.’’,μου είπε η κοπέλα και σταμάτησε περιμένοντας την αντίδρασή μου.Πάντα το έκανε αυτό.Πέταγε την πληροφορία και μετά απλά περίμενε.Είχα αρχίσει να το διασκεδάζω πια.Σκέφτηκα να παίξω λίγο μαζί της.
΄΄Και που κολλάω εγώ Πόλυ?Απ’ότι ξέρω έχει τμήμα η περιοχή αυτή.’’,της απάντησα.
΄΄Έχει όντως ντετέκτιβ,αλλά θα ήθελα να το κοιτάξεις κι εσύ λίγο.Η Κρίστι είναι πολύ καλή μου φίλη και ήξερα και τον Τζέιμς,τον αδερφό της.’’
΄΄Κατάλαβα…Ε θα δω το πρόγραμμά μου για σήμερα και αν μπορέσω θα περάσω από κει να ρίξω μια ματιά.’’,εν τω μεταξύ είχα ήδη σημειώσει την οδό πάνω σε ένα χαρτάκι και είχα βάλει το πακέτο με τα τσιγάρα στην τσέπη μου.
΄΄Ευχαριστώ Σκότυ..’’,μου είπε με πιο γλυκιά φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο.
Σηκώθηκα,έσβησα το τσιγάρο που μόλις πριν είχα ανάψει και φόρεσα το παλτό μου.Τράβηξα προς το γραφείο του διευθυντή.Μπήκα μέσα χωρίς να χτυπήσω.Στις αρχές που έκανα αυτό το λάθος,με άφηνε να περιμένω για κανένα δεκάλεπτο πριν μου απαντήσει ΄΄Πέρασε’’ ο μπάσταρδος.
΄΄Γιατί δεν χτυπάς πριν μπείς??Είχα δουλειά!’’,μου φώναξε πίσω από το πολυτελές γραφείο του.Κοίταξα την μικρή τηλεόραση που έπαιζε στην γωνία ένα χαζό πρωινό σόου.Ένας πούστης χοροπήδαγε και κάτι χοντρές κυρίες τον ακολουθούσανε.Γύρισα στον διευθυντή.
΄΄Ναι το βλέπω…’’,του είπα ειρωνικά.
Εκείνος άρχισε να γίνεται πιο κόκκινος απ’ότι ήταν συνήθως.Ερχόταν μπόρα και δεν ήθελα με τίποτα να βραχώ.
΄΄Κύριε διευθυντά έχω μια σημαντική δουλειά και πρέπει να λήψω για κανα δυο ώρες.’’,του είπα με πιο μαλακό τόνο τώρα.Αλλά αντί να τον ηρεμήσει αυτό,συνέχισε να γίνεται πιο κόκκινος και το κάτω χείλος του άρχισε να τρεμοπαίζει.Η μπόρα θα ξέσπαγε.Τελικά φάνηκε να ησυχάζει κάπως.Είχε και την πίεση του να προσέχει.
΄΄Τα χαρτιά πότε θα είναι έτοιμα?’’,με ρώτησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
΄΄Αύριο το πρωί θα είναι στο γραφείο σας.’’,του απάντησα και ούτε κ γω το πίστευα αυτό.Δεν φάνηκε να τον πείθει η απάντηση μου.
΄΄Σύλλα,πρόσεξε καλά,αύριο το πρωί θα τα έχεις έτοιμα αλλιώς θα γευματίζω με τον κώλο σου για πρωινό για πολλές μέρες!’’,μου ούρλιαξε χτυπώντας το δεξί του χέρι πάνω στο γραφείο του.
΄΄Ελπίζω τουλάχιστον να είναι νόστιμος’’,του αποκρίθηκα,φεύγοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα από κει.Όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου αυτός συνέχιζε να ουρλιάζει…


2.

Τα παιδιά της Σήμανσης είχαν σαρώσει για τα καλά τον χώρο.Μια μπλε κορδέλα της αστυνομίας έφραζε την ανατολική είσοδο στο στενό,που είκοσι μέτρα πιο κάτω κατέληγε σε αδιέξοδο.Μια λίμνη ξεραμένου αίματος βρισκόταν στην αρχή του στενού.
Είχα αργήσει.Δεν ήταν κανένας εδώ παρά μόνο κάτι κίτρινα γαρύφαλλα που με κοίταζαν θλιμμένα δίπλα στην κόκκινη λίμνη.Τα σήκωσα και τα κοίταξα.Δεν ήταν από μαγαζί.Απόρρησα στην σκέψη ότι μπορούσε κάποιος ακόμα να βρει τέτοια λουλούδια σ’αυτή την πόλη.Τα άφησα πάλι ευλαβικά στο σημείο που ήταν.Άναψα τσιγάρο.
Η γειτονιά αυτή ήταν μια από τις πιο φτωχές στην πόλη.Λαθρέμποροι και πρεζόνια σκοτώνονταν ανά καιρούς μεταξύ τους.Και στο ενδιάμεσο φτώχεια και εξαθλίωση.
Θυμάμαι μια φορά έναν γερουσιαστή που ήρθε εδώ να μιλήσει.Άρχισε να λέει λόγια μεγάλα για τα αίτια αυτής της εξαθλίωσης και πως θα την αντιμετωπίσει και άλλα τέτοια.Θυμάμαι που άρχισα να γελάω και οι άνθρωποι στις πίσω σειρές με κοίταξαν απορημένοι.Ο υποδιευθυντής τότε μου είχε ρίξει ένα άγιο βλέμμα.Όταν με ρώτησε αργότερα γιατί γελούσα σαν μαλάκας εγώ του είχα απαντήσει ΄΄Αρχηγέ είναι αστείο.Ο γερουσιαστής έχει γραφείο σ εκείνους τους ουρανοξύστες.’’,του είχα αποκριθεί.
΄΄Και τι μ αυτό?Πού βρίσκεις το αστείο?’’,με είχε ρωτήσει ξαφνιασμένος.
΄΄Οι ουρανοξύστες αυτοί κρύβουν τον ήλιο από την γειτονιά εδώ και 50 χρόνια..’’,απάντησα.
Αυτός με είχε κοιτάξει σαν να έβλεπε κάποιον τρελό και είχε φύγει.
Είχε συννεφιάσει και κατάλαβα ότι ερχόταν βροχή.Το παιδί έμενε 2 τετράγωνα πιο κάτω αλλά θεώρησα καλύτερο να πεταχτώ πρώτα από το τοπικό τμήμα για να μάθω λεπτομέρειες του φονικού.Αν βέβαια οι καλοί μου συνάδελφοι δέχονταν να τις μοιραστούν μαζί μου.
Η βροχή με έπιασε λίγο πριν φτάσω στο 35ο τμήμα.Μπήκα σχεδόν τρέχοντας μέσα δείχνοντας βιαστικά την ταυτότητα μου στον φρουρό και συγχρόνως πετώντας το τσιγάρο στον δρόμο.Η γκόμενα στην υποδοχή έμοιαζε να χαζεύει ένα περιοδικό για γυναίκες και γυναικείες ανησυχίες.
΄΄Γεια σας..’’,της είπα,χωρίς ωστόσο εκείνη να σηκώσει τα μάτια της από την μαλακία που διάβαζε.Τελικά το έκανε.
΄΄Τι θα θέλατε παρακαλώ?’’,μου είπε βαριεστημένα.
Μια πίπα,σκέφτηκα από μέσα μου.
΄΄Είμαι ο ντετέκτιβ Σύλλας από το τμήμα του Φάιβ Πόιντς.Ήρθα για μια υπόθεση.Έναν νεαρό που βρήκανε σε ένα σοκάκι σήμερα το πρωί.’’
Με κοίταξε με το ίδιο χαζό και βαρετό ύφος.
΄΄Ναι.Αυτόν τον ναρκομανή.Ο υπαστυνόμος Ντέιβς τον έχει αναλάβει.Ρωτήστε αυτόν.’’,μου απάντησε και έσκυψε πάνω στο Female Beauty.
Ένιωσα το αίμα μου να ανεβαίνει στο κεφάλι.Συγκρατήσου Σύλλα,είπα από μέσα μου.
΄΄Μήπως μπορείτε να μου πείτε και που να τον βρω?’’,την ρώτησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα.Αυτή με ξανακοίταξε.Πρέπει να κατάλαβε την προσπάθειά μου να συγκρατηθώ και ίσως να τρόμαξε λιγάκι γιατί μου είπε αμέσως ΄΄Τρίτη πόρτα αριστερά.Πιθανόν να έχει δουλειά όμως…’’
΄΄Ευχαριστώ.Καλή συνέχεια..’’της είπα και έφυγα προς τον διάδρομο.
Τον ήξερα από παλιά τον υπαστυνόμο Ντέιβς.Καλό παιδί και από τους τίμιους αστυνόμους.Φαίνεται ότι είχα αρκετές πιθανότητες να μου πει για το σκηνικό του φόνου.Άλλωστε μου χρωστούσε και χάρη.
΄΄Σύλλα τι ευχάριστη έκπληξη??Πώς κι από δω?’’,με ρώτησε σφίγγοντας μου το χέρι όταν μπήκα χωρίς να χτυπήσω την πόρτα.Άσχημη συνήθεια που την προκάλεσε μια άσχημη συμπεριφορά.
Ο Ντέιβς καθόταν πίσω από το σχεδόν διαλυμένο ξύλινο γραφείο του και μασουλούσε την πάνω άκρη ενός μολυβιού.Είχε παχύνει και τα ξανθά μαλλιά του είχαν αραιώσει κάπως.Καμιά σχέδη με τον τύπο που θυμόμουν στην Ακαδημία.Κάθισα στην καρέκλα μπροστά του.Άνοιξα το πακέτο μου.Είχαν μείνει άλλα τέσσερα τσιγάρα.Άναψα ένα.
΄΄Θες Ντέιβς?’’,του πρότεινα το πακέτο μου.
΄΄Όχι ευχαριστώ.Παλεύω να το κόψω.Η Σίλβια με πιέζει εδώ και μήνες.Κάνει κακό λέει.’’,μου απάντησε.Χαμογέλασα.
΄΄Αυτό γίνεται όταν παντρεύεσαι γιατρό.’’,αποκρίθηκα.
Έκανα ένα νεύμα παραίτησης με τους ώμους του και μετά με ρώτησε πάλι
΄΄Λοιπόν τι σε φέρνει στα μέρη μας?’’
΄΄Νομίζω ότι ξέρεις.Ο νεαρός που βρήκατε τα ξημερώματα.’’,του είπα περιμένοντας την αντίδρασή του.
΄΄Ναι το φαντάστηκα.Αλλά εσένα τι σε αφορά?’’,με ρώτησε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι.Κλασσικός Ντέιβς.
΄΄Είναι συγγενής φίλης μου και θέλει να ρίξω και γω μια ματιά.’’,ήξερα ότι η απάντηση μου δεν θα τον έπειθε.
΄΄Σύλλα δεν ήσουν ποτέ πειστικός.’’,μου είπε χαμογελώντας μου.
΄΄Κοίτα Ντέιβς η υπόθεση είναι δική σου.Δεν θα μπλεχτώ στα πόδια σου.Και ότ,ι βρω δικό σου.Τι λες?Εξάλλου μου χρωστάς και χάρη…’’,του απάντησα.
Αυτός έμεινε να το σκεφτεί λίγο αφήνοντας το μολύβι να κρέμεται μετέωρο από τα χείλη του.
΄΄Ναι είναι και αυτή η χάρη…Ξέρεις να τους δένεις όλους Σύλλα…Ας είναι…’’,μου αποκρίθηκε και άνοιξε έναν φάκελο που είχε μπροστά του.Τον είχα καταφέρει.
΄΄Ο νεαρός ονομάζεται Τζέιμς Άνταμς και ήταν 26 χρονών. Έμενε στην Φολ 23 με την μάνα του και ήταν άνεργος.Είχε τελειώσει την νομική πριν 4 χρόνια αλλά δεν δούλευε κάπου.Έχασε τον πατέρα του από δυστύχημα σε ηλικία 15 χρονών.Βρέθηκε τα ξημερώματα μεταξύ Φολ και Στρέιτ πυροβολημένος στο κεφάλι εξ επαφής.Αυτές είναι οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν.’’,είπε και μου έδειξε κάτι φωτογραφίες της Σήμανσης.
Η πρώτη έδειχνε τον νεαρό ανάσκελα πεσμένο με μια λίμνη αίματος κάτω από το κεφάλι του.Το πρόσωπό του δεν φαινόταν γιατί είχανε βάλει μια φωτογραφία του ακριβώς από πάνω που τον έδειχνε από την μέση και πάνω.
΄΄Τι είναι αυτό Ντέιβς?’’,τον ρώτησα δείχνοντάς του την φωτογραφία αυτή.
΄΄Δεν ξέρουμε ακόμα.Βρέθηκε μαζί με το πτώμα.Μάλλον ο δολοφόνος την έβαλε αλλά ο λόγος που το έκανε είναι ακόμα άγνωστος.’’
Συνέχισα να κοιτάω την εικόνα.Ο τοίχος πίσω του είχε γεμίσει με πιτσιλιές αίμα και λίγα κομμάτια μυαλού απ’ότι μπόρεσα να καταλάβω.Το θύμα φόραγε ένα μαύρο μπλουζάκι και ένα ξεφτισμένο τζιν.
Η δεύτερη φωτογραφία έδειχνε σχεδόν τα ίδια με την μοναδική διαφορά ότι είχαν αποκαλύψει τώρα το πρόσωπο του νεκρού.Μια τρύπα στο μέτωπό του έδειχνε την είσοδο της σφαίρας που την σκέπαζαν κάπως τα μαύρα του μακριά μαλλιά.Ο νεαρός φαινόταν αρκετά διαφορετικός από τον τύπο που έδειχνε η εικόνα πάνω στο πρόσωπό του.Έδειχνε πιο γερασμένος.
Οι άλλες φωτογραφίες έδειχναν πάνω κάτω τα ίδια.Τραβηγμένες η κάθε μία από διαφορετική οπτική γωνία.Η τελευταία είχε τραβηχτεί γύρω στις 9 το πρωί.Δηλαδή μια ώρα περίπου πριν φτάσω εγώ στο σημείο.Τις άφησα πάνω στο γραφείο του Ντέιβς.
΄΄Το όπλο?Βρέθηκε πουθενά?’’,τον ρώτησα.
΄΄Όχι ακόμα.Αν και ψάξαμε αρκετά’’,μου απάντησε ο υπαστυνόμος.
΄΄Είδε κανένας τίποτα?Ποιος τον βρήκε?’’
΄΄Αρκετοί άκουσαν τον πυροβολισμό αλλά κανένας δεν ασχολήθηκε.Τον βρήκε το πρωινό συνεργείο καθαρισμού του δήμου και μας ειδοποίησε.’’
΄΄Τι ώρα ακούστηκε ο πυροβολισμός?’’
΄΄Γύρω στις 3 τα ξημερώματα.’’
΄΄Τι πιστεύετε?Ποιον υποψιάζεστε?’’,τον ρώτησα σβήνοντας το τσιγάρο που είχα ανάψει μόλις είχα μπει.
΄΄Κοίτα υπήρχε η φήμη ότι ο νέος πρέπει να έπαιρνε ναρκωτικά.Δεν έχει τίποτα σημάδια αλλά περιμένω τις τοξικολογικές από ώρα σε ώρα.’’,μου απάντησε ο Ντέιβς.
΄΄Δεν νομίζω να έχει να κάνει με ναρκωτικά Ντέιβς’’,του είπα.Πήγα να ανάψω κι άλλο τσιγάρο αλλά σκέφτηκα πόσα μου είχανε μείνει και σταμάτησα την κίνησή μου.
Ο υπαστυνόμος περίμενε να συνεχίσω την σκέψη μου.
΄΄Η φωτογραφία πάνω στο πρόσωπό του δείχνει οικειότητα μεταξύ αυτού και του δολοφόνου,κάτι σαν φίλοι.Μου θυμίζει όμως και σκηνή σαν από κάποια ιεροτελεστία.Σαν κάποιον συμβολισμό.Τα πρεζόνια συνήθως μαχαιρώνονται ή ξεκοιλιάζονται μεταξύ τους με τίποτα γυαλιά.Αυτό ήταν καθαρή εκτέλεση.Συν τις άλλοις ότι δεν έχει σημάδια από τρύπες.’’,είπα και έσκυψα πάνω στην πρώτη φωτογραφία πάλι.
΄΄Ξέρουμε σε ποιον ανήκει η φωτογραφία?Αν την είχε η μάνα του ή κάποιος φίλος του?’’,τον ρώτησα.
΄΄Η μάνα του λέει ότι δεν την είχε στο σπίτι της.Αλλά αναγνώρισε ότι πρέπει να είχε τραβηχτεί τα χρόνια που ο Τζέιμς ήταν στο πανεπιστήμιο.’’,μου απάντησε βγάζοντας το μολύβι από το στόμα του.
΄΄Πώς κι έτσι?’’,ρώτησα περίεργος.Θεέ μου μην ξαναμασήσει το μολύβι,σκέφτηκα μέσα μου.
΄΄Αναγνώρισε το πουλόβερ που φοράει στην φωτογραφία.Είπε ότι του το είχε κάνει δώρο στο δεύτερο έτος στην νομική και ότι το φόραγε συχνά εκείνη την εποχή.’’,απάντησε ξαναβάζοντας το μολύβι στην κωλοτρυπίδα που είχε για στόμα.
΄΄Κατάλαβα…Παίζει μήπως να δω το πτώμα?’’,τον ρώτησα χωρίς να ελπίζω και πολλά.
΄΄Δύσκολο..δουλεύει ο ιατροδικαστής ακόμα.Αν προκύψει κάτι θα σε ενημερώσω’’,μου είπε ξαναπιάνοντας το μολύβι.
Δεν άντεχα άλλο αυτό το σκηνικό και γ αυτό σηκώθηκα.
΄΄Ευχαριστώ πολύ Ντέιβς,ελπίζω να βρεις κάτι σ αυτή την υπόθεση.’’,του είπα σφίγγοντάς του το χέρι.
΄΄Τίποτα Σύλλα…Η χάρη βλέπεις.Μακάρι να μην σε ξαναβρώ μπροστά μου.’’,μου αποκρίθηκε γελώντας.Άλλος ένας γαμημένος μπάσταρδος.
Έξω η βροχή είχε σταματήσει χωρίς ωστόσο να ανοίξει ο ουρανός.Μέχρι την Φολ 23 είναι ένα τσιγάρο απόσταση σκέφτηκα και έβγαλα το πακέτο…


3.

Πάντα χάνουμε την βροχή μωρό μου…Όσο και να προσπαθήσουμε,πάντα στο τέλος την χάνουμε.Του είχε πει στο τηλέφωνο εκείνη την μέρα,λίγες ώρες αφού είχε φύγει από το σπίτι του.Τότε που είχε αρχίσει να ρίχνει εκείνο το σταθερό και μελαγχολικό ψιλόβροχο.Κι αυτός είχε μείνει να κοιτά τον δρόμο έξω από το παράθυρό του ανέκφραστος.Όσο σκέφτεσαι μια απώλεια,τόσο πιο μεγάλη γίνεται.
Το προηγούμενο βράδυ είχανε τσακωθεί.Κι ο ίδιος δεν θυμόταν τον λόγο.Απλά θυμόταν εκείνη να κοιμάται στον καναπέ και αυτός στο κρεβάτι.Ένα άθλιο κτήνος με πρόσωπο ανθρώπου.Όταν είχε ξυπνήσει κατά τις 4 πήγε στο σαλόνι και την βρήκε κουλουριασμένη να βαριανασαίνει.Την είχε σηκώσει στα χέρια του και την είχε πάει μέσα στο κρεβάτι.Την είχε σκεπάσει και μετά είχε μείνει να την κοιτάει μέχρι το ξημέρωμα.Σε κάποια φάση μέσα στον ύπνο της είχε πει το όνομά του ΄΄Σύλλα…’’.
Τα επόμενα βράδια που ήρθαν,λίγες φορές θυμάται τον εαυτό του να κοιμάται στο κρεβάτι.Ο καναπές το είχε αντικαταστήσει.Δεν ήξερε αν έφταιγε η αϋπνία ή αν ήταν ένα είδος αυτοτιμωρίας που είχε επιλέξει.
Πάντα χάνουμε την βροχή μωρό μου…
***
Η μονοκατοικία που ζούσε ο Τζέιμς με την μάνα του είχε τα σημάδια της εγκατάλειψης και της σταδιακής αποσύνθεσης.Κάτι που φαινόταν καθαρά στους εξωτερικούς ξεφτισμένους τοίχους και στον παρατημένο και ξεραμένο μικρό κήπο.Οι Άνταμς κάποτε είχαν κήπο,σκέφτηκα.Περίεργο γ αυτή την περιοχή.Χτύπησα την πόρτα.
Περίμενα για κανένα πεντάλεπτο μέχρι που μια νέα γυναίκα μού άνοιξε.Τα μάτια της ήταν κόκκινα από τα δάκρυα και φόραγε μαύρα.Κατάλαβα ότι αυτή μάλλον ήταν η Κριστίν,η αδερφή του θύματος.Άλλωστε μοιάζαν αρκετά.
΄΄Παρακαλώ?..Τι θα θέλατε?’’,μου είπε προσπαθώντας να πνίξει άλλον έναν λυγμό.
΄΄Συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας.Είμαι ο ντετέκτιβ Σύλλας.Η Πόλυ μού είπε για τον αδερφό σας…Λυπάμαι…’’,της είπα κάπως δισταχτικά.
Η γυναίκα έμεινε κάπως να το σκεφτεί σαν να μην ήξερε για ποιο πράγμα μιλάω ή σαν να το είχε ήδη ξεχάσει.Τελικά φάνηκλε να κατάλαβε γιατί μου απάντησε
΄΄Α ναι θυμάμαι..Ναι μίλησα το πρωί στην Πόλυ.Σας ευχαριστώ που ήρθατε ντέντεκτιβ.Περάστε παρακαλώ…’’,μου αποκρίθηκε δείχνοντας μου το χολ.
Το σπίτι μύριζε κλεισούρα και τα παντζούρια ήταν κλειστά.Λίγα βήματα από την είσοδο ήταν το σαλόνι.Ένας μικρός διθέσιος καναπές και μια παλιά τηλεόραση κάπου στο κέντρο.Μια γυναικεία μορφή μες στα μαύρα καθόταν στον καναπέ και έκλαιγε,σκουπίζοντας που και που τα δάκρυά της με ένα άσπρο μαντήλι.
Η Κριστίν πήγε δίπλα της βάζοντας το χέρι της πάνω στον ώμο της μάνας της.
΄΄Μητέρα ήρθε ένας φίλος από την αστυνομία.Θέλει να βοηθήσει.Προσπάθησε να ηρεμήσεις λίγο τώρα.Εντάξει?’’,της είπε σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί.Η κυρία Άνταμς έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της.Χωρίς ωστόσο να γυρίσει να με κοιάξει.
Η Κριστίν μού έφερε μια καρέκλα απέναντι από την μάνα της.Αυτή κάθισε δίπλα στην μητέρα της.
΄΄Κυρία Άνταμς λυπάμαι για τον χαμό του γιού σας…Δεν θα σας ταλαιπωρήσω πολύ.Λίγες ερωτήσεις μόνο.Μπορείτε?’’,την ρώτησα όσο πιο ανθρώπινα μπορούσα.Τις μισούσα κάτι τέτοιες στιγμές.Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της.
΄΄Πότε είδατε τον Τζέιμς για τελευταία φορά?’’,την ρώτησα.
Έπιασε λίγο το μέτωπό της σαν να προσπαθούσε να σκεφτεί όσο πιο καλά γινόταν.
΄΄Πρέπει να ήταν χτες το απόγευμα.Γύρω στις 5.Ήρθε σπίτι,πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο να τσιμπήσει κάτι.Του είπα ότι είχα μαγειρέψει αλλά δεν μου έδωσε σημασία.Μετά πήγε στο δωμάτιο του και κλείστηκε μέσα.Εγώ ξάπλωσα στον καναπέ και με πήρε ο ύπνος λίγο αργότερα.Ξύπνησα από τον ήχο της πόρτας που έκλεινε,2 ώρες μετά.Βγήκα έξω να τον ρωτήσω που πήγαινε αλλά είχε ήδη χαθεί.’’,δάκρυα άρχισαν να κυλάνε πάλι στα μάγουλα της κυρίας Άνταμς.Η κόρη της την αγκάλιασε και προσπάθησε να την ηρεμήσει.
Όταν σταμάτησε να κλαίει την ρώτησα
΄΄Μήπως γνωρίζετε κάποιον που θα ήθελε να κάνει κακό στον γιό σας?Σκεφτείτε καλά κυρία Άνταμς.’’
΄΄Όχι όχι!Ο γιος μου ήταν καλό παιδί,δεν είχε εχθρούς.Δεν πάει το μυαλό μου κάπου.’’,μου απάντησε αμέσως και σαν κάπως θιγμένη η γυναίκα.
΄΄Τελευταία ερώτηση κυρία Άνταμς και σας αφήνω στην ησυχία σας…Είχατε παρατηρήσει τίποτα περίεργο στην συμπεριφορά του γιού σας τώρα τελευταία?’’
΄΄Όχι αστυνόμε.Απλά είχε κλειστεί πιο πολύ στον εαυτό του.Αλλά ο Τζέιμς μου πάντα έτσι ήταν.Τώρα όμως έφταιγε που δεν έβρισκε δουλειά.’’,απάντησε η τραγική μητέρα.
Σηκώθηκα δίνοντάς της το χέρι μου να την χαιρετήσω.Μού το έσφιξε ξεψυχισμένα.
Η Κριστίν με συνόδευσε μέχρι την πόρτα.
΄΄Κριστίν,θα ήθελα να δω το δωμάτιο του αδερφού σου αν γίνεται'',της είπα κρατώντας την από το μπράτσο λίγο πριν ανοίξει την πόρτα.
΄΄Ναι αστυνόμε'',μου είπε και με οδήγησε σε ένα δωμάτιο δεξιά της εισόδου του σπιτιού.
Tο δωμάτιο του Τζέιμς ήταν και αυτό μες στο σκοτάδι.Άνοιξα το φως.Η Κριστίν με ακολουθούσε βουβή από πίσω.Παρατήρησα τις αφίσες στον τοίχο του.Interpols,Portishead,Arcade fire.Xαμογέλασα από μέσα μου.Ο μικρός ήξερε από μουσική.Πήγα προς το γραφείο του.
Ένας τόμος αστικού δικαίου ήτνα ακουμπησμένος πάνω.Ξεφύλισα το βιβλίο.Υπογραμμισμένες σειρές μάλλον με χάρακα αν κρίνεις από την άψογη ευθεία που σχημάτιζαν.Αλλά από την μέση και μετά οι ευθείες αυτές γίνονταν όλο και πιο ανώμαλες.Στις τελευταίες σελίδες κατέληγαν σε απλές μουτζούρες που κάλυπταν όλη την σελίδα.Κοίταξα την Κριστίν,αυτή όμως φαινόταν μίλια μακριά.
Άνοιξα το πρώτο συρτάρι του γραφείου του.Τίποτα το ιδιαίτερο πέρα από κάτι σημειώσεις μαθημάτων και διάφορους χύμα στυλούς.Το δεύτερο όμως συρτάρι ήταν κλειδωμένο.Κοίταξα πάλι την κοπέλα.
΄΄Μπορώ?'',της είπα δέιχνοντάς της ότι ήθελα να παραβιάσω την μικρή κλειδαριά.Αυτή μου έγνεψε με το κεφάλι της καταφατικά.
Έβγαλα τον μικρό σουγιά που είχα από την ακαδημία πάνω μου.Μετά από λίγες κινήσεις είχα καταφέρει να ανοίξω το συρτάρι.
Μέσα είχε κάτι φωτογραφίες από όταν ήταν μικρός μέχρι και στο πανεπιστήμιο.Αυτό όμως που με έκανε να παγώσω ήταν ότι κάποιες από τις πρόσφατες φωτογραφίες του ήταν άτσαλα κομμένες.Είχε αφαιρέσει το πρόσωπό του από αυτές.Γύρισα προς την Κριστίν.Κι αυτή το είχε προσέξει και είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
΄΄Ξέρετε τίποτα γ αυτό?'',την ρώτησα δείχνοντάς της μια κομμένη φωτογραφία.
΄΄Όχι αστυνόμε.Τίποτα.Δεν καταλαβαίνω...'',μου απάντησε έκπληκτη.
Άφησα τις εικόνες πάλι μέσα στο συρτάρι.Κάτι με βασάνιζε αλλά δεν ήξερα τι.Τελικά κατάλαβα.
΄΄Μήπως αφήσατε εσύ ή η μητέρα σου τίποτα λουλούδια εκεί που πέθανε ο Τζέιμς?'',την ρώτησα.
΄΄Όχι'',μου αποκρίθηκε η κοπέλα σκεφτική.
Πήγα προς την έξοδο αλλά κοντοστάθηκα.Στράφηκα προς την Κριστίν.
΄΄Ο αδερφός σου έβλεπε καμία κοπέλα?Ξέρεις?'',την ρώτησα.
Η Κριστίν μου απάντησε αμέσως ΄΄Ναι,υπήρχε μία...''
Πάντα υπάρχει,σκέφτηκα από μέσα μου.

(συνεχίζεται)

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Φθινοπωρινό τοπίο


΄΄Πραγματικά υπέροχη έκθεση Νίκο.Με εκπλήσσει ευχάριστα που ένα παιδί της ηλικίας σου γράφει τόσο ώριμα και τόσο αληθινά.’’
Η καθηγήτριά μου έμεινε να με κοιτάζει με απορία για λίγη ώρα ακόμα.Μετά μου έδωσε την κόλλα με τον τίτλο ΄΄Φθινοπωρινό τοπίο’’ και με ένα μεγάλο και κόκκινο 20 δίπλα.
Η αλήθεια ήταν ότι με τίποτα δεν το είχα να κάτσω να ασχοληθώ σοβαρά με αυτή την έκθεση.Είχα ένα γεμάτο από παιχνίδια και ανεμελιά Σαββατοκύριακο στο χωριό μου και καθόλου δεν είχα σκεφτεί την χαζή,όπως νόμιζα,αυτή έκθεση της κυρίας Χριστίνας.Μόνο όταν έφτασε το πάντοτε θλιβερό πρωινό της Κυριακής η φωνή της μάνας μου μού την θύμισε σκιάζοντας κάθε μου ευχάριστη ξεγνοιασιά.
΄΄Νίκο,πρέπει σε λίγο να φύγουμε για να κάνεις τα μαθήματά σου και κυρίως εκείνη την έκθεση που σας έβαλαν!’’,μου είχε πει,κάνοντάς με να σταματήσω να πίνω το ζεστό και γλυκό γάλα με σοκολάτα της γιαγιάς.
Η γκριμάτσα μου γεμάτη από αποστροφή για την υποχρέωσή μου αυτήν,έκανε τον παππού να με κοιτάξει διερευνητικά.
΄΄Βαριέσαι να την κάνεις ε?’’,με ρώτησε ενώ συγχρόνως έβαζε κι άλλο ένα χοντρό ξύλο στο τζάκι.
Ο παππούς πάντα καθόταν σε κείνη την παλιά και ξεφτισμένη πράσινη πολυθρόνα δίπλα στην φωτιά.Και τις πιο πολλές φορές είτε διάβαζε κάποια εφημερίδα είτε άλλοτε κάποιο βιβλίο.Υπήρχαν και φορές που μοναχά κάπνιζε την πίπα του κοιτάζοντας προς τον πίνακα στον απέναντι τοίχο.Έδειχνε ένα βιολί δίπλα σε ένα αναμμένο κερί με τελείως μαύρο φόντο.Η εντύπωση που μου έδινε αυτός ο πίνακας ήταν μια μικρή θλίψη,λες και κάποιος σταμάτησε απότομα να παίζει με το βιολί και απλά σηκώθηκε και έφυγε από το δωμάτιο.
Ο παππούς ήταν περίεργος άνθρωπος.Σπάνια τον έβλεπες να γελάει ενώ ρυτίδες είχαν σκάψει,πολύ πριν την ώρα τους,το πρόσωπό του.Είχε και κείνη την παλιαρρώστια να τον παιδεύει.Η μάνα μου πάντα έλεγε ΄΄ο πατέρας γέρασε πριν την ώρα του’’.και η γιαγιά μου κούναγε το κεφάλι της καταφατικά,συμφωνόντας σιωπηλά.Κάτι βάραινε την ψυχή του παππού αλλά κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό.Ούτε η ίδια η γιαγιά.
΄΄Λοιπόν βαριέσαι ε?’’,με ξαναρώτησε καρφώνοντάς με με αυτά τα μαύρα και ανέκφραστα μάτια του.
΄΄Ναι.Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι να γράψω.Το θεωρώ και βλακεία’’,του απάντησα μουτρωμένος.
΄΄Ξέρεις λογικό είναι αυτό.Κι εγώ στην αρχή έτσι το έβλεπα.Ένα μάτσο αηδίες σε χαρτιά που κανέναν δεν αντιπροσωπεύουν.’’,είπε και σταμάτησε γυρνώντας το κεφάλι του προς την φωτιά.
΄΄Άλλά άμα το δεις αλλιώς,μπορείς σε κάθε γραμμή που γράφεις να καταθέτεις και ένα κομμάτι της ψυχής σου.Και αυτό είναι πραγματικά συναρπαστικό’’,συνέχισε στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σε μένα.Εκείνη την στιγμή είδα τις φλόγες της φωτιάς να λάμπουν ακόμα στα μάτια του και αυτό με έκανε να ανατριχιάσω και να μην μιλήσω.
Η μητέρα πέρασε κρατώντας μια σακούλα με κάτι χόρτα που της είχε δώσει η γιαγιά.Τα πήγαινε προς το αμάξι.΄΄Άντε ετοιμάσου.Φόρεσε τα παπούτσια σου να φύγουμε.’’,μου είπε περνώντας δίπλα μου.Μα εγώ είχα μείνει ασάλευτος παρατηρώντας τον παππού που μου χαμογελούσε.
΄΄Σία,ο μικρός θα μείνει εδώ.Θα τον βοηθήσω στην έκθεσή του’’,είπε ο παππούς αφήνοντας και μένα και την μάνα μου άφωνους.
΄΄Πατέρα εσύ θες ξεκούραση και ο μικρός θα σε ταλαιπωρήσει.Άστο καλύτερα…’’
΄΄Σία κάτι είπα.Θα τον φέρω εγώ το απόγευμα.Θα φάει εδώ μην ανησυχείς.’’,επέμεινε ο παππούς.
Η μάνα μου έβγαλε έναν λυπημένο αναστεναγμό και υποχώρησε.Λίγα λεπτά μετά ακούστηκε ο ήχος από το αμάξι της που έφευγε.
Η μυρωδιά του κοκκινιστού που έφτιαχνε η γιαγιά στην κουζίνα και που τόσο μου άρεσε,έφτασε στην μύτη μου.΄΄Και πατάτες τηγανητές!’’,της φώναξα κάνοντας τον παππού μου να γελάσει πάλι.
΄΄Πάρε χαρτί και μολύβι.Θα έχουμε τελειώσει μέχρι να μας σερβίρει η γιαγιά σου’’,με πρόσταξε ο παππούς.Πήγα προς την ξύλινη βιβλιοθήκη του δίπλα στην τζαμαρία και άνοιξα το πρώτο από τα τρία συρτάρια.Ήξερα ότι εκεί υπήρχαν κόλλες χαρτί και διάφορα μολύβια με στυλούς.Επίσης ήξερα ότι στο δεύτερο συρτάρι υπήρχαν τέσσερις διαφορετικές τράπουλες,μια διπλωμένη τσόχα και 5 άλμπουμ με φωτογραφίες από το παρελθόν.Μόνο στο τελευταίο συρτάρι δεν ήξερα τι υπήρχε γιατί ο παππούς το είχε πάντα κλειδωμένο.
΄΄Φθινοπωρινό τοπίο λοιπόν…πες μου Νίκο,τι σου έρχεται όταν ακούς την λέξη φθινόπωρο?’’,με ρώτησε όταν είχα ήδη καθίσει απέναντι του στην φωτιά.
΄΄Μμμ…δεν ξέρω..σχολεία…γκρίζο χρώμα…θλίψη’’,του απάντησα αβέβαιος για την ορθότητα των απαντήσεων μου.
΄΄Πολύ ωραία…αυτή η θλίψη γιατί σε πιάνει όμως?Τι σε κάνει να νιώθεις στεναχωρημένος?’’,συνέχισε να με ρωτά ο παππούς.Και εγώ ένιωθα ότι μπροστά μου ξεδιπλωνόταν ένας αόρατος μίτος προς έναν άλλον κόσμο μαγικό,την άκρη του οποίου μου την πρόσφερε ο παππούς σιγά σιγά.
΄΄Υποθέτω γιατί τελειώνουν οι διακοπές,αρχίζουν το σχολείο και όλα είναι βαρετά και ίδια.’’,αποκρίθηκα.
΄΄Άρα αυτή η θλίψη σου προέρχεται από την νοσταλγία σου για μια καλύτερη εποχή που πέρασε.Για κάποιες ωραίες αναμνήσεις που χαράχτηκαν μέσα σου.Το καλοκαίρι ποτέ καμία μέρα δεν είναι βαρετή ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με το φθινόπωρο.Αλλά να ξέρεις ότι όταν μεγαλώσεις,θα καταλάβεις ότι και το φθινόπωρο έχει τις ομορφιές του.Θα διαπιστώσεις ακόμα ότι οι εποχές στην ζωή σου θα πάψουν να έχουν αυτά τα χρονικά όρια που τους έχουν βάλει οι άλλοι.Θα διανύεις περιόδους καλοκαιριού μέσα στον χειμώνα αλλά και περιόδους χειμώνα μέσα στο καλοκαίρι.Άλλωστε όλη η ζωή μας εν τέλει είναι η αναμονή της εποχής που πιο πολύ αγαπάμε.Κατάλαβες?’’,οι φλόγες στα μάτια του είχαν πάλι εμφανιστεί.Δεν είχα καταλάβει τα πάντα,αλλά έγνεψα δειλά ναι.
Πήρε την πίπα του από το πέτρινο πεζουλάκι δίπλα στο τζάκι και βάλθηκε να την γεμίζει με καπνό.Αφού τον πάτησε καλά καλά,την άναψε και άρχισε να τραβάει γερές ρουφηξιές μέχρι να πάρει για τα καλά ο καπνός.Το σαλόνι γέμισε με αυτό το απαλό άρωμα της βανίλιας.
΄΄Ας επιστρέψουμε στο τοπίο μας.Το πρωί όταν πηγαίνεις με τα πόδια από το μαγαζί στο σχολείο σου τι βλέπεις γύρω σου?Πες μου γ’αυτήν σου την διαδρομή’’,ρώτησε ξανά ο παππούς και ένα τεράστιο σύννεφο καπνού πήγε προς το ταβάνι.
΄΄Κρυώνω πολύ και συνήθως κοιτάω μπροστά με το κεφάλι μου χωμένο στο μπουφάν μου.Αλλά νομίζω ότι γενικά όλοι έτσι είναι το πρωί.Χωμένοι στα παλτά τους και περπατάνε όλοι πολύ γρήγορα.Το χειμώνα είναι βέβαια ακόμα χειρότερα.’’,απάντησα στον παππού.
΄΄Καμία σχέση με το φθινοπωρινό τοπίο που βλέπεις εδώ.Αυτά τα δέντρα μπροστά στο σπίτι μας που πίσω τους κρύβουν μια θαμπή και άσπρη θάλασσα.Τα φύλλα τα κίτρινα που δίνουν ένα χρώμα στο λευκό της ημέρας.Ο ίδιος ο ήχος των κυμάτων που σκάνε στα βράχια δίπλα στον Κασειδιάρη.Νίκο,και τα δύο τοπία όμως έχουν την ομορφιά τους.Και οι άγνωστοι περαστικοί κουμπωμένοι στα παλτά τους όπως είπες που τραβάνε την δική τους καθημερινή πορεία αλλά και αυτό το ήσυχο πρωινό δίπλα στην θάλασσα.Και τα δύο διακρίνονται από μια κίνηση,από μια ενέργεια.Άλλωτε όμως η εικόνα της εξοχής σού δίνει την εντύπωση μιας νεκρής φύσης,άλλες φορές πάλι αυτή την αίσθηση στην δίνει η κίνηση στους δρόμους.Είναι κατά βάθος,παιδί μου,πως βλέπεις εσύ με την δική σου ματιά τα πράγματα.Ο εσωτερικός σου κόσμος χρωματίζει το τοπίο.
Όμως και το βλέμμα των άλλων ανθρώπων μπορεί να σου πει πολλά.Και το ίδιο το πρόσωπό τους.Κάποιοι είναι γαλήνοι και ευτυχισμένοι γιατί είχαν μια υπέροχη βραδιά,ξεκούραστοι γιατί ο ύπνος τους ήταν ήσυχος.Μερικοί έχουν πρόσωπο τραβηγμένο,γεμάτο σκιές γιατί πέρασαν μια δύσκολη νυχτιά που τους σκότωσε το πρωινό.Άλλοι πάλι έχουν κενό βλέμμα γιατί απλά δεν είχαν ποτέ νύχτα.Βέβαια η έκφραση των περαστικών δεν σου διηγείται το παρελθόν,την νύχτα τους δηλαδή,αλλά σου λέει και για το μέλλον τους ή καλύτερα για τις προσδοκίες που έχουν γ αυτό.Τις ελπίδες και τους φόβους τους.’’
Προσπαθούσα να συγκρατήσω αυτά που έλεγε ο παππούς.Μου φαίνονταν ότι θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω για να γράψω μια καλή έκθεση.Αλλά τελικά δεν μπόρεσα να γράψω ούτε μια σειρά στην λευκή μου κόλλα.Ο παππούς το παρατήρησε και χαμογέλασε στοργικά.
΄΄Μην απελπίζεσαι μικρέ…Πήρες το ερέθισμα και αυτό έχει σημασία.Θα δεις ότι οι λέξεις θα αρχίσουν να βγαίνουν σιγά σιγά και τότε θα είναι που θα πρέπει να πιάσεις το μολύβι.Ελπίζω να σε βοήθησα στην έκθεσή σου.’’,είπε και με χάιδεψε στα μαλλιά μου.Στην συνέχεια σηκώθηκε και πήγε προς το δωμάτιο του.
Μετά από λίγα λεπτά το τραπέζι ήταν έτοιμο αλλά η πείνα που είχα πριν μού είχε φύγει.Κοίταξα προς τον πίνακα με το παρατημένο βιολί και μετά τις άσπρες κόλλες χαρτί δίπλα στην φωτιά.Έβγαλα το μολύβι από την τσέπη μου και πήγα προς το τζάκι.


(αφιερωμένο στην Λ.)

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ο δράκος


Δεν έχω ούτε μια δραχμή πάνω μου ή καλύτερα ούτε ένα λεπτό.Και το χειρότερο είναι ότι μου τελείωσαν και τα τσιγάρα από το πρωί κιόλας.Πάλι καλά που έχω κάτι φαγητά στην κατάψυξη.
Η Τίνα σηκώθηκε και έφυγε ξαφνικά κατά το μεσημέρι και από τότε ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα.Και κυρίως ούτε εκείνα τα δέκα ευρώ που της είχα πει να μου αφήσει δανεικά πάνω στο κομοδίνο.
Είναι στιγμές που νιώθω ξεχασμένος από όλους και όλα.Τελείως μόνος μου.Αναρωτίεμαι αν όντως έκανα κάτι που να το αξίζω αυτό.Μα όταν το σκέφτομαι καλά καλά,βλέπω ότι απλώς εγώ ήμουν λίγο πιο ειλικρινής από τους άλλους.Αυτό με τρελαίνει,με εξοργίζει,με κάνει να θέλω να τα σπάσω όλα.Άλλες πάλι φορές παραιτούμαι από την αγανάκτηση και μένω να κοιτάζω με κενό βλέμμα κάπου ανάμεσα στο ‘’Κοράκι’’ του Πόε και τον ΄΄Ζωγράφο των μαχών’’ του Ρεβέρτε.Και εκείνες τις αφόρητες στιγμές θέλω απλά να σηκωθώ και να φύγω από τον κόσμο τους.
Σιγά σιγά όμως η οργή με την αγανάκτηση μέσα μου γαληνεύουν..Γίνονται σιωπηλό μαύρο ποτάμι που ψάχνει να εκβάλλει σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα.Και τότε πιάνω το στυλό και αρχίζω να γράφω…
* * *
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με τα χρυσά φτερά που αιώνες τώρα φύλαγε την πόλη μας.Βρέθηκε με ένα βέλος ποτισμένο στο δηλητήριο στην περιοχή της καρδιάς.Όταν οι πρώτες ακτίνες της αυγής φώτισαν το φρικτό αυτό θέαμα,ένα μουρμουρητό απλώθηκε από την μια άκρη της μικρής μας πόλης έως την άλλη.Μέσα σε λίγα λεπτά το νέο έφτασε μέχρι και το λιμάνι.Από κει υψώθηκαν τα πρώτα μαύρα πανιά και από κει άρχισε ο υπόκωφος αυτός θρήνος που γύρισε πίσω στην πόλη.Ήμασταν χαμένοι.
Ο δράκος ποτέ δεν πείραξε κανέναν μας παρά μόνο τους εχθρούς μας που κατά περιόδους εφορμούσαν κατά της πόλης μας.Τότε η τεράστια φωτιά που έβγαινε από το στόμα του έκανε μια χαρά την δουλειά της.Μέχρι που πια σταμάτησαν να μας επιτίθενται άλλο και μας άφησαν ήρεμους στην ειρηνική ζωή μας.Τα όπλα σκουριάσανε πάνω στις επάλξεις και χορτάρι φύτρωσε στην τάφρο.Η λέξη ΄΄πόλεμος’’ ακουγόταν μόνο στα παραμύθια και στα βιβλία της ιστορίας.Οι τελευταίοι στρατιώτες πέθαναν γέροι στα καφενεία μαζί με εκείνον τον τρελό προφήτη που φώναζε πάντα να επαγρυπνούμε γιατί ο εχθρός είναι παντού.
Έμοιαζε λες και ο ήλιος είχε ανατείλει μόνιμα πάνω από την πόλη μας και κανένα σύννεφο δεν μπορούσε να τον επισκιάσει.Και όλα αυτά εξαιτίας του δράκου με τα χρυσά φτερά.Χαρούμενος και αυτός τώρα,κοιμόταν ήσυχα έξω από τα τείχη της πόλης μας.
Μα οι άνθρωποι ξεχνούν και όπως ξεχνούν τα άσχημα έτσι ξεχνούν και τα καλά.Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολλοί ξεχνούν αυτόν που τους βοήθησε,τον ευεργέτη τους.Αλλά για να έρθει αυτή η σκάρτη λήθη,θα πρέπει πρώτα να έχουν ξεχάσει τον εαυτό τους.Και αυτό έγινε και με τους συμπολίτες μου…και με μένα τον ίδιο.Ξεχάσαμε ποιοι ήμασταν σιγά σιγά και αφήσαμε την ψυχή μας να γλιστρήσει ανάμεσα στις ψεύτικες χαρές και ηδονές.
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με βέλος βαθιά μπηγμένο στην καρδιά.Η πρωινή μας ζάλη πέρασε και τα κλάματα σταμάτησαν κατά το απόγευμα.Και όταν όλοι κάτσαμε γύρω από την φωτιά σιωπηλοί,με το φεγγάρι εκεί ψηλά,τότε αρχίσαμε να θυμόμαστε.
Πρώτος θυμήθηκε εκείνος ο έμπορος με τα μπλε κουτιά και μετά η κοπέλα με τα κόκκινα μάτια.Την κραυγή τους ακολούθησαν και άλλες κραυγές ανθρώπων που άρχισαν να θυμόνται.
Και κει γύρω από την κρύα φωτιά καταλάβαμε τρομαγμένοι την πτώση μας.Και ήρθε να αιωρηθεί από πάνω μας η εικόνα του καθένα από μας να μπήγει όλο και πιο βαθιά το βέλος στην καρδιά του δράκουΈμεινε εκεί πάνω από την φωτιά για λίγα λεπτά και μετά έφυγε προς το φεγγάρι,αφήνοντας πίσω της φαντάσματα.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Προδοσία


Είχε απόλυτη ησυχία.Μόνο ο ήχος των κυμάτων ακουγόταν. Μπορείς να πεις ότι και αυτό ήτανε κάτι.Ότι έδινε λίγη αξία στον κόπο σου.Αλλά καθώς κατηφόριζα την μικρή αυτή παραλία,ολοένα και πιο πολύ διαπίστωνα ότι μάλλον τελικά είχα έρθει σε λάθος μέρος.Η αποβάθρα έλειπε και δεν υπήρχαν πουθενά ίχνη της παρουσίας της και εκείνη η άγκυρα,που ήταν χρόνια καρφωμένη στο χώμα και που κάποια φορά που παίζαμε μπάλα είχα σκίσει το πηγούνι μου,έμοιαζε και αυτή άφαντη.Λες και τίποτε από αυτά δεν υπήρξαν ποτέ.
Κάθισα πάνω σε ένα βραχάκι στην παραλία και άναψα τσιγάρο.Κάποιος είχε έρθει εδώ και είχε εξαφανίσει όλα εκείνα που χάριζαν χρώμα στις παιδικές μου αναμνήσεις.
Κοίταξα προς το μέρος όπου άλλοτε ήταν η ξύλινη αποβάθρα και ένιωσα μια πικρή νοσταλγία για τις μέρες εκείνες που κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό κάναμε μακροβούτια στην θάλασσα.Ο Γιάννης έβγαινε σχεδόν πάντα πρώτος.Δεύτερος εγώ.Θυμάμαι να παίρνω βαθιά αναπνοή και να βουτάω και καθώς έσχιζα το νερό με κλειστά μάτια,άφηνα σιγά σιγά και από μια μικρή αναπνοή.Μέχρι που δεν είχα άλλη μέσα μου και ένιωθα αυτή την ασφυξία που με τραβούσε προς την επιφάνεια.Αλλά πεισματικά συνέχιζα για λίγα μέτρα ακόμα.Όταν όμως,νικημένος από τις δυνάμεις μου,ανέβαινα προς τα πάνω και άνοιγα τα μάτια μου,απογοητευμένος διαπίστωνα ότι και πάλι δεν τα είχα καταφέρει να ξεπεράσω τον φίλο μου.Και έλεγα πάντα την δικαιολογία ότι φταίει που ήταν πιο γυμνασμένος από μένα.
Καμιά δεκαριά χρόνια πέρασαν από τότε που είχα έρθει τελευταία φορά εδώ.Ήταν με εκείνο το κορίτσι με τα μαύρα μάτια που πάντα έκρυβαν κάτι.Ερχόμασταν από την ανηφόρα όταν είδα ότι η αποβάθρα ήταν σπασμένη.Είχα κοντοσταθεί τότε και της είχα σφίξει το χέρι.΄΄Έκανα λάθος.Δεν είναι εδώ’’,της είχα πει και είχα προσπεράσει την κρυφή μου παραλία.
Από την προβλήτα χαζεύαμε τα απογεύματα το ηλιοβασίλεμα απέναντι στην Ζάκυνθο με τα καλαμπόκια στα χέρια μας.Υπήρχε συνήθως και ένας που έδειχνε και προς τα βορειοδυτικά λέγοντας ΄΄Να ο Αίνος,το βουνό της Κεφαλονιάς’’.Και τότε για μια στιγμή σταματάγαμε να μασουλάμε και κοιτάζαμε προς τον μεγαλοπρεπή και επιβλητικό σκοτεινό όγκο.
Είναι φθινόπωρο και μάλλον αυτό φταίει στην θλίψη που μου προκαλεί το τοπίο.Έχει αρχίσει να νυχτώνει και ήδη έπιασε να βάζει εκείνο το κρύο που σε διαπερνά κάνοντάς σε να ριγήσεις.Θέλει δύναμη να γυρίσεις και να επισκεφτείς τα παλιά καθώς ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να βρεις σ αυτή σου την πορεία.Η απογοήτευση είναι η προδοσία της νοσταλγίας σου.Και αυτό είναι που σε πληγώνει.
Συνάντησα τον Γιάννη ένα φθινοπωρινό βράδυ σαν κι αυτό σ’ένα μπαράκι στην Πάτρα,3 χρόνια πριν.Αρχίσαμε να λέμε τα παλιά και να τα αναπολούμε σαν μικρά παιδιά.Οι αναμνήσεις έρχονταν ζωντανές ανάμεσα στα ποτήρια τεκίλας και κάποια στιγμή του έκανα την ερώτηση που πάντα δίσταζα ΄΄Μα πώς τα κατάφερνες πάντα να με περνάς στα μακροβούτια?’’.Και αυτός με κοίταξε γελώντας και μου απάντησε ΄΄Γιατί είχα τα μάτια μου ανοιχτά και έβλεπα τον βυθό.Και ήταν τόσο ωραίος που κρατιόμουν να μείνω λίγο ακόμα…’’
Πέταξα το τσιγάρο μου δίπλα σε ένα σκουριασμένο κονσερβοκούτι.Θα ήταν μια κρύα νύχτα.Ανέβηκα την ανηφόρα και κίνησα για το σπίτι.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Λίγο πριν τη 01:00


Φαίνεται
πως εκείνα τα καλοκαίρια
δίπλα στην αμμουδιά,
τα διαδέχτηκαν
άγριοι χειμώνες.
Οι άνθρωποι
έγιναν αγνώριστοι
μες στα μακριά παλτά τους.
Τα παιδιά τους
τα σκότωσαν στα σαλόνια τους.
Με το αίμα τους
έβαψαν τους τοίχους τους
και με τα όνειρά τους
τα σεντόνια τους.

Παιδί μου
να τους φοβάσαι
γιατί δεν φαίνονται
αυτοί.
Είναι αόρατοι πατέρα?
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.

Γυμνός,
στέκομαι μες στην βροχή.
Δρόμοι άδειοι
από ανθρώπους
και γεμάτοι από σκιές.
Με πότισαν αηδία.
Τα ρούχα μου λερώθηκαν
και πήρανε κάτι από
την ανάσα τους.
Σε κάποια στροφή της ζωής
κλείσαμε τα μάτια
και σωπάσαμε.
Ο θάνατος μάς αγνόησε
και μείναμε μόνοι.

Είναι αόρατοι πατέρα?
Όχι γιε μου…είναι ωραίοι.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Το τελευταίο ταξίδι του Ορφέα


Σταυρός
με καμένη άκρη
Ίδιος
με λυγισμένο κλαρί
Που όμως ακόμα αντέχει

Η πίστη σου όλη
μαζεμένη
Σε μαύρες
σφιχτά αγκαλιασμένες
Κλωστές.

Αυτόν τον σταυρό
Σφίγγεις στο χέρι
καθώς ξεκινάς
Εκείνο το ταξίδι σου
στο τέλος.
Μέσα από καπνούς
και
Γεμάτους δρόμους .

Το ξέρεις
Το νιώθεις
Ότι τα βήματα σου οδηγούν
Στην μεγάλη ήττα σου.
Κι όμως συνεχίζεις

Συνεχίζεις.

Οι πολυκατοικίες
γκρεμίζονται
Μπροστά στο μεγάλο λιβάδι
που διασχίζεις.
Ο ήχος των αμαξιών
γίνεται δροσερό αεράκι
Που φέρνει κάτι από την
θάλασσα.

Η διασταύρωση
σού δείχνει το μέρος
Με τις πέτρες
που θα ξαπλώσεις
Και το σταυρουδάκι
σφιχτά
στο χέρι.

Μα λίγο πριν πλησιάσεις
Στέκεσαι.
Γελάς
στο γεμάτο φεγγάρι
Και οι λιγοστοί περαστικοί
Τραβιούνται
στις σκιές τους.

Το
Άδειο
χέρι σου
βγάζει
μια φρικτή
κραυγή πόνου.

Αγάπη μου
ήρθα σε σένα
Να πεθάνω.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Νεκρή φύση


O τύπος έτρεχε πίσω από το λεωφορείο για καμιά εικοσαριά μέτρα ακόμα.Η μαύρη δερμάτινη τσάντα του σίγουρα τον δυσκόλευε στο κυνηγητό του.Αφού είδε τελικά ότι δεν θα κατάφερνε τίποτα,σταμάτησε απογοητευμένος.Έμεινε να κοιτά το 31 να απομακρύνεται μέσα σε σύννεφο νερού και καπνού που έβγαινε από την εξάτμισή του.Ένας άλλος οδηγός πέρασε ξυστά δίπλα του,τού κορνάρισε και τον έβρεξε λερώνοντάς του το αριστερό μέρος της καφέ καμπαρντίνας του.Ο τύπος πετάχτηκε τρομαγμένος προς τα πλάγια,βρίζοντας είτε τον οδηγό είτε την κακή του τύχη εκείνο το βροχερό πρωινό.
Ήπια μια γουλιά από τον ζεστό καπουτσίνο που μόλις μου είχε σερβιριστεί και έστρεψα το βλέμμα μου αλλού.
Μια γυναίκα πάλευε να ανάψει το τσιγάρο της κάτω από ένα υπόστεγο ενός μανάβικου.Καθώς έγερνε λίγο το κεφάλι της πλησιάζοντας το τσιγάρο στην φωτιά,φάνηκε μέρος του λευκού της λαιμού.Τα ξανθά μαλλιά συμπλήρωναν το άσπρο φόντο.Όταν κατάφερε να ανάψει το τσιγάρο της,τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και κράτησε αρκετή ώρα τον καπνό μέσα της.Φαινόταν λες και αυτή ήταν η επιβράβευσή της για μια πολύ δύσκολη προσπάθεια που είχε ολοκληρώσει με επιτυχία.Περίμενα με το φλιτζάνι ακίνητο στο χέρι μου μέχρι να δω τον καπνό να βγαίνει από το στόμα της.
Πιο πίσω στο πεζοδρόμιο ένα παιδάκι σερνόταν από μια κυρία που απ’ότι κατάλαβα πρέπει να ήταν η μάνα του.Είχε μια μεγάλη τσάντα στους ώμους του και κρατούσε σφιχτά στα χέρια του ένα στρατιωτάκι .Ήταν ένας στρατιώτης γονατιστός που σημάδευε με το όπλο του τον εχθρό.Όμως το αγοράκι έκανε μεγάλα βήματα τώρα για να προλάβει τον γρήγορο βηματισμό της μάνας του.Έτσι σκόνταψε σ’ένα σπασμένο πλακάκι στο πεζοδρόμιο κάνοντας την μάνα του να θυμώσει με την απροσεξία του.Αφού τον τίναξε καλά καλά συνέχισαν την βιαστική πορεία τους.
Μα έμεινε κάτω στο πεζοδρόμιο παρατημένο το στρατιωτάκι.Έμεινε εκεί με το όπλο του στραμμένο προς τα μένα σαν να προσπαθούσε να κλειδώσει τον στόχο του για τα καλά.Ήπια άλλη μια γουλιά από τον καφέ μου και απέστρεψα το βλέμμα μου από τον δρόμο.Στον τοίχο του καφέ υπήρχε ένας πίνακας με μια νεκρή φύση.Ένιωσα μια απέραντη θλίψη να με κυριεύει.Γύρισα προς το γκαρσόνι και του έκανα νόημα να πληρώσω…

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Μέθη


Όλα ξεκίνησαν με ένα απότομο και σπαστικό γέλιο που άρχισε να βγαίνει από μέσα μου.Στην αρχή νόμιζα ότι κάποιος άλλος γελούσε αντί για μένα,αλλά μετά θυμήθηκα ότι ήμουν μόνος στο σπίτι.Με συνεπήρε ολόκληρο και σπασμοί κυρίευσαν το κορμί μου.Σωριάστηκα στην πολυθρόνα αφήνοντας το Captain Morgan να πέσει από τα χέρια μου.Μια μικρή τελευταία γουλιά που είχε μείνει,βγήκε σιγά σιγά από το μπουκάλι λερώνοντας το χαλί.
Από το πολύ γέλιο με πόνεσε η κοιλιά μου και δάκρυα κάλυψαν τα μάτια μου.Το αστείο ήταν ότι δεν υπήρχε πουθενά αστείο στην υπόθεση.Αντιθέτως εκείνο το βράδυ ήθελα να μεθύσω,ήθελα να ξεχάσω.Και έτσι είχα πιάσει να αδειάζω όλα τα μπουκάλια που βρήκα μες στο σπίτι μου.
Σταμάτησα για λίγο το παράλογο γέλιο μου και κοίταξα χαμένος γύρω μου.Ένιωσα τις στιβάδες των βιβλίων να έρχονται καταπάνω μου και να με πλακώνουνΠνιγόμουν.Έκανα να πιάσω τον καπετάνιο αλλά αυτός μου γλίστρησε πιο πέρα.Έκανα να σηκωθώ αλλά ξανάπεσα βαρύς στην πολυθρόνα μου.Πρέπει να είχα ξεράσει κάπου γιατί το δωμάτιο μύριζε απαίσια.Θυμάμαι ότι μέσα στην παράνοια της μέθης,η μυρωδιά από τα ξερατά μού θύμισε σφαγείο,όπως αυτά που επισκεπτόμουν μικρός με τον πατέρα μου.
Κοίταξα προς το ταβάνι και σκούπισα τον ιδρωμένο λαιμό μου το χέρι μου.Άρχισα να βρίζω τον Θεό εκεί ψηλά και να σηκώνω τις γροθιές μου.Τα βιβλία με πλάκωναν πιο πολύ.Πνιγόμουν.
Η όλη φάση πρέπει να κράτησε κανένα μισάωρο.Μετά άρχισε να γελάω πάλι.Μα πριν τα μάτια μου κλείσουν και πέσω σε βαθύ ύπνο,θυμάμαι το γέλιο μου να αναμιγνύεται με κλάμα.Και στο τέλος έμεινα να κλαίω σαν μικρό παιδί.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Χάδι στην ομίχλη


Υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι γραφτό να γίνουν.Τα περισσότερα.Και όσο και να προσπαθεί ο άνθρωπος δεν μπορεί να τα αλλάξει ή να ξεφύγει απ’αυτά.Μοιάζει η πορεία τους καθορισμένη από πριν•εμείς απλά παλεύουμε και αγωνιούμε και φοβόμαστε και ελπίζουμε.Αλλά αυτό είναι και το μεγαλείο μας,το νόημα της ύπαρξής μας.Η επιμονή μας στο να προσπαθούμε,στο να αντιστεκόμαστε σε ανώτερες δυνάμεις και εν τέλει να πέφτουμε ηρωικά και ποτέ ηττημένοι.
Οι άνθρωποι είναι φλεγόμενες σκιές που χάνονται με το φως της ημέρας.Μένει μόνο το εντύπωμά τους πάνω στα μάρμαρα,πάνω στους τοίχους,πάνω στα δέντρα να τούς θυμίζει.Όσο και να το ξεπλύνει η βροχή,όσο και να το σκορπίσει ο άνεμος,αυτό πάντα θα υπάρχει εκεί,για να θυμίζει τον διαρκή αγώνα στον οποίο είμαστε νικητές και ας τον έχουμε εξαρχής χάσει.
Αναρωτιόμουν για εκείνες τις στιγμές μέσα σ’αυτό το χάος των δυνάμεων,όπου πραγματικά υπερνικούν την αιωνιότητα της συνεχούς πτώσης.Αυτές οι στιγμές χαράσσονται για πάντα στον άτυπο κατάλογο της καταγραφής της ζωής μας.Είναι οι στιγμές που μας δίνουν όλη την δύναμη να προχωρήσουμε πεισματικά ενάντια στην φθορά και το πεπρωμένο.Είναι οι στιγμές ευτυχίας…
Ένα κορίτσι ξεχασμένο στο παγκάκι ένα πρωινό σε μια άδεια πλατεία γεμάτη ομίχλη.Ένα αγόρι που επιμένει και δεν φεύγει.Ένα χαμόγελο και μετά ένα χάδι.Μια υπόσχεση και ένα φιλί.Ευτυχία σε δυο ψυχές ένα μουντό πρωινό.
Ποτέ δεν χάσαμε γιατί ποτέ δεν σταματήσαμε.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Διαδρομή προς το σπίτι


Ο ήχος από τις γόβες της
Σαν αυτόν ενός παλιού ρολογιού
Που μετράει τις ώρες μας
Σε στιγμές απραξίας και υποταγής.

Ξημερώματα στην πόλη.
Μοιάζει η διαδρομή στο σπίτι
Κουραστική πορεία
Στην καρδιά της νύχτας
Που τελειώνει.

Ο ίδιος γέρος κοιμάται
Στα σκαλιά της πέτρινης εκκλησίας.
Θυσιασμένος αμνός από αυτούς
Που κλειδώνουν τις ζωές τους
Στην υποκρισία.

Το μαύρο φόρεμά της
Πιο λαμπρό και από το χρώμα
Της νύχτας.
Η ελπίδα παραπαίει δίπλα μου
Μα δεν μ’αφήνει να την αγγίξω.

Και οι σκιές των δρόμων
Ακολουθούν τους ανθρώπους
Σαν μικρά παιδιά….

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Μορφές


Το περιοδικό άναμμα και σβήσιμο
Ενός μπλε φωτός…
Μια στιγμή σκοτάδι,την άλλη μορφές.
Ένα ποτήρι κρασί και ένα χέρι
Φτηνά ξεχασμένο εκεί…
Σκοτάδι πάλι.Φως.
Ένας άντρας γυμνός σε μια καρέκλα
Λυπημένος χωρίς αιτία,εραστής…
Δέσμιος του αποχωρισμού.
Σκοτάδι πάλι.Φως.
Μια γυναίκα,ανάγλυφη μορφή,
Κάτω από τα σεντόνια…
Παλεύει να αναπνεύσει στον ύπνο της.
Λυγμοί που επιμένουν.
Σκοτάδι πάλι.Φως.
Μορφές ακίνητα προσηλωμένες
Ζουν και πεθαίνουν
Στον ίδιο ρυθμό….

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Νέμεσις



1.Η πορεία του αίματος


Πύργος 1930


Για λίγες μόνο στιγμές επικράτησε σιωπή.Ήταν αυτή η σιωπή που προηγείται της μεγάλης έκρηξης,της φασαρίας του πανικού.Όλοι σταμάτησαν αυτό που έκαναν και παρέμειναν ακίνητοι.Ο χορός σταμάτησε,οι σερβιτόροι έμειναν ασάλευτοι κρατώντας κάτω από την μασχάλη τους τις στάμνες με το κρασί και τα παιδιά έπαψαν να φωνάζουν.Και όλοι γύρισαν προς το μέρος του Δημήτρη.Μόνο εκείνος ο βιολιστής συνεχίζει ακάθεκτος να παίζει έναν χαρούμενο σκοπό.
Η πρώτη στριγκλιά ακούστηκε από την νύφη την στιγμή που το ρυάκι από αίμα άρχισε να κυλάει από το στήθος του.Η δεύτερη ήταν της μάνας μου την ώρα που ο αδερφός μου σωριαζόταν στο έδαφος.Το βιολί σώπασε.Μετά άρχισαν όλοι να φωνάζουν και να τρέχουν.
Θυμάμαι να σφίγγω με απίστευτη οργή το γυάλινο αλογάκι που κρατούσα στα χέρια μου και αυτό να σπάει γεμίζοντας την παλάμη μου πληγές και αίματα.Μα τα μάτια μου ήταν καρφωμένα σε αυτή την ψιλή μαύρη φιγούρα που έφευγε προς το σκοτάδι τρέχοντας,αφού πρώτα είχε σημαδέψει στην καρδιά τον αδερφό μου.Κανείς δεν κυνήγησε τον δολοφόνο αλλά όλοι τρέχανε να σωθούνε από δω κι από κει.
Μετά από λίγα λεπτά είχε μείνει η τραγική φιγούρα της μάνας μου να σπαράζει με λυγμούς πάνω από τον γιό της.Οι δυο μου αδερφές παρακολουθούσαν βουβές την σκηνή από απόσταση με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια τους.Ο Δημήτρης ήταν νεκρός.Κάποιος τον είχε σκοτώσει τη νύχτα του γάμου της ξαδέλφης του.
Το βλέμμα μου ακολούθησε την πορεία του αίματος στο πέτρινο πάτωμα.Συγκεντρωνόταν όλο σε μια λακκούβα στο έδαφος και σχημάτιζε μια μικρή λιμνούλα.Φαινόταν τόσο σκούρο και όμως τόσο γυαλιστερό συνάμα.Από κει μέσω μιας σχισμής κάτω,συνέχιζε την πορεία του στο έδαφος σαν ρυάκι που προσπερνά διάφορα εμπόδια μέχρι να βρει την έξοδό του.Και η έξοδός του ήταν ακριβώς κάτω από τα πόδια μουΕκεί μαζεύτηκε το αίμα λερώνοντας τα παπούτσια μου και σμίγοντας με τις δικιές μου κόκκινες σταγόνες.
Η χαρά είχε εξαφανιστεί από την γιορτή αυτή μέσα σε μια μόλις στιγμή.Τα τραπέζια ήταν άδεια και στην θέση της ορχήστρας δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο τα όργανα και αυτά αφημένα στην τύχη τους.Δειλά δειλά έπειτα από λίγη ώρα άρχισαν να ξεπροβάλλουν κάποια πρόσωπα μέσα από το μαύρο της νύχτας.Τις πένθιμες κραυγές τις μάνας μου άρχισαν να συνοδεύουν και άλλες.Ο χώρος γύρω από τον αδερφό μου καλύφθηκε από ένα μαύρο πέπλο γυναικών που θρηνούσαν.Οι άντρες μετά τον πρώτο τους φόβο άρχισαν να ψάχνουν γύρω από το κτήμα για τον δράστη.Μα εγώ ήξερα ότι ο διάολος αυτός είχε χαθεί για πάντα μέσα στο σκοτάδι και κάπου χαμογελούσε κρυφά που πέτυχε τον στόχο του.Ο θείος μου έφυγε τρέχοντας να ειδοποιήσει τον πατέρα μου.
Κοίταξα το αίμα που είχε πια μαζευτεί για τα καλά γύρω από μένα.Το αίμα του μεγάλου μου αδερφού.Με είχε περικυκλώσει σαν να ήθελε να με εγκλωβίσει στον δικό του φοβερό κύκλο.Και πριν η Σοφία με αρπάξει και με πάρει στην αγκαλιά της είχα ήδη δώσει τον όρκο μου.Ήμουνα δεν ήμουνα τότε 9 χρονών…




2.Το όνειρο του πατέρα

Ο πατέρας είχε σηκωθεί σχετικά νωρίς εκείνο το πρωινό της Κυριακής.Καθόταν πάνω στην ψάθινη κουνιστή καρέκλα του έξω στην βεράντα και κάπνιζε.Το πρόσωπό του ήταν σκεφτικό και το βλέμμα του χαμένο κάπου ανάμεσα στις γέρικες λεμονιές και πορτοκαλιές του κήπου μας.Μια πρωινή πάχνη τις σκέπαζε,κάνοντας τις μορφές τους να διαγράφονται τρομαχτικές στον εγγύς ορίζοντα.Η μάνα που σηκώθηκε λίγο πιο μετά,τον είδε και πήγε προς το μέρος του.

΄΄Τι τρέχει Γιάννη?Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς?Κυριακή είναι σήμερα…’’,του είπε και τον αγκάλιασε από πίσω φιλώντας τον στο μάγουλο.

Ο πατέρας δεν αποκρίθηκε και συνέχιζε να κοιτάει προς τον κήπο.Η μάνα μου ανησύχησε και παίρνοντας μια καρέκλα έκατσε δίπλα του.Εγώ πλησίασα πιο πολύ το πρόσωπό μου στο παράθυρο.Ο πατέρας δεν ήταν καλά.

Εκείνο το βράδυ δεν είχα κοιμηθεί και τόσο καλά.Έκανε πολύ ζέστη κατακαλόκαιρο καθώς ήταν και ίδρωνα συνέχεια.Στριφογύρναγα στο κρεβάτι μου όλη την ώρα,ξυπνώντας και την καημένη την αδερφή μου την Σοφία που πάσχιζε να με ηρεμήσει παίρνοντάς με αγκαλιά.Στο δίπλα κρεβάτι κοιμόνταν ήσυχοι ο Δημήτρης με τον δεύτερο αδερφό μου τον Νίκο και στο βάθος του δωματίου μόνη της η μεγάλη μου αδερφή η Γιώτα.

Ανακάθισα στο κρεβάτι και κοίταξα τον πατέρα.Βαθιές ρυτίδες χάρασσαν το πρόσωπό του ,ξεκινώντας από το μέτωπό του και έφταναν μέχρι τα πυκνά μαύρα του γένια.Η μάνα χάιδεψε τα μαλλιά του και τον ξαναρώτησε:

΄΄Τι τρέχει Γιάννη μου?Τι έχεις?’’

Τελικά ο πατέρας γύρισε αργά και την κοίταξε,πετώντας το τσιγάρο του στο χώμα.

΄΄Δώρα,δεν θα πάμε στον γάμο σήμερα.’’,της είπε και ξαναγύρισε το βλέμμα του μπροστά.

Η μητέρα έμεινε έκπληκτη.Δεν ήταν δυνατόν να το εννοεί αυτό.Παντρευόταν η αγαπημένη του ανιψιά.Ήξερε ότι και κείνος ήθελε όσο οι άλλοι να πάει στο γάμο.

΄΄Μα Γιάννη,είναι η Χριστίνα μας…’’,όμως πριν ολοκληρώσει την φράση της ο πατέρας πετάχτηκε απότομα όρθιος από την καρέκλα του.Τώρα το βλέμμα του είχε αλλάξει,είχε γίνει σκληρό και οργή κατέκλυζε το πρόσωπό του.Σπάνια έβλεπες τον πατέρα έτσι.

΄΄Είπα δεν θα πάμε!!Τι δεν καταλαβαίνεις απ’αυτό?Δεν θα πάμε!’’,είπε και στάθηκε αγριεμένος πάνω από την μάνα.

΄΄Μα…γιατί?’’,κατάφερε να πει τρέμοντας από φόβο η μητέρα.

Την κοίταξε καλά καλά,γύρισε και κοίταξα ξανά προς την ομίχλη,λες και ο λόγος που δεν ήθελε να πάει προέρχονταν από κει,και είπε τελικά:

΄΄Άκου Δώρα και δώσε προσοχή στα λόγια μου αυτά…Απόψε είδα όνειρο,μάλλον εφιάλτη.Ήμουνα λέει στο γάμο της Χριστίνας και καθόμασταν όλοι μαζί στο τραπέζι μας.Εκεί που γλεντούσαμε μια χαρά,είδα ξαφνικά μια μαύρη σκιά να έρχεται προς το μέρος μας.Στην μέση της διαδρομής σταμάτησε και σήκωσε το χέρι του δείχνοντας κάποιον από μας,αλλά διάολε δεν μπόρεσα να καταλάβω ποιον.Έπειτα άρχισε ο τόπος να πλημμυρίζει αίματα.Παντού αίματα,στο έδαφος,στα τραπεζομάντιλα,στα ρούχα μας,παντού!Γι’αυτό σου λέω,στον γάμο αυτό δεν θα πάμε,έχω άσχημο προαίσθημα…’’

Η μάνα έμεινε να τον κοιτάει ξαφνιασμένη και φοβισμένη συνάμα.Τον εμπιστευόταν τον Γιάννη σ’όλα,τον άκουγε σε ότι της πρόσταζε.Και ήξερε μέσα της ότι και αυτή την φορά έπρεπε να τον ακούσει.Σηκώθηκε από την καρέκλα της και σκούπισε ένα δάκρυ που είχε καταφέρει να κυλήσει στο κόκκινο μάγουλό της.Ο πατέρας είχε μείνει να την κοιτά.Τον πήρε αγκαλιά και του ψιθύρισε αναστενάζοντας:

΄΄Ας είναι…’’

****








Το δίλημμα είναι μεγάλο.Να κρυφτείς στο σπίτι σου για μια συμφορά που μπορεί να σε χτυπήσει χωρίς ωστόσο να είσαι σίγουρος ή να βγεις συνεχίζοντας την ζωή σου κανονικά,δείχνοντας ότι δεν αφήνεις τον φόβο να σ’επηρεάζε?.Ένας φόβος που σύμφωνα με τον αδερφό μου τον Δημήτρη ήταν τελείως παράλογος.
Ο πατέρας έφυγε αργότερα εκείνη την μέρα για τα χωράφια μαζί με το Νίκο,λέγοντας ότι θα γυρίσει αργά το βράδυ.Πριν φύγει έδωσε πάλι αυστηρή εντολή να μην τολμήσει κανείς να πάει στον γάμο γιατί θα είχε να κάνει μ’αυτόν.Δεν φέραμε αντίρρηση όμως έβλεπες καθαρά το Νίκο να έχει νευριάσει με την όλη συμπεριφορά του πατέρα.Ήταν Κυριακή και αυτός χωρίς λόγο τον έσερνε στα χωράφια μόνο και μόνο για να είναι σίγουρος ότι δεν θα τον παρακούσει.
Ο Δημήτρης που ήταν πάντα ο πιο ήσυχος και σοβαρός απ’όλους μας,θα έμενε μαζί μας προσέχοντας να τηρηθεί η θέληση του πατέρα.Πάντα φαινόταν να τον εμπιστεύεται περισσότερο σε σχέση με τους άλλους μας.Ήταν βέβαια και ο πιο μεγάλος από τα αδέρφια μου.Μετά τον πατέρα,ήταν αυτός ο προστάτης της οικογένειας.
Μόλις έφυγαν για τα χωράφια,επικράτησε σιωπή στο σπίτι.Η μητέρα,αφού μας κοίταξε όλους μια φορά αμήχανα,έπιασε να ετοιμάζει στον φούρνο την φωτιά για το φαγητό.Η Γιώτα έκανε να την βοηθήσει και η αγαπημένη μου η Σοφία ήρθε λυπημένη και με σήκωσε στην αγκαλιά της,μεταφέροντάς με στο παλιό και ξεθωριασμένο καφέ καναπέ.
΄΄Για να δούμε μικρέ πού έχεις φτάσει τον Πατούχα?’’,μου είπε γαργαλώντας με στα πλευρά και πιάνοντας το βιβλίο από το τραπεζάκι.Έκανα να ξεφύγω αλλά δεν τα κατάφερα.Η Σοφία άρχισε με σοβαρό δήθεν ύφος να ξεφυλλίζει το κιτρινιασμένο βιβλίο.
Εκείνη την εποχή που είχα μάθει να διαβάζω κάπως με άνεση,εκείνη την εποχή άρχισε η Σοφία να μου φέρνει βιβλία για δώρα.Ενώ όλοι οι υπόλοιποι συνέχιζαν να μου δίνουν στρατιωτάκια,τρένα με σιδηρόδρομους και διάφορους ξύλινους ήρωες,αυτή επέμενε να μου φέρνει βιβλία.Όποτε κατέβαινε στον Πύργο και στην αγορά γύρναγε και με ένα βιβλίο κάτω από την μασχάλη της.Ποτέ δεν κατάλαβα πως
τα επέλεγε αφού η ίδια δεν ήξερε να διαβάζει.
Μα με πίεζε εγώ να τα διαβάζω και να της λέω τις ιστορίες που αυτά έκρυβαν στις σελίδες τους.Κι έτσι όποτε βαριόμουνα ή είχα εξαντληθεί από τους πολέμους με τα παιδιά έξω ή με τα στρατιωτάκια μου,καθόμουν στο κρεβάτι και διάβαζα.Τις περισσότερες φορές κουραζόμουν και μετά από λίγες σελίδες τα παράταγα,αλλά υπήρχαν και μέρες που κάποια ιστορία με συνέπαιρνε και μπορούσα να διαβάζω για ώρες.Ο Πατούχας όμως δεν μου άρεσε.Με το ζόρι έβγαζα τις σελίδες.
Η αδερφή μου κοίταζε πάντα την τσακισμένη σελίδα και καταλάβαινε πόσες είχα προχωρήσει από την τελευταία φορά.΄Ετσι έκανε και τώρα:
΄΄Α μπράβο διάβασες πολλές σελίδες από χτες.Σου αρέσει μάλλον και αυτή η ιστορία.’’,είπε και με κοίταξε χαμογελαστή.
Εγώ δεν της απάντησα,παρά έμεινε να την κοιτάω ικετευτικά να με αφήσει:
΄΄Πρέπει να πάω να παίξω με τα παιδιά έξω.Αν αργήσω θα με βάλουν στην ομάδα των ληστών…Άσε με…’’
΄΄Όχι πριν μου συνεχίσεις την ιστορία…Λοιπόν ακούω…’’,μου αποκρίθηκε και με άφησε από την αγκαλιά της,περιμένοντας να αρχίσω.
Έπρεπε πάλι να θυμηθώ που είχα σταματήσει την προηγούμενη φορά και να σκαρφιστώ γρήγορα την συνέχεια,γιατί εννοείται ότι δεν είχα καθίσει να διαβάσω μέχρι την τσακισμένη σελίδα.Τελικά μετά από λίγα λεπτά κάτι είχα σκεφτεί.Πήρα μια βαθιά αναπνοή και ξεκίνησα:
΄΄Λοιπόν….ήμασταν εκεί που ο Πατούχας…’’,έκανα να πω,μα η βαριά και δυνατή φωνή του Δημήτρη με έκοψε ξαφνικά.
΄΄Αυτός ο φόβος του πατέρα είναι παράλογος.’’,είπε και σηκώθηκε από το μεγάλο τραπέζι στο κέντρο του σπιτιού.Άρχιζε να βηματίζει πάνω κάτω στον χώρο,σκεφτικός και συνοφρυωμένος.Η μητέρα βγήκε από την μικρή κουζίνα μας μαζί με την Γιώτα και έμεινε να τον παρακολουθεί.Το ίδιο και η Σοφία που γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του,ξεχνώντας αμέσως εμένα.Εκείνη την στιγμή θυμάμαι τι ανακούφιση ένιωσα καθώς ο αδερφός μου χωρίς να το θέλει με είχε σώσει από άλλη μια δυσάρεστη κατάσταση.
΄΄Είναι τελείως παράλογος...’’,επανέλαβε ο Δημήτρης.Και συνέχισε λέγοντας:
΄΄Δεν πρέπει να αφήσουμε ένα άσχημο όνειρο,ένα κακό προαίσθημα να επηρεάσει την ζωή μας.Τι είναι αυτά δηλαδή?Σήμερα είναι μια πολύ σημαντική και ευχάριστη μέρα για την οικογένειά μας.Η αγαπημένη μας ξαδερφούλα παντρεύεται και μεις θα λείπουμε εξαιτίας ενός εφιάλτη?Που ζούμε?Όχι,ο πατέρας έχει άδικο.’’
Σταμάτησε και μας κοίταξε όλους.Μου θύμισε πολύ την πρωινή ματιά του πατέρα.Του έμοιαζε τόσο πολύ.
΄΄Δημήτρη,ο πατέρας σου κάτι είπε…Ας τον ακούσουμε παιδί μου,κάτι θα…’’,έκανε να πει η μάνα αλλά ο Δημήτρης την έκοψε:
΄΄Όχι μάνα!Ξέρεις πολύ καλά πόσο τον αγαπώ και τον σέβομαι τον πατέρα αλλά εδώ είναι λάθος.Και συ η ίδια μέσα σου το πιστεύεις αυτό.Θα πάμε στον γάμο και θα κάτσουμε για λίγο στο τραπέζι.Πριν επιστρέψει ο πατέρας από τα κτήματα,εμείς θα έχουμε γυρίσει.’’
΄΄Και θα πούμε ψέματα στον πατέρα σου?Τι θα του απαντήσουμε αν μας ρωτήσει τι κάναμε σήμερα?’’,συνέχισε η μάνα να αντιστέκεται.
΄΄Δεν θα του πούμε ψέματα.Θα του μιλήσω εγώ.Θα πάρω την ευθύνη πάνω μου.Εξάλλου θα έχει καταλάβει μέχρι τότε ότι ο φόβος του είναι παράλογος.Μάνα σκέψου λίγο λογικά και μην αφήνεις ένα αδικαιολόγητο φόβο να μας κλείσει μέσα.Θα πάμε στην Χριστίνα.’’,είπε ο αδερφός μου και η μητέρα δεν έφερε αντίσταση.
Η Γιώτα έβγαλε μια χαρούμενη κραυγή και φίλησε την μάνα στο μάγουλο.Ο Δημήτρης πάντα σοβαρός πήγε προς το υπνοδωμάτιο.Και έμεινα στο σαλόνι μόνος μου εγώ με την Σοφία.
΄΄Λοιπόν κύριε πού είχαμε μείνει??...’’,γύρισε και με ρώτησε.Αλλά κάτι είχε αλλάξει στον τόνο της φωνής της.Η αδερφή μου δεν φαινόταν να έχει χαρεί με την απόφαση που πήρε ο Δημήτρης.Ήταν κάπως αφηρημένη και μελαγχολική τώρα.Το διέκρινε στα υπέροχα μαύρα μάτια της.
΄΄Που είχαμε μείνει??’’,ξαναρώτησε προσπαθώντας να φανεί λίγο πιο χαρούμενη.
Ιδέα δεν έχω,σκέφτηκα από μέσα μου.




3.Κρυμμένοι στις γραμμές

Σταμάτησε ξαφνικά την αφήγησή του και με κάρφωσε με τα ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια του.Μετά γύρισε το βλέμμα του προς το κομοδίνο,,ψάχνοντας κάτι.Έξω είχε αρχίσει να βρέχει πάλι.Κοίταξε προς το παράθυρο.Οι σταγόνες της βροχής φάνηκαν να του αποσπούν για λίγο την προσοχή.
΄΄Η βροχή…ο ήχος της,με ηρεμεί ξέρεις.Από παιδί γαλήνευε την ψυχή μου.Εκεί που τα άλλα παιδιά ήθελαν να βγουν έξω και να τρέξουν στην βροχή,εμένα μου άρεσε να κάθομαι στο παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι μου και να την χαζεύω.Πολλές φορές ερχόταν και η Σοφία και με έπαιρνε αγκαλιά και κοιτάζαμε και οι δύο σιωπηλοί τις σταγόνες και την θλιμμένη πορεία τους στην γη.’’,συνέχισε χωρίς να παίρνει το βλέμμα του από το παράθυρο.
Από ώρα ήθελα να ανάψω τσιγάρο.Ο παππούς δεν ήταν καλά τελευταία και η αρρώστιά του είχε επιδεινωθεί,αφήνοντας στους γιατρούς ένα απαισιόδοξο και θλιμμένο χαμόγελο για το μέλλον του.Δεν υπήρχε πια κάτι να κάνουμε από το να περιμένουμε.
΄΄Εχω ξεχάσει ότι εδώ και καιρό λείπουν τα τσιγάρα μου από το κομοδίνο.Η γιαγιά σου δεν θέλει καν να ακούει γ’αυτά.’’,χαμογέλασε και συνέχισε:
΄΄Όλοι στο σπίτι φέρονται λες και έχω ήδη φύγει.Λες και είμαι ήδη νεκρός.Η γυναίκα μου όποτε μου μιλάει δακρύζει και ο πατέρας σου έχει πάντα αυτό το στεναχωρημένο ύφος όποτε με βλέπει.’’,είπε και σταμάτησε .
Δεν είχα τι να του πω.Δεν ήξερα από λόγια παρηγοριάς.Ήταν και ανώφελο καθώς ήξερε την κατάστασή του πολύ καλά.Εξάλλου ο ίδιος μου είχε μάθει να αποδέχομαι στωικά την αλήθεια όσο αβάσταχτη και να ήταν κάποιες φορές.
΄΄Πώς είναι η Λίνα?Πώς τα πάτε?’’,με ρώτησε αλλάζοντας ύφος και γίνοντας πιο ευδιάθετος.
΄΄Αρκετά καλά παππού…Σε λίγες μέρες μετακομίζουμε Αθήνα.Βρήκαμε σπίτι που μας ταιριάζει.’’,του απάντησα.
΄΄Είναι καλή γυναίκα,να την προσέχεις..Και να ελέγχεις τα νεύρα σου.Ώρες ώρες μου θυμίζεις τον αδερφό μου τον Νίκο.’’,είπε και γέλασε ξανά.
Μα η βροχή,όπως ήρθε ξαφνικά,έτσι σταμάτησε και ο παππούς σοβάρεψε πάλι.Οι ρυτίδες έγιναν πιο έντονες στο πρόσωπό του και οι σκιές ξαναφάνηκαν στα μάτια του.
Κοίταξε μια τελευταία φορά προς το παράθυρο και μετά γύρισε προς τα μένα.Ένιωσα έκπληξη.Ήταν δακρυσμένος.Πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι.Δεν είχε δακρύσει ποτέ,ούτε όταν είχε πεθάνει ο αδερφός του ο Νίκος πριν δέκα χρόνια,ούτε όταν είχε πρωτομάθει για την αρρώστιά του.
Ανασηκώθηκε με κόπο στο κρεβάτι στηριζόμενος στους αγκώνες του.Τα χείλη του άρχισαν να κουνιούνται χωρίς ωστόσο να βγαίνει καμία λέξη από αυτά για λίγες στιγμές.Έπειτα οι λέξεις του βγήκαν ψιθυριστά και βασανιστικά:
΄΄Τον αγαπούσε…Ήταν εραστές.’’,είπε ξέπνοα και έπεσε πάλι προς τα πίσω.
Και συνέχισε την αφήγησή του…

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Φόβος


Πιο πολύ με τρόμαζε/αυτή η αναμονή/
ενός
ολέθρου/
που ερχόταν
σιγά σιγά.../
Έμοιαζε η ζωή μου/με μια πόρτα κλειστή/
που μέσα της έκλεινε/
την ευτυχία...
Η συμφορά όμως ερχόταν/σέρνοντας τα βήματά της/
πάνω σε ξύλινο δάπεδο/
γυαλισμένο.../
Κι όλο πλησίαζε/μα ποτέ δεν έφτανε την πόρτα/
σ'ένα βηματισμό ατελείωτα/
βασανιστικό...
Ψυχή ακίνητη στο δωμάτιο/
μάτια καρφωμένα/
στο πόμολο.../
Γίνεται και ο αέρας/
θηλιά γύρω από το λαιμό μου/
βγάζοντας την δύναμη/σε σταγόνες υδρώτα/
κρύες.../
Είναι αυτό που το λένε ψιθυριστά/
τη νύχτα τα παιδιά/
είναι αυτό που το λένε/
φόβος.../

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Νου


Κρύωσε ο καφές
Και έσβησε το τελευταίο
Τσιγάρο.
Μένει η απόφαση
Ποιον δρόμο τώρα πρέπει
Να πάρω.

Το πρόσωπό σου
Βαραίνει στην πορεία την
Σκιά μου.
Θέλω να γυρίσω
Μα σαν Ορφέας σε χάνω
Μακριά μου.

Κρύωσε ο καφές…
Μένει η απόφαση…
Το πρόσωπό σου…
Θέλω να γυρίσω…

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Σαλώμη


Αίμα στα χέρια μου
Μα πουθενά πληγή.
Στο βάθος χορεύει
Γυμνή η Σαλώμη.
Όλα χάνονται σιγά
Μένει μόνο ο χορός.
Χάρισες το κορμί σου
Και μια θάλασσα.
Στην τελευταία στροφή
Έφερες το μαχαίρι.
Θάνατος στο σκοτάδι
Μα το κρασί γλυκό.
Αίμα στα χέρια μου…

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Καληνύχτα


΄΄Είναι παντού σκοτάδι.Ανοίγω τα μάτια μου όσο πιο διάπλατα μπορώ,αλλά δεν βρίσκω ίχνος φωτός πουθενά.Το μαύρο πέπλο έχει καλύψει τα πάντα.Κανένα περίγραμμα στον ορίζοντά μου.
Μπορεί να ονειρεύομαι και να μην ξύπνησα ποτέ από αυτόν τον εφιάλτη.Κι όμως νιώθω ότι είμαι ξύπνιος,ελέγχοντας απόλυτα όλες τις αισθήσεις μου.Αλλά νιώθω εγκλωβισμένος μέσα σε κάτι που περιορίζει δραστικά τις κινήσεις μου.
Αυτή η μυρωδιά λουλουδιών,αυτή η έντονη μυρωδιά από πού προέρχεται?Μοιάζει να αναμιγνύεται με αυτή του ξύλου.Θεέ μου είναι πολύ αποπνικτική αυτή η ατμόσφαιρα.
Πρέπει να κουνηθώ,να ελέγξω με τις κινήσεις μου τον χώρο που βρίσκομαι.Αλλά πρώτα πρέπει να θυμηθώ.Να θυμηθώ πως έφτασα σ’αυτή την κατάσταση ανυπαρξίας μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.Τι με έφερε ως εδώ.Σκέψου βλάκα,σκέψου…
Υπήρχε αυτή η σκάλα.Θυμάμαι να την ανεβαίνω.Ήταν ψηλή σκάλα και πρόσεχα πολύ να μην πέσω.Ο Νίκος μού φώναζε από κάτω για μια μπάλα.Ανάκατες και συγκεχυμένες εικόνες έρχονται στο μυαλό μου.Πρέπει να θυμηθώ καλύτερα.
Ο Νίκος έπαιζε στον κήπο του εξοχικού μας στον Άγιο Ηλία με την καινούρια μπάλα του.Εγώ έπινα τον καφέ μου και διάβαζα την εφημερίδα πάνω στην τσιμεντένια βεράντα.Η Λίνα πρέπει να σιδέρωνε στο μέσα δωμάτιο.Ήταν Κυριακή.
Σε μια φάση ο Νίκος άρχισε να κλαίει και να ζητάει την μπάλα του.Στην αρχή δεν έδωσα σημασία,μέχρι που το μικρό συνέχισε να κλαίει.Σηκώθηκα να δω τι γίνεται.
Η κόκκινη μπάλα του είχε πέσει στην σκεπή και κάποιος έπρεπε να την φτάσει.Τα μάτια του Νίκου με κοιτούσαν ικετευτικά και γεμάτα ελπίδες.Του χαμογέλασα και του είπα να μην ανησυχεί και ότι θα του φτάσω την μπάλα.
Πήρα την ξύλινη σκάλα που είχαμε μέσα στο υπόγειο και την στερέωσα στην πλευρά του τοίχου που χρειαζόταν για να φτάσω στην μπάλα.Απ’ότι φαινόταν είχε καθίσει προς την έξω μεριά της σκεπής.Πράγμα πολύ βολικό για μένα.
Ανέβαινα προσέχοντας πολύ γιατί αυτή η σκάλα είχε πολλά χρόνια στην πλάτη της και έτριζε συνέχεια.Μέσα σε λίγα λεπτά είχα φτάσει στην κορυφή της και μπορούσα να διακρίνω την επιφάνεια της σκεπής.
Όμως αυτό που είδα έκανε το αίμα μου να παγώσει.Κουλουριασμένο γύρω από την μπάλα ήταν ένα μεγάλο φίδι που με κοίταζε κατάματα.Προσπάθησα να μείνω ακίνητος και να κατέβω σιγά σιγά πάλι προς τα κάτω.Αλλά καθώς είχα την προσοχή μου στο ερπετό έχασα την ισορροπία μου και το πόδι μου πάτησε στο κενό.Πήγα να πέσω αλλά πιάστηκα από την σκεπή.Τότε το φίδι νιώθοντας απειλή όρμηξε καταπάνω μου.Μετά θυμάμαι έναν φοβερό πόνο στον λαιμό που διαπέρασε όλο μου το σώμα.Έβγαλα μια τρομερή κραυγή αλλά κατάφερα να μείνω γαντζωμένος στην άκρη της στέγης.Με πολύ κόπο και πόνο κατέβηκα την σκάλα και δύο σκαλοπάτια πριν το έδαφος σωριάστηκα στην γη.Λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου θυμάμαι την Λίνα να τρέχει πανικόβλητη προς το μέρος μου και τον μικρό Νίκο να με κοιτάζει απορρημένος.Και μετά σκοτάδι.Και κρύο…
Πρέπει να υπάρχει μια λογική σχέση ανάμεσα στο ατύχημά μου και στο σκοτάδι που βρίσκομαι.Μήπως είμαι σε κώμα?Μήπως είμαι δεμένος σε κάποιο κρεβάτι και δεν μπορώ να ανοίξω τα μάτια μου,ποιος ξέρει γιατί.Αλλά και πάλι νιώθω τα βλέφαρά μου να ανοιγοκλείνουν,τα μάτια μου να κουνιούνται.
Με πολλή προσπάθεια καταφέρνω να κουνήσω το δεξί μου χέρι.Και μετά το αριστερό.Ψαζουλεύω γύρω μου.Κρύο ξύλο στα πλάγια και ένα λεπτό ύφασμα από πάνω μου.Είμαι καλυμμένος με λουλούδια σ όλο μου το σώμα.Τι συμβαίνει?Τι κακόγουστο αστείο είναι αυτό?
Μα να τα μάτια μου συνηθίζουν στο σκοτάδι και αρχίζουν να διακρίνουν διάφορα.Είμαι σε ένα κουτί μέσα.Το ύφασμα που καλύπτει την οροφή του κουτιού είναι άσπρο.ΚΑΙ ΤΟΤΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΣΦΙΓΓΕΤΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΡΙΓΟΣ ΜΕ ΔΙΑΠΕΡΝΑ.ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ,ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΑΣΠΡΟ ΥΦΑΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΚΕΝΤΗΜΕΝΟΣ ΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ.’’

Το νεκροταφείο ήταν άδειο και ο γέρο επιστάτης του είχε μείνει ακίνητος να χαζεύει την όμορφη πορεία του ήλιου προς την δύση του πίσω από τα νερά του ιονίου.Αφού θαύμασε αυτή την φυσική ομορφιά,πέταξε το τσιγάρο του και τράβηξε προς το σπιτάκι του λίγα μέτρα πιο πίσω από την περίφραξη του νεκροταφείου.Κλειδώνοντας την μισογκρεμισμένη σιδερένια πόρτα,κοίταξε προς τους τάφους μια τελευταία φορά,έκανε το σταυρό του και είπε:
‘Καληνύχτα σας’….

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Άγνοια




΄΄Υπάρχει αυτό το φως του φεγγαριού που λένε ότι αποκαλύπτει την ομορφιά των πραγμάτων που χτυπά.Αλλά εκείνο το βράδυ,καθώς έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο,φώτισε τα άτσαλα και βρώμικα από τον ιδρώτα σεντόνια μου καθώς και το γυμνό και πρόωρα γερασμένο σώμα μου.Νυχτερινή παράσταση της πτώσης μου.
Η κοπέλα δίπλα μου ήδη κοιμόταν από ώρα,έχοντας ακουμπήσει το κεφάλι της πάνω στο στέρνο μου και το γυμνό δεξί πόδι της ανάμεσα στα δικά μου πόδια..Το χέρι της είχε μείνει ακίνητο σε ένα μισοτελειωμένο χάδι στο πρόσωπό μου.Η αργή και βαθιά αναπνοή της μου έκαιγε το στήθος αλλά με γέμιζαν και με λίγη ζωή συγχρόνως.
Σηκώθηκα σιγά σιγά προσέχοντας μην την ξυπνήσω.Πήγα προς την κουζίνα και πήρα μια κρύα μπίρα από το ψυγείο.Τράβηξα προς το μπαλκόνι.Εκεί με περίμεναν τα τσιγάρα μου.Άναψα ένα και τράβηξα μια γερή γουλιά από την μπίρα.
Εδώ και μήνες τώρα δεν μπορώ να κοιμηθώ.Ο ύπνος μου περιοριζόταν σε μία ώρα το πολύ και με πιάνει γύρω στις πέντε τα ξημερώματα.Η ζωή μου έχει γίνει μια αβάσταχτη πραγματικότητα.τα χάπια δεν μου κάνουν τίποτα.Ζω την μέρα και την νύχτα ολόκληρες,ακολουθώ την πορεία τους ασταμάτητα χωρίς μια έστω γλυκιά ανάπαυση.
Το χειρότερο ίσως είναι ότι κάθε μέρα μοιάζει απίστευτα ίδια με την προηγούμενη.Ένα απαίσιο καρμπόν που ανακυκλώνει την ζωή μου.Κοιμάμαι γύρω στις πέντε,ξυπνάω στις έξι ακριβώς με ένα αόρατο φοβερό τράνταγμα,πάω στο μπάνιο ξυρίζομαι.ντύνομαι και τραβάω για την δουλεία μου και το μοναχικό γραφείο μου στην εφημερίδα που δουλεύω τα τελευταία 20 χρόνια.Το μεσημέρι γύρω στις 2 επιστρέφω σπίτι με το αστικό αφού το αυτοκίνητό μου,μια παλιά ΒΜW,τα έφτυσε ένα χρόνο πριν και από τότε δεν αξιώθηκα να το φτιάξω.Αλλά και το αστικό δεν με χαλάει καθόλου καθώς η στάση του είναι δίπλα στο σπίτι μου.Δεν χτυπάω εισιτήριο σχεδόν ποτέ γιατί απλά το ξεχνάω.Αν και μια φορά τα χρειάστηκα καθώς ένας ελεγκτής μπήκε ξαφνικά μέσα από το πουθενά και άρχισε να κοιτάει για εισιτήρια.
Το ήξερα ότι την είχα πατήσει και ότι θα πλήρωνα το πρόστιμό μου και άρχισα να ιδρώνω.Αλλά όταν έφτασε στο μέρος μου,ο ελεγκτής κατά περίεργο τρόπο με αγνόησε φανερά και τράβηξε για την τύπισσα με τα ακουστικά στα αυτιά που στεκόταν από πίσω μου.
Δεν αντέχω αυτές τις νύχτες που μοιάζουν ατελείωτες.Είναι όλες ίδιες.Ζεστές και σιωπηλές.Σαν να βρίσκονται σε μια αναμονή όλα για κάτι που έρχεται αλλά όλο αναβάλλεται η άφιξή του.Δεν ξέρω,ίσως φταίει η αϋπνία…
Η μπίρα δρόσιζε τον λαιμό μου και την ψυχή μου.Κάποιος μόλις πέρασε βιαστικά κάτω από το μπαλκόνι μου.Λίγα μέτρα πιο πέρα σταμάτησε ξαφνικά και γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε.Στα μάτια του είδα το φως του φεγγαριού να παίζει.Ήταν τρομαχτικά και μείναμε να κοιταζόμαστε έτσι για πολλά λεπτά.Το τσιγάρο με έκαψε και τότε ανασκίρτησα και σηκώθηκα.Του φώναξα και η κραυγή μου ακούστηκε να σβήνει μέσα στην νύχτα.Ο τύπος έμεινε ασάλευτος για λίγο,μετά έκανε το σημείο του σταυρού με τα δάχτυλά του και έφυγε στρίβοντας σ ένα στενό δρομάκι.
Τι στο διάολο είδε ο τύπος και έκανε το σημείο του σταυρού.Δεν γαμιέται,δεν ασχολούμαι με τρελούς.Eξάλλου υπήρχε και αυτή η ζαλάδα που με έπιανε πάντα σχεδόν την ίδια ώρα κάθε βράδυ.Και μετά ερχόταν αυτός ο πόνος στον λαιμό.Άρχιζε από πίσω και σταδιακά έπιανε όλο τον λαιμό.Σε κάποια φάση ένιωθα να πνίγομαι αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο πόνος και το αίσθημα ασφυξίας έφευγε τελείως ξαφνικά όπως ερχόταν.
Πήγα πάλι μέσα προς το δωμάτιο.Η Τίνα κοιμόταν γυμνή και υπέροχη στο κρεβάτι μου.Έμεινα καθισμένος δίπλα της να την κοιτώ.Άγγιξα το απαλό και μαυρισμένο δέρμα της στην περιοχή ανάμεσα στα στήθη της.Κατέβηκα σιγά σιγά προς τα κάτω.Έσκυψα και φίλησα την περιοχή πάνω από το αιδοίο της.Εκείνη κουνήθηκε λίγο και σφίχτηκε πιο πολύ στο μαξιλάρι της.
Κοίταξα προς το ρολόι στο κομοδίνο.Πλησίαζε πέντε.Σε λίγο πάλι θα κοιμόμουν για καμιά ώρα το πολύ και μετά θα ξύπναγα με βαρύ πονοκέφαλο και χωρίς να θυμάμαι και πολλά από την προηγούμενη μέρα.Θα άφηνα την Τίνα να συνεχίσει τον ύπνο της,θα ξυρισζόμουν,θα έφτιαχνα καφέ και θα έφευγα για το άδειο γραφείο μου.
Τα βλέφαρά μου άρχισαν να κλείνουν.Από κάπου έξω ακούστηκε η κραυγή ενός πετεινού.Και εκείνο το κλάμα ενός μωρού .Ναι ήταν ώρα να κοιμηθώ πάλι…’’

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Η μελωδία της αυγής


Έφτασα εκεί που σμίγει
Η χαρά με την δίνη ενός
Ασάλευτου πρωινού.
Στο μεταξύ κανένας δεν
Αποκρίθηκε στην γλυκιά
Μελωδία της αυγής.
Ξεχασμένοι σε γκρίζα
Βαριά λεωφορεία της
Θλίψης και της σιωπής.
Κορίτσι μου λένε πως
Μας θάψανε σ’ένα σοκάκι
Στο τελευταίο μας φιλί.
Καλώ την ύστατη αυγή
Ξένος ηθοποιός μέσα
Στην χάλια γιορτή τους.
Άδειες οι ψυχές στέκονται
Μπροστά στην ανατολή
Φορώντας τα καλά τους.
Επίσημη τελετή σφαγής
Σε μια νέμεση που χαράζει
Το αχνό χαμόγελό σου.
Κορίτσι μου λένε πως
Μας θάψανε σ’ένα σοκάκι
Στο τελευταίο μας φιλί…

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Απόπτωση


Δειλά αφιερωμένη θυσία
Από δήμιους με φαντασία.
Τα λόγια μας δεν αρκούν
Σε θεούς που δεν ακούν…

Η ειρήνη πιστός εχθρός
Και το ψέμα εκεί φρουρός.
Επαναστάσεις ξοφλημένες
Από παλιά πουλημένες…

Κοινωνία που σιγά πεθαίνει
Σε μια φωτιά που επιμένει.
Ο κόσμος κόκκινη κορδέλα
Και τώρα ξέμεινε η τρέλα…

(αφιερωμένο στην Λίνα)

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Πύργος


Κραυγή που πνίγηκε
Σε χίλια πέτρινα δέντρα.
Λοξά βαδίζω στο πλήθος
Για την κρυφή πηγή.

Γιορτή μαζί με κηδεία
Που χάνεται όλο το φως.
Έγινε εφιάλτης το χάδι
Ανάσα βαθιά η ντροπή.

Δίσταζες να το πεις
Πως άλλαξε βίαια η πόλη.
Μέρες που σε καλούν
Χωρίς όμως να σ’αγαπάνε…

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Καθρέφτης


Ήρθε κιόλας η γλυκιά αυγή.
Ας την καλωσορίσω
Με μια βρισιά.
Παντού σπασμένα γυαλιά.
Και ένα κόκκινο χαλί
Αίμα και κρασί.
Ξεπλένω την παρακμή μου.
Ο καθρέφτης μού γελά.
Μην με κοιτάς!

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

Η συνέχεια της βροχής


Κάποτε θα το καταλάβεις
Μου είχες πει…
Η συνέχεια της βροχής
Είναι η σιωπή…

Κρυφό γέλιο στο σκοτάδι
Πένθιμη καμπάνα από μακριά.
Μην κλειδώνεις την πόρτα
Δεν υπάρχει ντροπή να κρύψεις.

Αυτό το πρόσωπο με κοιτά
Χλωμό,θλιμμένο κι επιβλητικό.
Την ψυχή που εμπιστεύτηκες
Την πούλησα σε κούφιες νύχτες.

Κάποτε θα το καταλάβεις
Μου είχες πει…
Η συνέχεια της βροχής
Είναι η σιωπή…

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Η σκιά της ημέρας


1.Tο στοίχημα

Ήταν αυτό το στοίχημα με κείνον τον παλιόφιλο τον James από τo κολλέγιο,που με έκανε να επιβιβαστώ εκείνο το πρωινό της Δευτέρας στο ταχύπλοο τύπου Sea Ray για το μικρό νησί Silence.Φόρεσα το πορτοκαλί μου σωσίβιο και μαζί με τον James ξεκινήσαμε.Από το λιμάνι της πόλης μέχρι το απομονωμένο νησάκι ήταν περίπου 3 ώρες διάρκεια το ταξίδι.Πάλι καλά που η θάλασσα ήταν αρκετά ήρεμη.
Όλα ξεκίνησαν το βράδυ μιας Τρίτης,ένα μήνα πριν,στον κήπο της πολυτελής βίλας του.Πίναμε ουίσκι σκέτο και οι δύο και μιλάγαμε για τα νεανικά μας χρόνια και τις χαζομάρες που κάναμε τότε.Τα μάτια μου δεν έχαναν την θέα της σκοτεινής θάλασσας μπροστά μας και των κυμάτων που έσκαγαν πάνω στα κοφτερά βράχια.Σε μια τέτοια σιωπή μίλησε ο James:
΄΄Πότε θα βρεις και συ μια γυναίκα Tom?Kαιρός δεν είναι να κάνεις οικογένεια?Αρκετά έζησες έτσι.’’
Γύρισα και τον κοίταξα χαμογελώντας του.Από τότε που είχε γεννηθεί το πρώτο του παιδί,καμιά δεκαπενταριά χρόνια πριν,ο φίλος μου δεν έπαυε να μου τονίζει συχνά την αξία μιας οικογένειας.
΄΄Νομίζω ότι μου μένει λίγος καιρός ακόμα James.Άλλωστε περνάω μια χαρά μόνος μου.Εγώ και ο εαυτός μου.’’
΄΄Ναι μα σου αρκεί αυτό?Δεν θες κάτι παραπάνω?’’,συνέχισε την πίεση ο παλιόφιλος.
΄΄Θα σου πω κάτι.Μου αρκεί να σηκώνομαι από το σπίτι μου,να πίνω μια μπίρα στο μπαρ του Dennis και να γυρνάω πάλι σπίτι.Αυτό μου αρκεί.’’,του απάντησα κοιτάζοντάς τον πολύ καλά και με σιγουριά.
Ο φίλος μου φάνηκε να το σκέφτεται καλά αυτό για αρκετή ώρα.Μετά ήπιε 3 γερές γουλιές ουίσκι και μου είπε::
΄΄Θες να βάλουμε ένα στοίχημα?’’
΄΄Τι στοίχημα?Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους χαζούς φίλους σου James για να διασκεδάσεις μαζί τους.’’
΄΄Όχι όχι.Αυτό το στοίχημα θα είναι διαφορετικό.Θα σου αποδείξω μ’αυτό ότι δεν γίνεται να αρκείσαι σ’αυτό που είπες.Ότι θες την παρέα των ανθρώπων γύρω σου,αλλά δεν το παραδέχεσαι.Τι λες?’’,είπε κοιτάζοντάς με προσεχτικά.
΄΄Τι κερδίζω αν σε βγάλω λάθος?’’,τον ρώτησα αδιάφορα,απλά και μόνο για να δω που το πήγαινε.
΄΄Το εξοχικό μου’’,απάντησε αμέσως και χωρίς κανένα δισταγμό.Ανασηκώθηκα στην καρέκλα μου εμφανώς παραξενεμένος.Το θέμα έπαιρνε άλλες διατσάσεις.Ο James έμοιαζε να μην αστειεύεται καθόλου.Συνέχισα:
΄΄Εγώ τι χάνω?’’
΄΄Λίγες μέρες από την ζωή σου,την ξεροκεφαλιά σου και το διθέσιό σου.’’,μου είπε.
Ένιωσα την αγανάκτηση να με πνίγει.Το διθέσιο ήταν η ζωή μου,η ψυχή μου.Δεν καταλάβαινα γιατί το ήθελε τόσο πολύ ο James.Τόσο ώστε να παίζει το εξοχικό του γ’αυτό.
΄΄Είσαι πολύ σίγουρος ότι θα κερδίσεις ε?’’,του αποκρίθηκα ειρωνικά.
Μου γέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.
΄΄Εξήγησέ μου το στοίχημα και τους κανόνες του παιχνιδιού’’,του είπα και άναψα τσιγάρο.


2.Μέρα Πρώτη

Η πρώτη φορά που αισθάνθηκα μόνος πραγματικά ήταν σε κείνη την μεγάλη πόλη που είχα πάει για ψώνια με την μάνα μου.Πρέπει να ήμουν 5 χρονών πάνω κάτω.
Σε ένα δρομάκι της είχαν στήσει πολλοί έμποροι τα πράγματά τους έξω και γινόταν χαμός από κόσμο.To κεφάλι μου ζαλιζόταν από τις γύρω φωνές και τα πολλά χρώματα.Αλλά κράταγα σφιχτά το χέρι της μητέρας μου και αυτό ήταν αρκετό.
Κάποια στιγμή όμως,εντελώς ξαφνικά και βίαια,κάποιος με έσπρωξε άτσαλα και ο δεσμός με την μητέρα μου λύθηκε.Τρομαγμένος γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω αλλά δεν είδα πουθενά το αγαπημένο μου πρόσωπο.Μετά κοίταξα ολόγυρα αλλά και πάλι τίποτα.Φώναξα την μητέρα μου δυνατά αλλά οι κραυγές μου σκεπάστηκαν από την βουή του κόσμου.
Και εκείνη την στιγμή ο χρόνος πάγωσε γύρω μου και το πλήθος έπαψε να κινείται.Και ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.Ήμουν εντελώς μόνος σε μια γεμάτη από ανθρώπους οδό.Δεν θυμάμαι πόση ώρα πέρασε που στεκόμουν εκεί ασάλευτος δίχως να κάνω τίποτα.Μα θυμάμαι ότι πριν κυλήσει το πρώτο δάκρυ ένιωσα ένα δυνατό και συνάμα τόσο γνώριμο χέρι να με αρπάζει και να με παίρνει αγκαλιά.Από τότε δεν είχα νιώσει τόσο φοβερά την μοναξιά μέσα μου.Ίσως δεν το παραδεχόμουν ή ίσως πάλι να την ξεπερνούσα γρήγορα.Δεν ήμουν άνθρωπος που θα αφήσει τέτοιες καταστάσεις να τον επηρεάσουν πολύ.Άλλωστε όλη μου την ενέργεια την απορροφούσε το εργοστάσιο υφασμάτων που μου είχε κληροδοτήσει ο πατέρας από πολύ παλιά.Είχα βάλει πείσμα από την αρχή να επεκτείνω την οικογενειακή επιχείρηση και μέσα σε λίγα χρόνια το είχα καταφέρει.Η δουλειά μου ήταν η ζωή μου.
Μα τώρα τελευταία όλο και πιο συχνά σηκωνόμουν και πήγαινα με άσχημη διάθεση στα γραφεία της επιχείρησης.Με είχε πιάσει μια νωθρότητα και μια παθητικότητα για την δουλειά.Δεν είχα αυτή την διάθεση που είχα άλλες εποχές.Μήπως έφταιγε εκείνη η Κυριακή,δύο χρόνια πριν,που είχα ανακαλύψει την πρώτη άσπρη τρίχα στα μαλλιά μου?Και που τώρα είχαν καλύψει το μισό του κεφαλιού μου?
Μια κούραση που δεν μου βγήκε τόσα χρόνια,τώρα στα πενήντα μου μού έπεσε βαριά στις πλάτες.Αλλά δεν το παραδεχόμουν.Συνέχιζα τις βόλτες μου με το διθέσιό μου,έπινα τα ποτά μου με τους φίλους μου και όχι σπάνια πήδαγα καμία από αυτές τις μικρές που τρελαίνονται με τα χρήματα και τα αμάξια.Δεν ζήταγα κάτι παραπάνω.
Κοίταξα τον James.Οδηγούσε το ταχύπλοο με το γαλάζιο ανοιχτό πουκάμισό του να ανεμίζει στον αέρα.Φαινόταν ευτυχισμένος από την ζωή του.Ο γάμος του με την Sally,πρώην αεροσυνοδός,τον είχε αλλάξει κατά πολύ.Δεν έβγαινε έξω όπως παλιά και σταμάτησε τις περιπετειούλες του με διάφορες χαζοξανθιές γκόμενες.Είχε αφοσιωθεί στην οικογένειά του και στα πετρέλαιά του.Δεν τον ζήλευα καθόλου.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Μην με ξεχνάς


Κάνει κρύο εδώ γιε μου
Στις σκιές που ανακατεύομαι
Στους δρόμους που γυρνώ…
Το σπίτι κρατάει ακόμα
Τα βήματά μου.
Ζεστασιά στην ψυχή μου
Το φως από ένα κεράκι μικρό
Σε δωμάτιο γεμάτο φωνές …
Μην σκύβεις το κεφάλι
Από τύψεις.
Τα δάκρυα σου προσευχή
Στους εφιάλτες της καρδιάς
Άνοιξη στην δικιά μου γωνιά…
Κάνει κρύο εδώ γιε μου
Μην με ξεχνάς…


(αφιερωμένο)

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Μέρες απώλειας


Είναι εκείνες οι μέρες που η ψυχή
Μιλάει και όλα γύρω σωπαίνουν.
Με μικρές κραυγές βγαίνει ο πόνος
Σμίγοντας ερωτικά με την απώλεια.

Δεν υπάρχει πια το παραμύθι σου
Κι ας το έψαχνες στην νύχτα μια ζωή.
Φεύγοντας μην ξεχάσεις να πάρεις
Αυτό που βρίζουν και το λένε ελπίδα….

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Παρακμή



Κλείδωσες την πόρτα καλά

Έξω σε γυροφέρνει μια σκιά.

Παρακμή που ήρθε σαν γιορτή.

Στην φωνή σου ντύνεις σιωπή.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

H τελευταία μάχη



Ξέθαψα την παλιά μου πανοπλία
Μέσα από σκόνη άλλων καιρών.
Ξίφος που φέγγει ακόμα στην σκιά
Καρδιά που δεν την σταματάς…

Η ώρα εκείνη του εφιάλτη ήρθε
Ένα τέλος που δεν το επιλέγεις…
Πετάω την ασπίδα στο κρύο χώμα
Ελπίδα σωτηρίας δεν μου ταιριάζει…

Βάφω με αίμα το μέτωπό μου
Μεγάλη μάχη το ξημέρωμα αρχίζει…

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Σήψη



Χώμα βρεγμένο με αλμυρό νερό
Βροχής που κάνει κύκλους στην ζωή μας.
Τα νεκρά περιστέρια θα το λένε
Ιστορία που την ντύσανε από παλιά αίμα.
Προφήτες δείχνουν στον ουρανό
Βρώμικα χέρια που κρύβουν το φεγγάρι.
Κάπου κρυφά έχασες την ψυχή σου
Τρόπαιο ακριβό στο ίδιο φτηνό παραμύθι.
Είναι αργά πια να βγεις από την λήθη…

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Οι ψίθυροι της θάλασσας



Βασισμένο σε αληθινή ιστορία


Μάρτιος 1998

Η συνέχεια της ιστορίας ενός τόπου είναι οι άνθρωποι και η θάλασσα.Ούτε τα διάφορα κείμενα ούτε τα παλιά αντικείμενα που επιμένουν στον χρόνο.Οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους τις ιστορίες του τόπου τους,τις κατάρες του και τις ελπίδες του.Και η θάλασσα τα ψιθυρίζει στους αιώνες.
Εκείνο το βροχερό βράδυ του Μαρτίου η Μαρία άρχισε να κλαίει ξαφνικά.Καθόμασταν δίπλα στο τζάκι και παίζαμε όταν άρχισε να κλαίει λέγοντας ότι την πονούσε το κεφάλι της πάρα πολύ.Αμέσως ήρθε από την κουζίνα η γιαγιά και την πήρε αγκαλιά.Προσπαθούσε να την παρηγορήσει λέγοντάς της διάφορα γλυκά λόγια.Αλλά η μικρή δεν σταμάταγε.Την πήγε προς την τζαμαρία του σαλονιού.
΄΄Κοίτα την θάλασσα Μαρία…Εσένα σ’αρέσει τόσο πολύ η θάλασσα αγάπη μου.Σε λίγο καιρό θα κάνεις μπανάκι στα νερά της…’’,έλεγε η γιαγιά.
Η μικρή ξαδερφούλα μου φάνηκε να ηρεμεί κάπως.Άρχισε να κοιτάζει την θάλασσα πνίγοντας τα αναφιλητά της.Σηκώθηκα και πήγα προς το μέρος του.Κοίταξα προς τα έξω.
Η θάλασσα ήταν σκοτεινή και αγριεμένη.Πιο μέσα αχνοφαίνονταν κάποια φώτα από τα μαύρα βουνά της Ζακύνθου.Άκουγα καθαρά τον ήχο των κυμάτων που σκάγανε πάνω στα βράχια.Εκείνο τον καιρό με φόβιζαν αυτές οι νύχτες,παιδί καθώς ήμουν.Το τοπίο ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που συνηθίζαμε τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια.Ήταν τόσο ξένο.
Γύρισα και κοίταξα την Μαρία.Είχε αρχίσει να κοιμάται στην αγκαλιά της γιαγιάς.Αλλά κάποια τελευταία δάκρυα συνέχιζαν να κυλάνε αργά αργά στα μάγουλά της.Και τότε πάγωσα από αυτό που είδα.Τα δάκρυα έμοιαζαν στην πορεία τους να χαράζουν τα κόκκινα μάγουλα της μικρής.Στο πέρασμά τους άφηναν μικρές χαρακιές.Η γιαγιά το παρατήρησε και αυτή σταματώντας ξαφνικά το νανούρισμά της.Και μετά σήκωσε τα πράσινα μάτια της και με κοίταξε έντρομη.


Μάρτιος 1918

Το χωριό είχε αδειάσει.Οι άντρες είχαν φύγει για τον πόλεμο και οι γυναίκες πήραν πάνω τους όλη την δουλειά.Στην πλατεία και στα καφενεία δεν έβλεπες κανέναν σχεδόν παρά μόνον κάτι γέρους να καπνίζουν και να συζητάνε θερμά για τον Μεγάλο Πόλεμο.Ήταν λες και ένα σύννεφο είχε πέσει πάνω στο μικρό χωριό αφαιρώντας του κάθε ζωή και χαρά.Ένα σύννεφο που σκέπαζε και όλη την Ευρώπη και όχι μόνο.
Εκείνες τις μέρες ξεκίνησε και η παράξενη ιστορία της Μαρίας που τάραξε κάπως την βουβή ζωή του χωριού.Και που με τα χρόνια κατέληξε να ακούγεται από τα χείλη των κατοίκων σαν ένα σκοτεινό παραμύθι,σαν ένας μύθος.
Η Μαρία ήταν ορφανή και από τους δυο της γονείς.Τους είχε χάσει μικρή από μια επιδημία γρίπης που είχε χτυπήσει το χωριό όταν ήταν μωρό ακόμα.Η γιαγιά της ανέλαβε να την μεγαλώσει,το μόνο άτομο που είχε πια στον κόσμο.Ζούσαν σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι δίπλα στην θάλασσα,πολύ πιο μακριά από το υπόλοιπο χωριό που ήταν πάνω στον λόφο χτισμένο.
Από παιδί η Μαρία πέρναγε όλη της την μέρα στην παραλία παίζοντας με την άμμο και κυνηγώντας τα καβουράκια στα βράχια.Και όταν ο καιρός το επέτρεπε βούταγε στην θάλασσα και κολυμπούσε με τις ώρες.Ήταν φτωχή αλλά ευτυχισμένη.
Την εποχή λίγο πριν τον πόλεμο η Μαρία είχε αρχίσει να δουλεύει καθαρίζοντας σπίτια και αυλές.Η γιαγιά της ήταν πια πολύ μεγάλη για τέτοια.Αλλά παρόλη την δουλειά της,η Μαρία έβρισκε χρόνο να πηγαίνει στην θάλασσα,κυρίως την ώρα που ο ήλιος χανόταν πίσω από τα βουνά της Ζάντε.
Ήδη δεν ξεκίνησα την ιστορία μου και νιώθω να με τραβάει σε βαθιά νερά…Η προσπάθεια να ζωντανέψω έναν κόσμο σχεδόν πεθαμένο με εξαντλεί αφάνταστα…
Μα τα πρόσωπα πιέζουν να ξαναγεννηθούν και οι μορφές τους επιτακτικά μου λένε να συνεχίσω.
Σε ένα από αυτά τα ηλιοβασιλέματα γνώρισε τον Στέργιο.Ένα παιδί από γειτονικό χωριό που ψάρευε στα νερά αυτά με τον πατέρα του.Εκείνο το δειλινό ο Στέργιος ήταν με τον φίλο του τον Νίκο στην βάρκα,όχι πολύ μακριά από την αμμουδιά.Ξαφνικά η Μαρία είδε την βάρκα να κατευθύνεται προς τα έξω στην παραλία της,αντί να συνεχίσει την συνηθισμένη της πορεία προς τα δυτικά.
΄΄Έχουμε μια διαφωνία με τον φίλο μου’’,της μίλησε πρώτος ο Στέργιος.
΄΄Σε είδαμε κάτι να γράφεις στην άμμο.Ο Νίκος πιστεύει ότι έγραφες το όνομά σου αλλά εγώ δεν συμφωνώ…’’,συνέχισε ο Στέργιος.
Η Μαρία δεν μιλούσε ενώ ο Νίκος,πιο πίσω από τον Στέργιο,γέλαγε θριαμβευτικά σίγουρος για την νίκη του.Τελικά η κοπέλα έσπασε την σιωπή της.
΄΄Εσύ τι πίστευες δηλαδή?’’,ρώτησε τον Στέργιο κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
΄΄Πίστευα ότι ζωγράφιζες τον ήλιο καθώς δύει’’,απάντησε χαμογελαστός.
Η Μαρία δεν αποκρίθηκε παρά πλησίασε το μέρος που είχε γράψει πάνω στην άμμο.Κοίταξε τον Στέργιο.
΄΄Εχεις δίκαιο.Αυτό έκανα.’’,και με το γυμνό της πόδι έσβησε το χαραγμένο πάνω στην άμμο όνομά της.Το χαμόγελο του Νίκου πάγωσε και το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση μίσους και οργής.
Η βάρκα εκείνη έφερε τον έρωτα και ατέλειωτα ευτυχισμένα ηλιοβασιλέματα στην Μαρία και τον Στέργιο.Μα όλα τα καλά γρήγορα τελειώνουν.Η ιστορία και τα γεγονότα σε προλαβαίνουν και σε ξεγυμνώνουν χωρίς να το καταλάβεις.
Ο Μεγάλος Πόλεμος έφερε την ανησυχία στα πρόσωπα των κατοίκων.Μια ανησυχία που έγινε μεγαλύτερη όταν από την Ζάκυνθο έφτασε στην θάλασσά τους το αγγλικό μεταγωγικό ‘Flesh’.Δεκάδες βάρκες από το πλοίο έφτασαν στην στεριά άδειες σχεδόν.Το ίδιο απόγευμα της Κυριακής οι βάρκες αυτές ήταν γεμάτες από άντρες που φεύγαν για τον πόλεμο.Και πίσω τους άφηναν μια παραλία γεμάτη πρόσωπα δακρυσμένα και σκυθρωπά.
Της είχε χαρίσει έναν ασημένιο σταυρό πριν φύγει.Το κάτω άκρο του κατέληγε σε μύτη ξίφους.Δεν τον έβγαζε ποτέ από πάνω της.
Μετά από κάποιες μέρες στο χωριό άρχισε να πληθαίνει το μαύρο.Κάθε Δευτέρα έρχονταν γράμματα από το μέτωπο και μαζί τους έρχονταν και οι νεκροί μέσα στις γραμμές.Έμοιαζε η Κυριακή ολόκληρη μια προσευχή και η Δευτέρα μια μαύρη απογοήτευση.
Μια τέτοια Δευτέρα ήρθε και ο Στέργιος νεκρός σε δύο γραμμές ενός κιτρινισμένου
χαρτιού.Τα επόμενα δειλινά η Μαρία έκλαιγε δίπλα στα βράχια με τον σταυρό του στο χέρι.Τα δάκρυά της ανακατεύονταν με το αφρισμένο νερό των κυμάτων.Από τότε άρχισε να χάνει τα λογικά της.
Άλλαξε σπίτι και ανέβηκε στο χωριό μακριά από την παραλία.Μάταια η γιαγιά της πάλευε να της αλλάξει γνώμη.Η Μαρία μισούσε την θάλασσα.
Ήταν Μάρτιος όταν άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες στο χωριό ότι η ορφανή τρελάθηκε.Λέγαν ότι κάθε Κυριακή βράδυ κατέβαινε από το χωριό στην παραλία σαν υπνωτισμένη και στεκόταν εκεί μιλώντας στην θάλασσα.Στην αρχή ήρεμα και μετά από λίγο άρχιζε να την βρίζει με λόγια άσχημα και κατάρες φοβερές.Κανένας δεν τόλμαγε να την σταματήσει και να την ηρεμήσει.Υπήρχε κάτι στην όψη της που τους τρόμαζε.
Δεν αργεί μια ταλαιπωρημένη ψυχή να γίνει το μαύρο πρόβατο όλων των συμφορών ενός τόπου.Οι νεκροί αυξάνονταν συνέχεια και η συμπόνοια για την Μαρία μετατράπηκε σε καχυποψία.Και μετά η καχυποψία σε μίσος.Οι ντόπιοι άρχισαν να την κατηγορούν κρυφά στην αρχή και μετά ανοιχτά ότι προκαλούσε όλο το κακό με την συμπεριφορά της.Οι κατάρες της στην θάλασσα γύρναγαν πάνω στο χωριό τους.
Άρχισαν να την απειλούν και να της λένε να σταματήσει.Μα εκείνη δεν άκουγε κανέναν.
Μια μέρα που καθόταν στην αυλή και έκλαιγε πέρασε μια γειτόνισσα και της είπε
΄΄Ως πότε θα κλαις τον νεκρό και θα φέρεσαι έτσι?Κάποτε θα σταματήσεις κι εσύ’’
Το άλλο πρωί η Μαρία είχε χαράξει το πρόσωπο της βαθιά.Είπαν ότι ήταν δάκρυα αυτά και ότι το έκανε με τον ασημένιο σταυρό του αγαπημένου της.Έτσι τα δάκρυα δεν θα φεύγαν ποτέ από πάνω της.
Όταν το έμαθε αυτό ο ιερέας του χωριού είπε απλά την λέξη ΄΄δαιμονισμένη’’ σκορπώντας στους άλλους τον πανικό μέσα στην εκκλησία.Μετά τους ηρέμησε λέγοντας τους ότι αυτός και ο γιος του ξέραν τι έπρεπε να κάνουν για να σώσουν αυτή την αμαρτωλή ψυχή.Και ο γιος του,που με το που είχε αρχίσει ο πόλεμος τάχτηκε στην υπηρεσία του Θεού,συμφώνησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του.Μονάχα ο δάσκαλος του χωριού τόλμησε να πει ότι η κοπέλα αυτή χρειαζόταν άλλου είδους βοήθεια.Μα ήταν νέος και δεν είχε την σοφία του γέρο ιερέα.Κανείς δεν τον άκουσε και τα λόγια του πέταξαν για λίγο ανάμεσα στις εικόνες αγίων και στα αναμμένα κεριά και μετά χάθηκαν.
Η τελευταία Κυριακή της Μαρίας ήταν βροχερή από το πρωί.Σηκώθηκε την ίδια ώρα το βράδυ από το κρεβάτι της και τράβηξε για την παραλία.Πιο πίσω ακολουθούσε με δάδες και φανάρια αναμμένα όλο το χωριό με τον ιερέα μπροστά μπροστά.Κρατούσε έναν μεγάλο μεταλλικό σταυρό και κάτι έψελνε.Η βροχή έμοιαζε να μην ενοχλεί κανέναν.
Η Μαρία σταμάτησε δίπλα στα μεγάλα βράχια.Μέσα στην νύχτα φαινόταν μόνο το άσπρο της φόρεμα και τα μακριά καστανά μαλλιά της που τα παρέσερνε ο άνεμος.Άρχισε να μιλάει πάλι στην θάλασσα.Ήρεμα στην αρχή και μετά με μεγαλύτερη ένταση.Στο τέλος άρχισε πάλι να την βρίζει τραβώντας τα μαλλιά της.
Μετά έπεσε πάνω στον βράχο έχοντας σπασμούς σε όλο της το σώμα.
Το πλήθος είχε μείνει ακίνητο και άφωνο.Ο ιερέας προχώρησε αργά και σταθερά προς το μέρος της φωνάζοντας λόγια επιτακτικά στον δαίμονα που πίστευε ότι την είχε κυριεύεσει.Και τότε έγινε κάτι συγκλονιστικό.
Μια αστραπή δυνατή χτύπησε τον σταυρό του παπά σκοτώνοντας τον αμέσως.Οι κάτοικοι πάγωσαν για λίγο στην αρχή και μετά άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι προς το χωριό.Ο τρόμος τους είχε συνεπάρει την ψυχή.
Το επόμενο πρωί όταν οι πρώτοι θαρραλέοι ξαναπήγαν στην παραλία βρήκαν την γιαγιά της ορφανής να μοιρολογάει δίπλα στο άψυχο κορμί της κοπέλας.Κάποιος είχε καρφώσει ένα μαχαίρι στην καρδιά της Μαρίας πάνω στον βράχο.Στο χέρι της ακόμα κρατούσε σφιχτά το σταυρουδάκι της.
Μόλις είδε τους κατοίκους η γρια άρχισε να εκτοξεύει κατάρες πάνω τους.Λίγο πριν καταρρεύσει και αυτή την άκουσαν να λέει:
΄΄Τα δάκρυα της κόρης μου να χαραχτούν για πάντα στα πρόσωπα των παιδιών σας!’’


Μάρτιος 1998

Πάνε ώρες που η μικρή κοιμάται μέσα στο δωμάτιο.Αύριο θα την πάμε στον γιατρό για τα περίεργα σημάδια που έβγαλε στα μάγουλά της.Λίγο πριν κοιμηθώ ξανακοιτάζω προς την θάλασσα.Κάτι τέτοιες ώρες με φοβίζει πολύ…