Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Aντικατοπτρισμοί









Ένα σύννεφο μου πήρε την μιλιά
Και μείναμε άφωνοι κυρά Μαρία 
Να κοιτάμε εμάς στην άκρη του δρόμου
Να νομίζουμε ότι βλέπουμε

Α ν τ ι κ α τ ο π τ ρ ι σ μ ο ύ ς

Σε γαλήνια λίμνη.

Να λέμε ποιήματα μέσα μας,
Στις γυναίκες που ανταλλάσαμε βλέμματα
Μέσα από τα λεωφορεία,

Από τις άκρες των μπαρ,

Από τις άκρες των ακροδαχτύλων μας,

Λέγαμε κορυφαία ποιήματα
Με αποκλειστικούς ακροατές εμάς,
Τους εαυτούς μας κυρά Μαρία.

Αλλά το αποδεχτήκαμε κι αυτό
Όπως και τόσα άλλα
Κι έρχεσαι τώρα εσύ, μας ακουμπάς λουλούδια
Στα μάρμαρα πάνω που σκάλισαν
Το όνομά μας,
Ίσως κι ένα γνωστό ρητό,
Εύκολο στη θύμηση,
Να το λένε στις δύσκολες στιγμές οι άντρες
Να το κλαίνε στις δύσκολες στιγμές οι γυναίκες.

Έρχεσαι τώρα με κομμάτι κρέας από το χασάπη,
Με φρούτα σιτεμένα και ψωμί προχτεσινό,
Έρχεσαι και ζητάς να μας διαβάζεις,
Να μας γεμίσεις σάλια και ιδρώτα
Κι ονείρατα.

Έχουμε όμως πάψει χρόνια τώρα να μιλάμε
Είμαστε αγάλματα στις άκρες των δρόμων,
Των λεωφόρων των πόλεών σας.
Τα σύννεφα μάς πήραν τη μιλιά,
Την ταξιδεύουνε για αλλού.
Και μείναμε στην άκρη του δρόμου
Να κοιτάμε εμάς
Να νομίζουμε ότι βλέπουμε

Α ν τ ι κ α τ ο π τ ρ ι σ μ ο ύ ς

Σε μια γαλήνια λίμνη.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

40 χρόνια Φλεβάρης










Τον σκέπασε με τον χειμώνα, έτσι έλεγε μετέπειτα το χιόνι,
Που με την χούφτα της έριξε πάνω στο πρόσωπό του,
Τα χέρια της την έκαιγαν από τότε πάντα τέτοια εποχή,
Ίσως έφταιγε ότι στον ύπνο της έβλεπε σκοτάδια με φωνές
Και ξύπναγε τα βράδια λουσμένη στον ιδρώτα, σε ενοχές.
Πιο πέρα
Τρία τέσσερα σπίτια πιο χάμω,
Λίγο πριν βγεις στην μαρίνα, όπου χαράματα φέρνανε
Οι ψαράδες την σοδειά τους την θερισμένη από την  θάλασσα,
Εκεί στο διώροφο άσπρο σπίτι
Έσφιγγε ο Χρήστος την γραβάτα του κάθε ίδιο πρωί,
Μύριζε το πουκάμισό του καφέ αμύγδαλο πικρό
Κι όσο περνάγανε τα ίδια χρόνια στα ίδια πρωινά,
Σκεφτόταν πως ήθελε να ντύνεται ψαράς, να βγαίνει εκεί έξω,
Να λέει ιστορίες της θάλασσας στους άλλους,
Να καπνίζει πίπα, και άλλα τέτοια του νησιού
Και της λογοτεχνίας,
Μα δεν βγήκε η ευχή γιατί μπήκανε άλλες ευχές στη μέση
Και κάπως έτσι βγήκαν τα πρωινά με την γραβάτα
Και την μυρωδιά αλεσμένου καφέ σε μηχανή,
Δίπλα στη θάλασσα υποκρινόταν την τέλεια ζωή,
Δίπλα στο όνειρο, αυτός ζούσε την άλλη ζωή.
Και πιο δίπλα στην γυναίκα δίχως χέρια,
Που την ονομάζανε τρελή
Γιατί γύρναγε στα βουνά του νησιού,
Έλεγε ιστορίες για έναν άντρα που δεν είχε ποτέ,
Που τον είχε θάψει πριν χρόνια,
Πριν ασπρίσουν τα κατάξανθα μαλλιά της – σπόρος Ιταλού με ντόπια –
Πριν πει τις ιστορίες με το χιόνι
Και με τα χέρια που την καίνε πάντα τέτοια εποχή…

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Η Κρύπτη της Παρηγοριάς












Υπήρχε μια κρύπτη στον χειμώνα
Άνθρωποι σαν κι εμάς
Ελπίζανε να βρουν ζεστασιά
Να βρουν άλλα μέρη, μαγικά
Φανταστικούς κόσμους
όπου εκείνη θα τους αγαπούσε και
δεν θα τους πρόδιδε ποτέ.

Ήταν η Κρύπτη της Παρηγοριάς
Και μαζεύονταν εκεί όλα τα ρεμάλια
Της μικρής αυτής τενεκεδούπολης,
Τα ρεμάλια που το παίζανε ποιητές
Για να πηδάνε καμιά πεσμένη πριγκίπισσα
Που και που κι όχι τόσο συχνά,
Ποιητές στην σκιά άλλων φανταχτερών
Που πλασάριζαν τον εαυτό τους σε βιτρίνες
Υπολογιστών, σε βιτρίνες περιοδικών,
Κάτασπρα δόντια, χωρίς κρύπτες χαμόγελο.

Και κάπως έτσι πέρναγε ο χειμώνας
Κι ερχόταν η άνοιξη σιγά σιγά και η ζέστη
Και λιώναμε κι εμείς σαν τους αυτοσχέδιους μικρούς
Χιονάνθρωπους πάνω σε παρμπρίζ αυτοκινήτων
Κυλάγαμε καταραμένοι στο χώμα ψάχνοντας κρύπτες.

Αλλά πού να βρεις κρύπτη να σε χωρέσει την Άνοιξη;
Πού να βρεις;


Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Ξέφρενη πορεία νυχτερινή








ένας ακρίτας έλεγε ιστορίες σε όλους μας,
δεν υπήρχε φωτιά ούτε θάλασσα,
το αμάξι τσούλαγε πάνω στην άσφαλτο
και οι σταθμοί ανακατεύονταν με ξένες γλώσσες
γεμάτες καημό και αγάπη υποθέτω...

υπήρχε ωστόσο ένα φεγγάρι εκεί ψηλά,
το προσέχαμε καθώς μας μίλαγε,
τίναζε τον καπνό του έξω νευρικά,
μάς ρώταγε αν είμαστε εντάξει εκεί πίσω,
ήμασταν στριμωχτά είναι η αλήθεια,
μα δεν μας ένοιαζε καθόλου.

είσαι ένας ακρίτας ποιητής,του είπε η Μαίρη
αυτός γέλασε δυνατά  και της έσκασε ένα φιλί.

το νησί είναι πιο ωραίο το χειμώνα,
συνέχιζε σα να μονολογεί,
όταν όλα σωπαίνουν ακούς τη μουσική, έλεγε.
Ω! Σώπα πια, του λέγαμε μια φωνή όλοι.

οδηγούσαμε τους ίδιους δρόμους κύκλο,
ξέφρενη πορεία νυχτερινή,
ήταν καλοκαίρι και ήμασταν νέοι,
τίποτε άλλο δεν υπήρχε εκεί για μας
πέρα από ζεστές μέρες
και νιάτα.



Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Eπικυρωμένα αντίγραφα πτυχίου





Φώναζε την γυναίκα του μες στο σκοτάδι
Εκείνη έκανε πως δεν ακούει και τάχα η βροχή
Ήταν πιο δυνατή από τις κραυγές του
Η βροχή κάλυπτε τα πάντα που λες αλλά
Δεν έφτανε
Δεν έφτανε να βουλιάξει την παράνοια της πόλης
Ωστόσο όταν κάτι μιλάει μες στην ψυχή σου
Όλοι οι άλλοι ήχοι παύουν, έτσι δεν είναι;

Η τηλεόραση έπαιζε τις ίδιες μαλακίες
                4 χρόνια τώρα
Κι αυτός 4 χρόνια τώρα γύρναγε με επικυρωμένο
Αντίγραφο πτυχίου
Από δουλειά σε δουλειά
Ξύπναγε με αυτό κοιμόταν με αυτό
Τον απολύανε με αυτό
Σκούπιζε τραπέζια με αυτό
Τύλιγε ψάρια με αυτό
Σκούπιζε παχυλούς κώλους με αυτό.

Κι αυτή
Άφηνε την τηλεόραση ανοιχτή να παίζει βουβή
Την ηρεμούσε
Ηρεμούσε και το μωρό, ησύχαζε από τα κλάματα
Και οι δυο τους, μάνα και γιος ησύχαζαν.
Με το δικό της επικυρωμένο αντίγραφο πτυχίου
Σκούπιζε τα τζάμια του σπιτιού,
Κι ας έβγαινε με δυσκολία η βρώμα της  πόλης,
Με το δικό της πτυχίο
Έστρωνε το τραπέζι
Σκέπαζε το μωρό στην κούνια
Έπλενε τα πιάτα
Σκούπιζε τα δάκρυά της.

Φώναζε μεθυσμένος την γυναίκα του μες στο σκοτάδι
Εκείνη έκανε τάχα πως δεν τον ακούει λόγω βροχής
Στο τέλος θα του άνοιγε την πόρτα
Θα έπεφτε σιωπηλή για ύπνο δίπλα του
Θα τον συγχωρούσε
Άλλωστε κάθε υγιής οικογένεια είχε και από τέτοια
Π ε ρ ι σ τ α τ ι κ ά
Που και που.
Κάθε υγιής οικογένεια με επικυρωμένα αντίγραφα πτυχίου…


Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Σε σκέπασαν με το Φθινόπωρο





Συντρόφευαν τη στερνή σου ανάσα 
Εικόνες από κείνο το ταξίδι στην ανατολή.
Ήσουν στο κρεβάτι κι έφευγες 
Και σιμά σου εμείς να ψιθυρίζουμε θλιμμένοι.
Έλεγες φωναχτά στον ύπνο σου
Ότι είσαι σε ένα αμάξι που τρέχει συνοδηγός,
Κοιτάς τα όμορφα τοπία να περνούν γραμμές πράσινες
Έξω από το παράθυρό σου, αχνίζει η ανάσα σου στο τζάμι,
Αγγίζεις νοητά τα έξω με το χέρι σου,
Θέλεις να αγγίξεις τα λιβάδια, την ομορφιά.
Γελάς στον ύπνο σου.

Κι εμείς
Εμείς ακούγαμε και δακρύζαμε
Ξέροντας.
Έξω ερχότανε φθινόπωρο εδώ και μήνες
Κι όλο το περιμέναμε,
Μα έμενε ένα καλοκαίρι επίμονο,
Κι όλο περιμέναμε,
Τραβάγαμε τα παιδιά μας από το χέρι με το ζόρι
Να πάνε στα σχολεία,
Δέναμε κόμπο τις γραβάτες μας να πάμε στα γραφεία
Κι όλο περιμέναμε,
Να δούμε κίτρινα φύλλα στους δρόμους,
Να δούμε βροχές πάνω στις πλατείες.

Ήσουν στο κρεβάτι τότε και έφευγες,
Σιμά σου εμείς σκυθρωποί κλεφτά κοιτάζαμε την ώρα.
Είπες ότι είσαι σε ένα αμάξι συνοδηγός,
Τρέχετε μέσα σε απέραντα λιβάδια,
Είναι  Αύγουστος στο όνειρό σου,
Ήταν Αύγουστος όταν έγινε η στιγμή το σάβανό σου.
Ο αέρας παίρνει τα μαύρα σου μαλλιά προς τα πίσω,
Της χαϊδεύεις το μάγουλο, γυρίζει και σε κοιτάζει ευτυχισμένη.

Άφησες έναν λυγμό να πνιγεί μες στο λαιμό σου,
Έλεγες ότι τα πράσινα λιβάδια τελείωναν
Έπεφτα φύλλα και ψιχάλες από ψηλά.
Έβλεπες κίτρινα φύλλα παντού,
Κίτρινα φύλλα στο πρόσωπό της,
Κίτρινα φύλλα στο χαμόγελό της.
Ήρθε το φθινόπωρο, είπες σιγά,
Κι έφυγες.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο θλιβερός στόλος της Ανταρκτικής





Ήταν όπως άγγιζες το δέρμα του
Ξεπετάγονταν από τους πόρους μαύρα περιστέρια.
Οι γυναίκες του συχνά αναρωτιόντουσαν γιατί θεέ μου
Αφού η επιδερμίδα είναι λευκή,
Κάτασπρη σαν χλωμό φεγγάρι πάνω από την Ανταρκτική.
Στο τέλος απογοητευμένες παίρνανε το δρόμο της
Επιστροφής.
Μπορούσες να δεις στις μεγάλες εποχές δόξας του,
Τις σχεδίες των γυναικών να πλέουν ήρεμες στον ωκεανό
Να γυρνάει πίσω το θηλυκό τσούρμο
Κι αυτός αγέρωχος να στέκεται στην παγωμένη στεριά
Να τις παρατηρεί καπνίζοντας μια πίπα
Σαν θαλασσόλυκος μιας αιώνιας ακτής που έχτισε μόνος
Και παγιδεύτηκε εκεί.
Γιατί έχει μαύρη ψυχή και δεν αγαπά
Κι οι σχεδίες φεύγανε όλες μαζί, στόλος αστείος και θλιβερός,
Με τα φαναράκια στα χέρια των γυναικών
Να φωτίζουν κίτρινα τα πρόσωπά τους
Και να κάνουν αντανακλάσεις στο σκοτάδι του ωκεανού
Και της νύχτας.