Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Ήμουν εδώ


Είναι αυτός ο γνώριμος
παιδικός εφιάλτης
που επέστρεψε .
Εγώ να κρατιέμαι
από μια σκεπή
και από κάτω το χάος.
Κι αυτό το σκοτάδι
να με τραβάει
κοντά Του.
Να αγωνίζομαι
πεισματικά
στην δύναμή Του.
Μα στο τέλος να χάνω.

Ποτέ μου
δεν κατάλαβα γιατί
επιμένω να παλεύω.
Αφού η ίδια μου η πτώση
με έβγαζε από
τον εφιάλτη.

Μέρες τώρα
υπάρχει αυτός ο ξένος
στο σπίτι μου.
Mε αγνοεί
και με εξουσιάζει.
Κοιμάται στο κρεβάτι μου,
διαβάζει τα βιβλία μου,
καπνίζει τα τσιγάρα μου.
Προσπάθησα στην αρχή
να τον διώξω.
Αλλά πάντα σερνόμουν
στην γωνιά μου
ματωμένος.
Ηττημένος.

Ο άγγελος που κάποτε
μου μίλαγε γλυκά
πριν κοιμηθώ,
τώρα πίνει κρασί
με τον ξένο.
Γελάει με την κατάντια μου,
φτύνει χολή στα χαλιά μου
στοιχειώνει τα βράδια μου.

Από νωρίς ξεκίνησε πάλι
το γλέντι τους.
Άρχισαν ήδη να πετάνε
τους στίχους μου
στην φωτιά.
Ο ξένος γυρνάει και
μου γελάει.
Άψυχα δικά μου μάτια
και υποταγή.
Αλλά τότε μπροστά μου
ανοίγονται θάλασσες
και ουρανοί.
Κι ένα παιδί
που γράφει στην παραλία.
Σφίγγω το μαχαίρι
πάνω στο στήθος μου.
Ο ξένος με κοιτάει
περιμένοντας.
Του χαμογελάω ήρεμα.

Το παιδί χάνεται,
λίγο πριν σηκωθώ,
λίγο πριν γράψει στην άμμο,
΄΄Ήμουν εδώ.’’


(στον Sailor,τον Δ.Χέρα και τον Ν.Στυλιανού)

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Γράμμα στην Λ.


Αυτό που ήξερα
Φαινόταν ιερό
Και κεντημένο
Στην δική του
Γωνιά.

Τρεις στους τέσσερις
Θα σου πουν όχι.
Τον τελευταίο
Θα τον σταυρώσουν
Στην πλαγιά.

Ψάχνω τις λέξεις
Αυτές τις σωστές
Τις πολύ απλές
Να πουν αυτό
Το αληθινό.

Ακίνητες ωχρές μορφές
Στην βουβή βροχή.
Ένα αόρατο χέρι
Άρχισε ήδη βιαστικά
Την σφαγή.

Ψάχνω τις λέξεις
Αυτές τις σωστές…

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Όταν πέθανε η ποίηση


Πάνε μέρες που έπαψες
Να κλαις
Εκεί κοντά στο παράθυρο.
Η ικεσία στα μάτια σου
Έγινε
Νεκρή αυγή.
Σαν άχαρη σκιά τώρα
Ακολουθείς
Τα βήματά μου.
Δεν σε διώχνω
Γιατί πια
Το ξέρω.
Φεύγεις μόνη σου σιγά σιγά.

΄΄Εδώ κάναμε έρωτα
Πρώτη φορά’’
΄΄Εδώ έκλαψες
Στην αγκαλιά μου’’
΄΄Εδώ η οργή σου
Τελείωσε σε όμορφο χάδι’’


Νυχτερινοί ιδρώτες
Με βγάζουν
Απ’τα όνειρά μου.
Φαίνεται αποκοιμήθηκες πάλι
Στην γωνιά του κρεβατιού.
Ύστατο γλυκό φιλί
Στο μέτωπό σου.
Ύστατο φιλί
Σε σένα…

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Ομίχλη


1.

Το πτώμα άνηκε στον νεαρό Τζέιμς Άνταμς,κάτοικο μιας φτωχογειτονιάς στην περιοχή του Πρόβιντενς.Ζούσε σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι πάνω το οποίο έπεφταν οι σκιές από τους ψηλούς γυάλινους ουρανοξύστες,κάπου 300 μέτρα πιο δυτικά.Ο πλούτος δίπλα δίπλα με την φτώχεια.
Εκείνο το βροχερό πρωινό είχα να κάνω κάτι βαρετές δουλειές γραφείου που συνέχεια τις ανέβαλα για τις επόμενες μέρες.Είχε έρθει όμως ο καιρός και γ αυτό ήμουν στα νεύρα από νωρίς το πρωί.Είχα και αυτόν τον μαλάκα τον διευθυντή που τις τελευταίες βδομάδες αντί γ καλημέρα μ έλεγε ΄΄Σύλλα τατοποίησε τις γαμημένες αναφορές σου και φέρ’τες επιτέλους’’.Είχε καταντήσει μόνιμη ζαλάδα στο κεφάλι μου.
Έβαλα αρκετό γαλλικό μαζί με μια κουταλιά ζάχαρη στην κούπα μου και την ακούμπησα δίπλα από το πακέτο με τα τσιγάρα.Πήρα μια βαθιά ανάσα και έβγαλα από το πρώτο συρτάρι του γραφείου μου μια στίβα χαρτιά.Διάλεξα το πρώτο πάνω πάνω και άρχισα να γράφω τις τυπικές γραφειοκρατικές βλακείες στον υπολογιστή.Στα πρώτα δέκα γράμματα είχα κουραστεί ήδη.Άναψα τσιγάρο.Τότε χτύπησε το τηλέφωνό μου.
΄΄Σύλλας,παρακαλώ?’’,μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής άρχισε να μου μιλάει αλλά επειδή γινόταν χαμός στο τμήμα,δεν άκουγα τίποτα.Γύρισα προς τον χοντρό Φρέντυ δίπλα μου που εκείνη την ώρα έβαζε τις φωνές σ έναν νέο αστυφύλακα ΄΄Φρέντυ μπορείς να βγάλεις τον σκασμό γ λίγο αγόρι μου??’’,του φώναξα αγριεμένα.Εκείνος με κοίταξε για λίγο θυμωμένα και μ έκανε κωλοδάχτυλο.Έπειτα το βούλωσε.Ξαναγύρισα στο ακουστικό.
΄΄Παρακαλώ?Είχε φασαρία και δεν άκουγα πριν…’’,είπα στην γυναίκα που με είχε πάρει πριν λίγο.
΄΄Διακρίνω νεύρα ντετέκτιβ??’’,με ρώτησε η γυναικεία φωνή που δεν ήταν άλλη από την Πόλυ.
΄΄Κακιά μέρα Πόλυ.Τι κάνεις?’’,την ρώτησα γνωρίζοντας όμως από μέσα μου ότι πάλι κάτι είχε γ μένα αυτή η ξανθιά δημοσιογράφος της City News.Το ηθικό μου κάπως ανέβηκε από την προσμονή μιας υπόθεσης που θα με έβγαζε από το σημερινό μαρτύριο.
΄΄Εγώ καλά ντετέκτιβ αλλά όχι και η φίλη μου η Κρίστι.Βρήκαν τον αδερφό της νεκρό τα ξημερώματα σε ένα σοκάκι κοντά στο σπίτι του.Πρόβιντενς,Φολ 23.’’,μου είπε η κοπέλα και σταμάτησε περιμένοντας την αντίδρασή μου.Πάντα το έκανε αυτό.Πέταγε την πληροφορία και μετά απλά περίμενε.Είχα αρχίσει να το διασκεδάζω πια.Σκέφτηκα να παίξω λίγο μαζί της.
΄΄Και που κολλάω εγώ Πόλυ?Απ’ότι ξέρω έχει τμήμα η περιοχή αυτή.’’,της απάντησα.
΄΄Έχει όντως ντετέκτιβ,αλλά θα ήθελα να το κοιτάξεις κι εσύ λίγο.Η Κρίστι είναι πολύ καλή μου φίλη και ήξερα και τον Τζέιμς,τον αδερφό της.’’
΄΄Κατάλαβα…Ε θα δω το πρόγραμμά μου για σήμερα και αν μπορέσω θα περάσω από κει να ρίξω μια ματιά.’’,εν τω μεταξύ είχα ήδη σημειώσει την οδό πάνω σε ένα χαρτάκι και είχα βάλει το πακέτο με τα τσιγάρα στην τσέπη μου.
΄΄Ευχαριστώ Σκότυ..’’,μου είπε με πιο γλυκιά φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο.
Σηκώθηκα,έσβησα το τσιγάρο που μόλις πριν είχα ανάψει και φόρεσα το παλτό μου.Τράβηξα προς το γραφείο του διευθυντή.Μπήκα μέσα χωρίς να χτυπήσω.Στις αρχές που έκανα αυτό το λάθος,με άφηνε να περιμένω για κανένα δεκάλεπτο πριν μου απαντήσει ΄΄Πέρασε’’ ο μπάσταρδος.
΄΄Γιατί δεν χτυπάς πριν μπείς??Είχα δουλειά!’’,μου φώναξε πίσω από το πολυτελές γραφείο του.Κοίταξα την μικρή τηλεόραση που έπαιζε στην γωνία ένα χαζό πρωινό σόου.Ένας πούστης χοροπήδαγε και κάτι χοντρές κυρίες τον ακολουθούσανε.Γύρισα στον διευθυντή.
΄΄Ναι το βλέπω…’’,του είπα ειρωνικά.
Εκείνος άρχισε να γίνεται πιο κόκκινος απ’ότι ήταν συνήθως.Ερχόταν μπόρα και δεν ήθελα με τίποτα να βραχώ.
΄΄Κύριε διευθυντά έχω μια σημαντική δουλειά και πρέπει να λήψω για κανα δυο ώρες.’’,του είπα με πιο μαλακό τόνο τώρα.Αλλά αντί να τον ηρεμήσει αυτό,συνέχισε να γίνεται πιο κόκκινος και το κάτω χείλος του άρχισε να τρεμοπαίζει.Η μπόρα θα ξέσπαγε.Τελικά φάνηκε να ησυχάζει κάπως.Είχε και την πίεση του να προσέχει.
΄΄Τα χαρτιά πότε θα είναι έτοιμα?’’,με ρώτησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
΄΄Αύριο το πρωί θα είναι στο γραφείο σας.’’,του απάντησα και ούτε κ γω το πίστευα αυτό.Δεν φάνηκε να τον πείθει η απάντηση μου.
΄΄Σύλλα,πρόσεξε καλά,αύριο το πρωί θα τα έχεις έτοιμα αλλιώς θα γευματίζω με τον κώλο σου για πρωινό για πολλές μέρες!’’,μου ούρλιαξε χτυπώντας το δεξί του χέρι πάνω στο γραφείο του.
΄΄Ελπίζω τουλάχιστον να είναι νόστιμος’’,του αποκρίθηκα,φεύγοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα από κει.Όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου αυτός συνέχιζε να ουρλιάζει…


2.

Τα παιδιά της Σήμανσης είχαν σαρώσει για τα καλά τον χώρο.Μια μπλε κορδέλα της αστυνομίας έφραζε την ανατολική είσοδο στο στενό,που είκοσι μέτρα πιο κάτω κατέληγε σε αδιέξοδο.Μια λίμνη ξεραμένου αίματος βρισκόταν στην αρχή του στενού.
Είχα αργήσει.Δεν ήταν κανένας εδώ παρά μόνο κάτι κίτρινα γαρύφαλλα που με κοίταζαν θλιμμένα δίπλα στην κόκκινη λίμνη.Τα σήκωσα και τα κοίταξα.Δεν ήταν από μαγαζί.Απόρρησα στην σκέψη ότι μπορούσε κάποιος ακόμα να βρει τέτοια λουλούδια σ’αυτή την πόλη.Τα άφησα πάλι ευλαβικά στο σημείο που ήταν.Άναψα τσιγάρο.
Η γειτονιά αυτή ήταν μια από τις πιο φτωχές στην πόλη.Λαθρέμποροι και πρεζόνια σκοτώνονταν ανά καιρούς μεταξύ τους.Και στο ενδιάμεσο φτώχεια και εξαθλίωση.
Θυμάμαι μια φορά έναν γερουσιαστή που ήρθε εδώ να μιλήσει.Άρχισε να λέει λόγια μεγάλα για τα αίτια αυτής της εξαθλίωσης και πως θα την αντιμετωπίσει και άλλα τέτοια.Θυμάμαι που άρχισα να γελάω και οι άνθρωποι στις πίσω σειρές με κοίταξαν απορημένοι.Ο υποδιευθυντής τότε μου είχε ρίξει ένα άγιο βλέμμα.Όταν με ρώτησε αργότερα γιατί γελούσα σαν μαλάκας εγώ του είχα απαντήσει ΄΄Αρχηγέ είναι αστείο.Ο γερουσιαστής έχει γραφείο σ εκείνους τους ουρανοξύστες.’’,του είχα αποκριθεί.
΄΄Και τι μ αυτό?Πού βρίσκεις το αστείο?’’,με είχε ρωτήσει ξαφνιασμένος.
΄΄Οι ουρανοξύστες αυτοί κρύβουν τον ήλιο από την γειτονιά εδώ και 50 χρόνια..’’,απάντησα.
Αυτός με είχε κοιτάξει σαν να έβλεπε κάποιον τρελό και είχε φύγει.
Είχε συννεφιάσει και κατάλαβα ότι ερχόταν βροχή.Το παιδί έμενε 2 τετράγωνα πιο κάτω αλλά θεώρησα καλύτερο να πεταχτώ πρώτα από το τοπικό τμήμα για να μάθω λεπτομέρειες του φονικού.Αν βέβαια οι καλοί μου συνάδελφοι δέχονταν να τις μοιραστούν μαζί μου.
Η βροχή με έπιασε λίγο πριν φτάσω στο 35ο τμήμα.Μπήκα σχεδόν τρέχοντας μέσα δείχνοντας βιαστικά την ταυτότητα μου στον φρουρό και συγχρόνως πετώντας το τσιγάρο στον δρόμο.Η γκόμενα στην υποδοχή έμοιαζε να χαζεύει ένα περιοδικό για γυναίκες και γυναικείες ανησυχίες.
΄΄Γεια σας..’’,της είπα,χωρίς ωστόσο εκείνη να σηκώσει τα μάτια της από την μαλακία που διάβαζε.Τελικά το έκανε.
΄΄Τι θα θέλατε παρακαλώ?’’,μου είπε βαριεστημένα.
Μια πίπα,σκέφτηκα από μέσα μου.
΄΄Είμαι ο ντετέκτιβ Σύλλας από το τμήμα του Φάιβ Πόιντς.Ήρθα για μια υπόθεση.Έναν νεαρό που βρήκανε σε ένα σοκάκι σήμερα το πρωί.’’
Με κοίταξε με το ίδιο χαζό και βαρετό ύφος.
΄΄Ναι.Αυτόν τον ναρκομανή.Ο υπαστυνόμος Ντέιβς τον έχει αναλάβει.Ρωτήστε αυτόν.’’,μου απάντησε και έσκυψε πάνω στο Female Beauty.
Ένιωσα το αίμα μου να ανεβαίνει στο κεφάλι.Συγκρατήσου Σύλλα,είπα από μέσα μου.
΄΄Μήπως μπορείτε να μου πείτε και που να τον βρω?’’,την ρώτησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα.Αυτή με ξανακοίταξε.Πρέπει να κατάλαβε την προσπάθειά μου να συγκρατηθώ και ίσως να τρόμαξε λιγάκι γιατί μου είπε αμέσως ΄΄Τρίτη πόρτα αριστερά.Πιθανόν να έχει δουλειά όμως…’’
΄΄Ευχαριστώ.Καλή συνέχεια..’’της είπα και έφυγα προς τον διάδρομο.
Τον ήξερα από παλιά τον υπαστυνόμο Ντέιβς.Καλό παιδί και από τους τίμιους αστυνόμους.Φαίνεται ότι είχα αρκετές πιθανότητες να μου πει για το σκηνικό του φόνου.Άλλωστε μου χρωστούσε και χάρη.
΄΄Σύλλα τι ευχάριστη έκπληξη??Πώς κι από δω?’’,με ρώτησε σφίγγοντας μου το χέρι όταν μπήκα χωρίς να χτυπήσω την πόρτα.Άσχημη συνήθεια που την προκάλεσε μια άσχημη συμπεριφορά.
Ο Ντέιβς καθόταν πίσω από το σχεδόν διαλυμένο ξύλινο γραφείο του και μασουλούσε την πάνω άκρη ενός μολυβιού.Είχε παχύνει και τα ξανθά μαλλιά του είχαν αραιώσει κάπως.Καμιά σχέδη με τον τύπο που θυμόμουν στην Ακαδημία.Κάθισα στην καρέκλα μπροστά του.Άνοιξα το πακέτο μου.Είχαν μείνει άλλα τέσσερα τσιγάρα.Άναψα ένα.
΄΄Θες Ντέιβς?’’,του πρότεινα το πακέτο μου.
΄΄Όχι ευχαριστώ.Παλεύω να το κόψω.Η Σίλβια με πιέζει εδώ και μήνες.Κάνει κακό λέει.’’,μου απάντησε.Χαμογέλασα.
΄΄Αυτό γίνεται όταν παντρεύεσαι γιατρό.’’,αποκρίθηκα.
Έκανα ένα νεύμα παραίτησης με τους ώμους του και μετά με ρώτησε πάλι
΄΄Λοιπόν τι σε φέρνει στα μέρη μας?’’
΄΄Νομίζω ότι ξέρεις.Ο νεαρός που βρήκατε τα ξημερώματα.’’,του είπα περιμένοντας την αντίδρασή του.
΄΄Ναι το φαντάστηκα.Αλλά εσένα τι σε αφορά?’’,με ρώτησε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι.Κλασσικός Ντέιβς.
΄΄Είναι συγγενής φίλης μου και θέλει να ρίξω και γω μια ματιά.’’,ήξερα ότι η απάντηση μου δεν θα τον έπειθε.
΄΄Σύλλα δεν ήσουν ποτέ πειστικός.’’,μου είπε χαμογελώντας μου.
΄΄Κοίτα Ντέιβς η υπόθεση είναι δική σου.Δεν θα μπλεχτώ στα πόδια σου.Και ότ,ι βρω δικό σου.Τι λες?Εξάλλου μου χρωστάς και χάρη…’’,του απάντησα.
Αυτός έμεινε να το σκεφτεί λίγο αφήνοντας το μολύβι να κρέμεται μετέωρο από τα χείλη του.
΄΄Ναι είναι και αυτή η χάρη…Ξέρεις να τους δένεις όλους Σύλλα…Ας είναι…’’,μου αποκρίθηκε και άνοιξε έναν φάκελο που είχε μπροστά του.Τον είχα καταφέρει.
΄΄Ο νεαρός ονομάζεται Τζέιμς Άνταμς και ήταν 26 χρονών. Έμενε στην Φολ 23 με την μάνα του και ήταν άνεργος.Είχε τελειώσει την νομική πριν 4 χρόνια αλλά δεν δούλευε κάπου.Έχασε τον πατέρα του από δυστύχημα σε ηλικία 15 χρονών.Βρέθηκε τα ξημερώματα μεταξύ Φολ και Στρέιτ πυροβολημένος στο κεφάλι εξ επαφής.Αυτές είναι οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν.’’,είπε και μου έδειξε κάτι φωτογραφίες της Σήμανσης.
Η πρώτη έδειχνε τον νεαρό ανάσκελα πεσμένο με μια λίμνη αίματος κάτω από το κεφάλι του.Το πρόσωπό του δεν φαινόταν γιατί είχανε βάλει μια φωτογραφία του ακριβώς από πάνω που τον έδειχνε από την μέση και πάνω.
΄΄Τι είναι αυτό Ντέιβς?’’,τον ρώτησα δείχνοντάς του την φωτογραφία αυτή.
΄΄Δεν ξέρουμε ακόμα.Βρέθηκε μαζί με το πτώμα.Μάλλον ο δολοφόνος την έβαλε αλλά ο λόγος που το έκανε είναι ακόμα άγνωστος.’’
Συνέχισα να κοιτάω την εικόνα.Ο τοίχος πίσω του είχε γεμίσει με πιτσιλιές αίμα και λίγα κομμάτια μυαλού απ’ότι μπόρεσα να καταλάβω.Το θύμα φόραγε ένα μαύρο μπλουζάκι και ένα ξεφτισμένο τζιν.
Η δεύτερη φωτογραφία έδειχνε σχεδόν τα ίδια με την μοναδική διαφορά ότι είχαν αποκαλύψει τώρα το πρόσωπο του νεκρού.Μια τρύπα στο μέτωπό του έδειχνε την είσοδο της σφαίρας που την σκέπαζαν κάπως τα μαύρα του μακριά μαλλιά.Ο νεαρός φαινόταν αρκετά διαφορετικός από τον τύπο που έδειχνε η εικόνα πάνω στο πρόσωπό του.Έδειχνε πιο γερασμένος.
Οι άλλες φωτογραφίες έδειχναν πάνω κάτω τα ίδια.Τραβηγμένες η κάθε μία από διαφορετική οπτική γωνία.Η τελευταία είχε τραβηχτεί γύρω στις 9 το πρωί.Δηλαδή μια ώρα περίπου πριν φτάσω εγώ στο σημείο.Τις άφησα πάνω στο γραφείο του Ντέιβς.
΄΄Το όπλο?Βρέθηκε πουθενά?’’,τον ρώτησα.
΄΄Όχι ακόμα.Αν και ψάξαμε αρκετά’’,μου απάντησε ο υπαστυνόμος.
΄΄Είδε κανένας τίποτα?Ποιος τον βρήκε?’’
΄΄Αρκετοί άκουσαν τον πυροβολισμό αλλά κανένας δεν ασχολήθηκε.Τον βρήκε το πρωινό συνεργείο καθαρισμού του δήμου και μας ειδοποίησε.’’
΄΄Τι ώρα ακούστηκε ο πυροβολισμός?’’
΄΄Γύρω στις 3 τα ξημερώματα.’’
΄΄Τι πιστεύετε?Ποιον υποψιάζεστε?’’,τον ρώτησα σβήνοντας το τσιγάρο που είχα ανάψει μόλις είχα μπει.
΄΄Κοίτα υπήρχε η φήμη ότι ο νέος πρέπει να έπαιρνε ναρκωτικά.Δεν έχει τίποτα σημάδια αλλά περιμένω τις τοξικολογικές από ώρα σε ώρα.’’,μου απάντησε ο Ντέιβς.
΄΄Δεν νομίζω να έχει να κάνει με ναρκωτικά Ντέιβς’’,του είπα.Πήγα να ανάψω κι άλλο τσιγάρο αλλά σκέφτηκα πόσα μου είχανε μείνει και σταμάτησα την κίνησή μου.
Ο υπαστυνόμος περίμενε να συνεχίσω την σκέψη μου.
΄΄Η φωτογραφία πάνω στο πρόσωπό του δείχνει οικειότητα μεταξύ αυτού και του δολοφόνου,κάτι σαν φίλοι.Μου θυμίζει όμως και σκηνή σαν από κάποια ιεροτελεστία.Σαν κάποιον συμβολισμό.Τα πρεζόνια συνήθως μαχαιρώνονται ή ξεκοιλιάζονται μεταξύ τους με τίποτα γυαλιά.Αυτό ήταν καθαρή εκτέλεση.Συν τις άλλοις ότι δεν έχει σημάδια από τρύπες.’’,είπα και έσκυψα πάνω στην πρώτη φωτογραφία πάλι.
΄΄Ξέρουμε σε ποιον ανήκει η φωτογραφία?Αν την είχε η μάνα του ή κάποιος φίλος του?’’,τον ρώτησα.
΄΄Η μάνα του λέει ότι δεν την είχε στο σπίτι της.Αλλά αναγνώρισε ότι πρέπει να είχε τραβηχτεί τα χρόνια που ο Τζέιμς ήταν στο πανεπιστήμιο.’’,μου απάντησε βγάζοντας το μολύβι από το στόμα του.
΄΄Πώς κι έτσι?’’,ρώτησα περίεργος.Θεέ μου μην ξαναμασήσει το μολύβι,σκέφτηκα μέσα μου.
΄΄Αναγνώρισε το πουλόβερ που φοράει στην φωτογραφία.Είπε ότι του το είχε κάνει δώρο στο δεύτερο έτος στην νομική και ότι το φόραγε συχνά εκείνη την εποχή.’’,απάντησε ξαναβάζοντας το μολύβι στην κωλοτρυπίδα που είχε για στόμα.
΄΄Κατάλαβα…Παίζει μήπως να δω το πτώμα?’’,τον ρώτησα χωρίς να ελπίζω και πολλά.
΄΄Δύσκολο..δουλεύει ο ιατροδικαστής ακόμα.Αν προκύψει κάτι θα σε ενημερώσω’’,μου είπε ξαναπιάνοντας το μολύβι.
Δεν άντεχα άλλο αυτό το σκηνικό και γ αυτό σηκώθηκα.
΄΄Ευχαριστώ πολύ Ντέιβς,ελπίζω να βρεις κάτι σ αυτή την υπόθεση.’’,του είπα σφίγγοντάς του το χέρι.
΄΄Τίποτα Σύλλα…Η χάρη βλέπεις.Μακάρι να μην σε ξαναβρώ μπροστά μου.’’,μου αποκρίθηκε γελώντας.Άλλος ένας γαμημένος μπάσταρδος.
Έξω η βροχή είχε σταματήσει χωρίς ωστόσο να ανοίξει ο ουρανός.Μέχρι την Φολ 23 είναι ένα τσιγάρο απόσταση σκέφτηκα και έβγαλα το πακέτο…


3.

Πάντα χάνουμε την βροχή μωρό μου…Όσο και να προσπαθήσουμε,πάντα στο τέλος την χάνουμε.Του είχε πει στο τηλέφωνο εκείνη την μέρα,λίγες ώρες αφού είχε φύγει από το σπίτι του.Τότε που είχε αρχίσει να ρίχνει εκείνο το σταθερό και μελαγχολικό ψιλόβροχο.Κι αυτός είχε μείνει να κοιτά τον δρόμο έξω από το παράθυρό του ανέκφραστος.Όσο σκέφτεσαι μια απώλεια,τόσο πιο μεγάλη γίνεται.
Το προηγούμενο βράδυ είχανε τσακωθεί.Κι ο ίδιος δεν θυμόταν τον λόγο.Απλά θυμόταν εκείνη να κοιμάται στον καναπέ και αυτός στο κρεβάτι.Ένα άθλιο κτήνος με πρόσωπο ανθρώπου.Όταν είχε ξυπνήσει κατά τις 4 πήγε στο σαλόνι και την βρήκε κουλουριασμένη να βαριανασαίνει.Την είχε σηκώσει στα χέρια του και την είχε πάει μέσα στο κρεβάτι.Την είχε σκεπάσει και μετά είχε μείνει να την κοιτάει μέχρι το ξημέρωμα.Σε κάποια φάση μέσα στον ύπνο της είχε πει το όνομά του ΄΄Σύλλα…’’.
Τα επόμενα βράδια που ήρθαν,λίγες φορές θυμάται τον εαυτό του να κοιμάται στο κρεβάτι.Ο καναπές το είχε αντικαταστήσει.Δεν ήξερε αν έφταιγε η αϋπνία ή αν ήταν ένα είδος αυτοτιμωρίας που είχε επιλέξει.
Πάντα χάνουμε την βροχή μωρό μου…
***
Η μονοκατοικία που ζούσε ο Τζέιμς με την μάνα του είχε τα σημάδια της εγκατάλειψης και της σταδιακής αποσύνθεσης.Κάτι που φαινόταν καθαρά στους εξωτερικούς ξεφτισμένους τοίχους και στον παρατημένο και ξεραμένο μικρό κήπο.Οι Άνταμς κάποτε είχαν κήπο,σκέφτηκα.Περίεργο γ αυτή την περιοχή.Χτύπησα την πόρτα.
Περίμενα για κανένα πεντάλεπτο μέχρι που μια νέα γυναίκα μού άνοιξε.Τα μάτια της ήταν κόκκινα από τα δάκρυα και φόραγε μαύρα.Κατάλαβα ότι αυτή μάλλον ήταν η Κριστίν,η αδερφή του θύματος.Άλλωστε μοιάζαν αρκετά.
΄΄Παρακαλώ?..Τι θα θέλατε?’’,μου είπε προσπαθώντας να πνίξει άλλον έναν λυγμό.
΄΄Συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας.Είμαι ο ντετέκτιβ Σύλλας.Η Πόλυ μού είπε για τον αδερφό σας…Λυπάμαι…’’,της είπα κάπως δισταχτικά.
Η γυναίκα έμεινε κάπως να το σκεφτεί σαν να μην ήξερε για ποιο πράγμα μιλάω ή σαν να το είχε ήδη ξεχάσει.Τελικά φάνηκλε να κατάλαβε γιατί μου απάντησε
΄΄Α ναι θυμάμαι..Ναι μίλησα το πρωί στην Πόλυ.Σας ευχαριστώ που ήρθατε ντέντεκτιβ.Περάστε παρακαλώ…’’,μου αποκρίθηκε δείχνοντας μου το χολ.
Το σπίτι μύριζε κλεισούρα και τα παντζούρια ήταν κλειστά.Λίγα βήματα από την είσοδο ήταν το σαλόνι.Ένας μικρός διθέσιος καναπές και μια παλιά τηλεόραση κάπου στο κέντρο.Μια γυναικεία μορφή μες στα μαύρα καθόταν στον καναπέ και έκλαιγε,σκουπίζοντας που και που τα δάκρυά της με ένα άσπρο μαντήλι.
Η Κριστίν πήγε δίπλα της βάζοντας το χέρι της πάνω στον ώμο της μάνας της.
΄΄Μητέρα ήρθε ένας φίλος από την αστυνομία.Θέλει να βοηθήσει.Προσπάθησε να ηρεμήσεις λίγο τώρα.Εντάξει?’’,της είπε σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί.Η κυρία Άνταμς έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της.Χωρίς ωστόσο να γυρίσει να με κοιάξει.
Η Κριστίν μού έφερε μια καρέκλα απέναντι από την μάνα της.Αυτή κάθισε δίπλα στην μητέρα της.
΄΄Κυρία Άνταμς λυπάμαι για τον χαμό του γιού σας…Δεν θα σας ταλαιπωρήσω πολύ.Λίγες ερωτήσεις μόνο.Μπορείτε?’’,την ρώτησα όσο πιο ανθρώπινα μπορούσα.Τις μισούσα κάτι τέτοιες στιγμές.Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της.
΄΄Πότε είδατε τον Τζέιμς για τελευταία φορά?’’,την ρώτησα.
Έπιασε λίγο το μέτωπό της σαν να προσπαθούσε να σκεφτεί όσο πιο καλά γινόταν.
΄΄Πρέπει να ήταν χτες το απόγευμα.Γύρω στις 5.Ήρθε σπίτι,πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο να τσιμπήσει κάτι.Του είπα ότι είχα μαγειρέψει αλλά δεν μου έδωσε σημασία.Μετά πήγε στο δωμάτιο του και κλείστηκε μέσα.Εγώ ξάπλωσα στον καναπέ και με πήρε ο ύπνος λίγο αργότερα.Ξύπνησα από τον ήχο της πόρτας που έκλεινε,2 ώρες μετά.Βγήκα έξω να τον ρωτήσω που πήγαινε αλλά είχε ήδη χαθεί.’’,δάκρυα άρχισαν να κυλάνε πάλι στα μάγουλα της κυρίας Άνταμς.Η κόρη της την αγκάλιασε και προσπάθησε να την ηρεμήσει.
Όταν σταμάτησε να κλαίει την ρώτησα
΄΄Μήπως γνωρίζετε κάποιον που θα ήθελε να κάνει κακό στον γιό σας?Σκεφτείτε καλά κυρία Άνταμς.’’
΄΄Όχι όχι!Ο γιος μου ήταν καλό παιδί,δεν είχε εχθρούς.Δεν πάει το μυαλό μου κάπου.’’,μου απάντησε αμέσως και σαν κάπως θιγμένη η γυναίκα.
΄΄Τελευταία ερώτηση κυρία Άνταμς και σας αφήνω στην ησυχία σας…Είχατε παρατηρήσει τίποτα περίεργο στην συμπεριφορά του γιού σας τώρα τελευταία?’’
΄΄Όχι αστυνόμε.Απλά είχε κλειστεί πιο πολύ στον εαυτό του.Αλλά ο Τζέιμς μου πάντα έτσι ήταν.Τώρα όμως έφταιγε που δεν έβρισκε δουλειά.’’,απάντησε η τραγική μητέρα.
Σηκώθηκα δίνοντάς της το χέρι μου να την χαιρετήσω.Μού το έσφιξε ξεψυχισμένα.
Η Κριστίν με συνόδευσε μέχρι την πόρτα.
΄΄Κριστίν,θα ήθελα να δω το δωμάτιο του αδερφού σου αν γίνεται'',της είπα κρατώντας την από το μπράτσο λίγο πριν ανοίξει την πόρτα.
΄΄Ναι αστυνόμε'',μου είπε και με οδήγησε σε ένα δωμάτιο δεξιά της εισόδου του σπιτιού.
Tο δωμάτιο του Τζέιμς ήταν και αυτό μες στο σκοτάδι.Άνοιξα το φως.Η Κριστίν με ακολουθούσε βουβή από πίσω.Παρατήρησα τις αφίσες στον τοίχο του.Interpols,Portishead,Arcade fire.Xαμογέλασα από μέσα μου.Ο μικρός ήξερε από μουσική.Πήγα προς το γραφείο του.
Ένας τόμος αστικού δικαίου ήτνα ακουμπησμένος πάνω.Ξεφύλισα το βιβλίο.Υπογραμμισμένες σειρές μάλλον με χάρακα αν κρίνεις από την άψογη ευθεία που σχημάτιζαν.Αλλά από την μέση και μετά οι ευθείες αυτές γίνονταν όλο και πιο ανώμαλες.Στις τελευταίες σελίδες κατέληγαν σε απλές μουτζούρες που κάλυπταν όλη την σελίδα.Κοίταξα την Κριστίν,αυτή όμως φαινόταν μίλια μακριά.
Άνοιξα το πρώτο συρτάρι του γραφείου του.Τίποτα το ιδιαίτερο πέρα από κάτι σημειώσεις μαθημάτων και διάφορους χύμα στυλούς.Το δεύτερο όμως συρτάρι ήταν κλειδωμένο.Κοίταξα πάλι την κοπέλα.
΄΄Μπορώ?'',της είπα δέιχνοντάς της ότι ήθελα να παραβιάσω την μικρή κλειδαριά.Αυτή μου έγνεψε με το κεφάλι της καταφατικά.
Έβγαλα τον μικρό σουγιά που είχα από την ακαδημία πάνω μου.Μετά από λίγες κινήσεις είχα καταφέρει να ανοίξω το συρτάρι.
Μέσα είχε κάτι φωτογραφίες από όταν ήταν μικρός μέχρι και στο πανεπιστήμιο.Αυτό όμως που με έκανε να παγώσω ήταν ότι κάποιες από τις πρόσφατες φωτογραφίες του ήταν άτσαλα κομμένες.Είχε αφαιρέσει το πρόσωπό του από αυτές.Γύρισα προς την Κριστίν.Κι αυτή το είχε προσέξει και είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
΄΄Ξέρετε τίποτα γ αυτό?'',την ρώτησα δείχνοντάς της μια κομμένη φωτογραφία.
΄΄Όχι αστυνόμε.Τίποτα.Δεν καταλαβαίνω...'',μου απάντησε έκπληκτη.
Άφησα τις εικόνες πάλι μέσα στο συρτάρι.Κάτι με βασάνιζε αλλά δεν ήξερα τι.Τελικά κατάλαβα.
΄΄Μήπως αφήσατε εσύ ή η μητέρα σου τίποτα λουλούδια εκεί που πέθανε ο Τζέιμς?'',την ρώτησα.
΄΄Όχι'',μου αποκρίθηκε η κοπέλα σκεφτική.
Πήγα προς την έξοδο αλλά κοντοστάθηκα.Στράφηκα προς την Κριστίν.
΄΄Ο αδερφός σου έβλεπε καμία κοπέλα?Ξέρεις?'',την ρώτησα.
Η Κριστίν μου απάντησε αμέσως ΄΄Ναι,υπήρχε μία...''
Πάντα υπάρχει,σκέφτηκα από μέσα μου.

(συνεχίζεται)

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Φθινοπωρινό τοπίο


΄΄Πραγματικά υπέροχη έκθεση Νίκο.Με εκπλήσσει ευχάριστα που ένα παιδί της ηλικίας σου γράφει τόσο ώριμα και τόσο αληθινά.’’
Η καθηγήτριά μου έμεινε να με κοιτάζει με απορία για λίγη ώρα ακόμα.Μετά μου έδωσε την κόλλα με τον τίτλο ΄΄Φθινοπωρινό τοπίο’’ και με ένα μεγάλο και κόκκινο 20 δίπλα.
Η αλήθεια ήταν ότι με τίποτα δεν το είχα να κάτσω να ασχοληθώ σοβαρά με αυτή την έκθεση.Είχα ένα γεμάτο από παιχνίδια και ανεμελιά Σαββατοκύριακο στο χωριό μου και καθόλου δεν είχα σκεφτεί την χαζή,όπως νόμιζα,αυτή έκθεση της κυρίας Χριστίνας.Μόνο όταν έφτασε το πάντοτε θλιβερό πρωινό της Κυριακής η φωνή της μάνας μου μού την θύμισε σκιάζοντας κάθε μου ευχάριστη ξεγνοιασιά.
΄΄Νίκο,πρέπει σε λίγο να φύγουμε για να κάνεις τα μαθήματά σου και κυρίως εκείνη την έκθεση που σας έβαλαν!’’,μου είχε πει,κάνοντάς με να σταματήσω να πίνω το ζεστό και γλυκό γάλα με σοκολάτα της γιαγιάς.
Η γκριμάτσα μου γεμάτη από αποστροφή για την υποχρέωσή μου αυτήν,έκανε τον παππού να με κοιτάξει διερευνητικά.
΄΄Βαριέσαι να την κάνεις ε?’’,με ρώτησε ενώ συγχρόνως έβαζε κι άλλο ένα χοντρό ξύλο στο τζάκι.
Ο παππούς πάντα καθόταν σε κείνη την παλιά και ξεφτισμένη πράσινη πολυθρόνα δίπλα στην φωτιά.Και τις πιο πολλές φορές είτε διάβαζε κάποια εφημερίδα είτε άλλοτε κάποιο βιβλίο.Υπήρχαν και φορές που μοναχά κάπνιζε την πίπα του κοιτάζοντας προς τον πίνακα στον απέναντι τοίχο.Έδειχνε ένα βιολί δίπλα σε ένα αναμμένο κερί με τελείως μαύρο φόντο.Η εντύπωση που μου έδινε αυτός ο πίνακας ήταν μια μικρή θλίψη,λες και κάποιος σταμάτησε απότομα να παίζει με το βιολί και απλά σηκώθηκε και έφυγε από το δωμάτιο.
Ο παππούς ήταν περίεργος άνθρωπος.Σπάνια τον έβλεπες να γελάει ενώ ρυτίδες είχαν σκάψει,πολύ πριν την ώρα τους,το πρόσωπό του.Είχε και κείνη την παλιαρρώστια να τον παιδεύει.Η μάνα μου πάντα έλεγε ΄΄ο πατέρας γέρασε πριν την ώρα του’’.και η γιαγιά μου κούναγε το κεφάλι της καταφατικά,συμφωνόντας σιωπηλά.Κάτι βάραινε την ψυχή του παππού αλλά κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό.Ούτε η ίδια η γιαγιά.
΄΄Λοιπόν βαριέσαι ε?’’,με ξαναρώτησε καρφώνοντάς με με αυτά τα μαύρα και ανέκφραστα μάτια του.
΄΄Ναι.Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι να γράψω.Το θεωρώ και βλακεία’’,του απάντησα μουτρωμένος.
΄΄Ξέρεις λογικό είναι αυτό.Κι εγώ στην αρχή έτσι το έβλεπα.Ένα μάτσο αηδίες σε χαρτιά που κανέναν δεν αντιπροσωπεύουν.’’,είπε και σταμάτησε γυρνώντας το κεφάλι του προς την φωτιά.
΄΄Άλλά άμα το δεις αλλιώς,μπορείς σε κάθε γραμμή που γράφεις να καταθέτεις και ένα κομμάτι της ψυχής σου.Και αυτό είναι πραγματικά συναρπαστικό’’,συνέχισε στρέφοντας το βλέμμα του πάλι σε μένα.Εκείνη την στιγμή είδα τις φλόγες της φωτιάς να λάμπουν ακόμα στα μάτια του και αυτό με έκανε να ανατριχιάσω και να μην μιλήσω.
Η μητέρα πέρασε κρατώντας μια σακούλα με κάτι χόρτα που της είχε δώσει η γιαγιά.Τα πήγαινε προς το αμάξι.΄΄Άντε ετοιμάσου.Φόρεσε τα παπούτσια σου να φύγουμε.’’,μου είπε περνώντας δίπλα μου.Μα εγώ είχα μείνει ασάλευτος παρατηρώντας τον παππού που μου χαμογελούσε.
΄΄Σία,ο μικρός θα μείνει εδώ.Θα τον βοηθήσω στην έκθεσή του’’,είπε ο παππούς αφήνοντας και μένα και την μάνα μου άφωνους.
΄΄Πατέρα εσύ θες ξεκούραση και ο μικρός θα σε ταλαιπωρήσει.Άστο καλύτερα…’’
΄΄Σία κάτι είπα.Θα τον φέρω εγώ το απόγευμα.Θα φάει εδώ μην ανησυχείς.’’,επέμεινε ο παππούς.
Η μάνα μου έβγαλε έναν λυπημένο αναστεναγμό και υποχώρησε.Λίγα λεπτά μετά ακούστηκε ο ήχος από το αμάξι της που έφευγε.
Η μυρωδιά του κοκκινιστού που έφτιαχνε η γιαγιά στην κουζίνα και που τόσο μου άρεσε,έφτασε στην μύτη μου.΄΄Και πατάτες τηγανητές!’’,της φώναξα κάνοντας τον παππού μου να γελάσει πάλι.
΄΄Πάρε χαρτί και μολύβι.Θα έχουμε τελειώσει μέχρι να μας σερβίρει η γιαγιά σου’’,με πρόσταξε ο παππούς.Πήγα προς την ξύλινη βιβλιοθήκη του δίπλα στην τζαμαρία και άνοιξα το πρώτο από τα τρία συρτάρια.Ήξερα ότι εκεί υπήρχαν κόλλες χαρτί και διάφορα μολύβια με στυλούς.Επίσης ήξερα ότι στο δεύτερο συρτάρι υπήρχαν τέσσερις διαφορετικές τράπουλες,μια διπλωμένη τσόχα και 5 άλμπουμ με φωτογραφίες από το παρελθόν.Μόνο στο τελευταίο συρτάρι δεν ήξερα τι υπήρχε γιατί ο παππούς το είχε πάντα κλειδωμένο.
΄΄Φθινοπωρινό τοπίο λοιπόν…πες μου Νίκο,τι σου έρχεται όταν ακούς την λέξη φθινόπωρο?’’,με ρώτησε όταν είχα ήδη καθίσει απέναντι του στην φωτιά.
΄΄Μμμ…δεν ξέρω..σχολεία…γκρίζο χρώμα…θλίψη’’,του απάντησα αβέβαιος για την ορθότητα των απαντήσεων μου.
΄΄Πολύ ωραία…αυτή η θλίψη γιατί σε πιάνει όμως?Τι σε κάνει να νιώθεις στεναχωρημένος?’’,συνέχισε να με ρωτά ο παππούς.Και εγώ ένιωθα ότι μπροστά μου ξεδιπλωνόταν ένας αόρατος μίτος προς έναν άλλον κόσμο μαγικό,την άκρη του οποίου μου την πρόσφερε ο παππούς σιγά σιγά.
΄΄Υποθέτω γιατί τελειώνουν οι διακοπές,αρχίζουν το σχολείο και όλα είναι βαρετά και ίδια.’’,αποκρίθηκα.
΄΄Άρα αυτή η θλίψη σου προέρχεται από την νοσταλγία σου για μια καλύτερη εποχή που πέρασε.Για κάποιες ωραίες αναμνήσεις που χαράχτηκαν μέσα σου.Το καλοκαίρι ποτέ καμία μέρα δεν είναι βαρετή ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με το φθινόπωρο.Αλλά να ξέρεις ότι όταν μεγαλώσεις,θα καταλάβεις ότι και το φθινόπωρο έχει τις ομορφιές του.Θα διαπιστώσεις ακόμα ότι οι εποχές στην ζωή σου θα πάψουν να έχουν αυτά τα χρονικά όρια που τους έχουν βάλει οι άλλοι.Θα διανύεις περιόδους καλοκαιριού μέσα στον χειμώνα αλλά και περιόδους χειμώνα μέσα στο καλοκαίρι.Άλλωστε όλη η ζωή μας εν τέλει είναι η αναμονή της εποχής που πιο πολύ αγαπάμε.Κατάλαβες?’’,οι φλόγες στα μάτια του είχαν πάλι εμφανιστεί.Δεν είχα καταλάβει τα πάντα,αλλά έγνεψα δειλά ναι.
Πήρε την πίπα του από το πέτρινο πεζουλάκι δίπλα στο τζάκι και βάλθηκε να την γεμίζει με καπνό.Αφού τον πάτησε καλά καλά,την άναψε και άρχισε να τραβάει γερές ρουφηξιές μέχρι να πάρει για τα καλά ο καπνός.Το σαλόνι γέμισε με αυτό το απαλό άρωμα της βανίλιας.
΄΄Ας επιστρέψουμε στο τοπίο μας.Το πρωί όταν πηγαίνεις με τα πόδια από το μαγαζί στο σχολείο σου τι βλέπεις γύρω σου?Πες μου γ’αυτήν σου την διαδρομή’’,ρώτησε ξανά ο παππούς και ένα τεράστιο σύννεφο καπνού πήγε προς το ταβάνι.
΄΄Κρυώνω πολύ και συνήθως κοιτάω μπροστά με το κεφάλι μου χωμένο στο μπουφάν μου.Αλλά νομίζω ότι γενικά όλοι έτσι είναι το πρωί.Χωμένοι στα παλτά τους και περπατάνε όλοι πολύ γρήγορα.Το χειμώνα είναι βέβαια ακόμα χειρότερα.’’,απάντησα στον παππού.
΄΄Καμία σχέση με το φθινοπωρινό τοπίο που βλέπεις εδώ.Αυτά τα δέντρα μπροστά στο σπίτι μας που πίσω τους κρύβουν μια θαμπή και άσπρη θάλασσα.Τα φύλλα τα κίτρινα που δίνουν ένα χρώμα στο λευκό της ημέρας.Ο ίδιος ο ήχος των κυμάτων που σκάνε στα βράχια δίπλα στον Κασειδιάρη.Νίκο,και τα δύο τοπία όμως έχουν την ομορφιά τους.Και οι άγνωστοι περαστικοί κουμπωμένοι στα παλτά τους όπως είπες που τραβάνε την δική τους καθημερινή πορεία αλλά και αυτό το ήσυχο πρωινό δίπλα στην θάλασσα.Και τα δύο διακρίνονται από μια κίνηση,από μια ενέργεια.Άλλωτε όμως η εικόνα της εξοχής σού δίνει την εντύπωση μιας νεκρής φύσης,άλλες φορές πάλι αυτή την αίσθηση στην δίνει η κίνηση στους δρόμους.Είναι κατά βάθος,παιδί μου,πως βλέπεις εσύ με την δική σου ματιά τα πράγματα.Ο εσωτερικός σου κόσμος χρωματίζει το τοπίο.
Όμως και το βλέμμα των άλλων ανθρώπων μπορεί να σου πει πολλά.Και το ίδιο το πρόσωπό τους.Κάποιοι είναι γαλήνοι και ευτυχισμένοι γιατί είχαν μια υπέροχη βραδιά,ξεκούραστοι γιατί ο ύπνος τους ήταν ήσυχος.Μερικοί έχουν πρόσωπο τραβηγμένο,γεμάτο σκιές γιατί πέρασαν μια δύσκολη νυχτιά που τους σκότωσε το πρωινό.Άλλοι πάλι έχουν κενό βλέμμα γιατί απλά δεν είχαν ποτέ νύχτα.Βέβαια η έκφραση των περαστικών δεν σου διηγείται το παρελθόν,την νύχτα τους δηλαδή,αλλά σου λέει και για το μέλλον τους ή καλύτερα για τις προσδοκίες που έχουν γ αυτό.Τις ελπίδες και τους φόβους τους.’’
Προσπαθούσα να συγκρατήσω αυτά που έλεγε ο παππούς.Μου φαίνονταν ότι θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω για να γράψω μια καλή έκθεση.Αλλά τελικά δεν μπόρεσα να γράψω ούτε μια σειρά στην λευκή μου κόλλα.Ο παππούς το παρατήρησε και χαμογέλασε στοργικά.
΄΄Μην απελπίζεσαι μικρέ…Πήρες το ερέθισμα και αυτό έχει σημασία.Θα δεις ότι οι λέξεις θα αρχίσουν να βγαίνουν σιγά σιγά και τότε θα είναι που θα πρέπει να πιάσεις το μολύβι.Ελπίζω να σε βοήθησα στην έκθεσή σου.’’,είπε και με χάιδεψε στα μαλλιά μου.Στην συνέχεια σηκώθηκε και πήγε προς το δωμάτιο του.
Μετά από λίγα λεπτά το τραπέζι ήταν έτοιμο αλλά η πείνα που είχα πριν μού είχε φύγει.Κοίταξα προς τον πίνακα με το παρατημένο βιολί και μετά τις άσπρες κόλλες χαρτί δίπλα στην φωτιά.Έβγαλα το μολύβι από την τσέπη μου και πήγα προς το τζάκι.


(αφιερωμένο στην Λ.)

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Ο δράκος


Δεν έχω ούτε μια δραχμή πάνω μου ή καλύτερα ούτε ένα λεπτό.Και το χειρότερο είναι ότι μου τελείωσαν και τα τσιγάρα από το πρωί κιόλας.Πάλι καλά που έχω κάτι φαγητά στην κατάψυξη.
Η Τίνα σηκώθηκε και έφυγε ξαφνικά κατά το μεσημέρι και από τότε ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα.Και κυρίως ούτε εκείνα τα δέκα ευρώ που της είχα πει να μου αφήσει δανεικά πάνω στο κομοδίνο.
Είναι στιγμές που νιώθω ξεχασμένος από όλους και όλα.Τελείως μόνος μου.Αναρωτίεμαι αν όντως έκανα κάτι που να το αξίζω αυτό.Μα όταν το σκέφτομαι καλά καλά,βλέπω ότι απλώς εγώ ήμουν λίγο πιο ειλικρινής από τους άλλους.Αυτό με τρελαίνει,με εξοργίζει,με κάνει να θέλω να τα σπάσω όλα.Άλλες πάλι φορές παραιτούμαι από την αγανάκτηση και μένω να κοιτάζω με κενό βλέμμα κάπου ανάμεσα στο ‘’Κοράκι’’ του Πόε και τον ΄΄Ζωγράφο των μαχών’’ του Ρεβέρτε.Και εκείνες τις αφόρητες στιγμές θέλω απλά να σηκωθώ και να φύγω από τον κόσμο τους.
Σιγά σιγά όμως η οργή με την αγανάκτηση μέσα μου γαληνεύουν..Γίνονται σιωπηλό μαύρο ποτάμι που ψάχνει να εκβάλλει σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα.Και τότε πιάνω το στυλό και αρχίζω να γράφω…
* * *
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με τα χρυσά φτερά που αιώνες τώρα φύλαγε την πόλη μας.Βρέθηκε με ένα βέλος ποτισμένο στο δηλητήριο στην περιοχή της καρδιάς.Όταν οι πρώτες ακτίνες της αυγής φώτισαν το φρικτό αυτό θέαμα,ένα μουρμουρητό απλώθηκε από την μια άκρη της μικρής μας πόλης έως την άλλη.Μέσα σε λίγα λεπτά το νέο έφτασε μέχρι και το λιμάνι.Από κει υψώθηκαν τα πρώτα μαύρα πανιά και από κει άρχισε ο υπόκωφος αυτός θρήνος που γύρισε πίσω στην πόλη.Ήμασταν χαμένοι.
Ο δράκος ποτέ δεν πείραξε κανέναν μας παρά μόνο τους εχθρούς μας που κατά περιόδους εφορμούσαν κατά της πόλης μας.Τότε η τεράστια φωτιά που έβγαινε από το στόμα του έκανε μια χαρά την δουλειά της.Μέχρι που πια σταμάτησαν να μας επιτίθενται άλλο και μας άφησαν ήρεμους στην ειρηνική ζωή μας.Τα όπλα σκουριάσανε πάνω στις επάλξεις και χορτάρι φύτρωσε στην τάφρο.Η λέξη ΄΄πόλεμος’’ ακουγόταν μόνο στα παραμύθια και στα βιβλία της ιστορίας.Οι τελευταίοι στρατιώτες πέθαναν γέροι στα καφενεία μαζί με εκείνον τον τρελό προφήτη που φώναζε πάντα να επαγρυπνούμε γιατί ο εχθρός είναι παντού.
Έμοιαζε λες και ο ήλιος είχε ανατείλει μόνιμα πάνω από την πόλη μας και κανένα σύννεφο δεν μπορούσε να τον επισκιάσει.Και όλα αυτά εξαιτίας του δράκου με τα χρυσά φτερά.Χαρούμενος και αυτός τώρα,κοιμόταν ήσυχα έξω από τα τείχη της πόλης μας.
Μα οι άνθρωποι ξεχνούν και όπως ξεχνούν τα άσχημα έτσι ξεχνούν και τα καλά.Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολλοί ξεχνούν αυτόν που τους βοήθησε,τον ευεργέτη τους.Αλλά για να έρθει αυτή η σκάρτη λήθη,θα πρέπει πρώτα να έχουν ξεχάσει τον εαυτό τους.Και αυτό έγινε και με τους συμπολίτες μου…και με μένα τον ίδιο.Ξεχάσαμε ποιοι ήμασταν σιγά σιγά και αφήσαμε την ψυχή μας να γλιστρήσει ανάμεσα στις ψεύτικες χαρές και ηδονές.
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με βέλος βαθιά μπηγμένο στην καρδιά.Η πρωινή μας ζάλη πέρασε και τα κλάματα σταμάτησαν κατά το απόγευμα.Και όταν όλοι κάτσαμε γύρω από την φωτιά σιωπηλοί,με το φεγγάρι εκεί ψηλά,τότε αρχίσαμε να θυμόμαστε.
Πρώτος θυμήθηκε εκείνος ο έμπορος με τα μπλε κουτιά και μετά η κοπέλα με τα κόκκινα μάτια.Την κραυγή τους ακολούθησαν και άλλες κραυγές ανθρώπων που άρχισαν να θυμόνται.
Και κει γύρω από την κρύα φωτιά καταλάβαμε τρομαγμένοι την πτώση μας.Και ήρθε να αιωρηθεί από πάνω μας η εικόνα του καθένα από μας να μπήγει όλο και πιο βαθιά το βέλος στην καρδιά του δράκουΈμεινε εκεί πάνω από την φωτιά για λίγα λεπτά και μετά έφυγε προς το φεγγάρι,αφήνοντας πίσω της φαντάσματα.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Προδοσία


Είχε απόλυτη ησυχία.Μόνο ο ήχος των κυμάτων ακουγόταν. Μπορείς να πεις ότι και αυτό ήτανε κάτι.Ότι έδινε λίγη αξία στον κόπο σου.Αλλά καθώς κατηφόριζα την μικρή αυτή παραλία,ολοένα και πιο πολύ διαπίστωνα ότι μάλλον τελικά είχα έρθει σε λάθος μέρος.Η αποβάθρα έλειπε και δεν υπήρχαν πουθενά ίχνη της παρουσίας της και εκείνη η άγκυρα,που ήταν χρόνια καρφωμένη στο χώμα και που κάποια φορά που παίζαμε μπάλα είχα σκίσει το πηγούνι μου,έμοιαζε και αυτή άφαντη.Λες και τίποτε από αυτά δεν υπήρξαν ποτέ.
Κάθισα πάνω σε ένα βραχάκι στην παραλία και άναψα τσιγάρο.Κάποιος είχε έρθει εδώ και είχε εξαφανίσει όλα εκείνα που χάριζαν χρώμα στις παιδικές μου αναμνήσεις.
Κοίταξα προς το μέρος όπου άλλοτε ήταν η ξύλινη αποβάθρα και ένιωσα μια πικρή νοσταλγία για τις μέρες εκείνες που κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό κάναμε μακροβούτια στην θάλασσα.Ο Γιάννης έβγαινε σχεδόν πάντα πρώτος.Δεύτερος εγώ.Θυμάμαι να παίρνω βαθιά αναπνοή και να βουτάω και καθώς έσχιζα το νερό με κλειστά μάτια,άφηνα σιγά σιγά και από μια μικρή αναπνοή.Μέχρι που δεν είχα άλλη μέσα μου και ένιωθα αυτή την ασφυξία που με τραβούσε προς την επιφάνεια.Αλλά πεισματικά συνέχιζα για λίγα μέτρα ακόμα.Όταν όμως,νικημένος από τις δυνάμεις μου,ανέβαινα προς τα πάνω και άνοιγα τα μάτια μου,απογοητευμένος διαπίστωνα ότι και πάλι δεν τα είχα καταφέρει να ξεπεράσω τον φίλο μου.Και έλεγα πάντα την δικαιολογία ότι φταίει που ήταν πιο γυμνασμένος από μένα.
Καμιά δεκαριά χρόνια πέρασαν από τότε που είχα έρθει τελευταία φορά εδώ.Ήταν με εκείνο το κορίτσι με τα μαύρα μάτια που πάντα έκρυβαν κάτι.Ερχόμασταν από την ανηφόρα όταν είδα ότι η αποβάθρα ήταν σπασμένη.Είχα κοντοσταθεί τότε και της είχα σφίξει το χέρι.΄΄Έκανα λάθος.Δεν είναι εδώ’’,της είχα πει και είχα προσπεράσει την κρυφή μου παραλία.
Από την προβλήτα χαζεύαμε τα απογεύματα το ηλιοβασίλεμα απέναντι στην Ζάκυνθο με τα καλαμπόκια στα χέρια μας.Υπήρχε συνήθως και ένας που έδειχνε και προς τα βορειοδυτικά λέγοντας ΄΄Να ο Αίνος,το βουνό της Κεφαλονιάς’’.Και τότε για μια στιγμή σταματάγαμε να μασουλάμε και κοιτάζαμε προς τον μεγαλοπρεπή και επιβλητικό σκοτεινό όγκο.
Είναι φθινόπωρο και μάλλον αυτό φταίει στην θλίψη που μου προκαλεί το τοπίο.Έχει αρχίσει να νυχτώνει και ήδη έπιασε να βάζει εκείνο το κρύο που σε διαπερνά κάνοντάς σε να ριγήσεις.Θέλει δύναμη να γυρίσεις και να επισκεφτείς τα παλιά καθώς ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να βρεις σ αυτή σου την πορεία.Η απογοήτευση είναι η προδοσία της νοσταλγίας σου.Και αυτό είναι που σε πληγώνει.
Συνάντησα τον Γιάννη ένα φθινοπωρινό βράδυ σαν κι αυτό σ’ένα μπαράκι στην Πάτρα,3 χρόνια πριν.Αρχίσαμε να λέμε τα παλιά και να τα αναπολούμε σαν μικρά παιδιά.Οι αναμνήσεις έρχονταν ζωντανές ανάμεσα στα ποτήρια τεκίλας και κάποια στιγμή του έκανα την ερώτηση που πάντα δίσταζα ΄΄Μα πώς τα κατάφερνες πάντα να με περνάς στα μακροβούτια?’’.Και αυτός με κοίταξε γελώντας και μου απάντησε ΄΄Γιατί είχα τα μάτια μου ανοιχτά και έβλεπα τον βυθό.Και ήταν τόσο ωραίος που κρατιόμουν να μείνω λίγο ακόμα…’’
Πέταξα το τσιγάρο μου δίπλα σε ένα σκουριασμένο κονσερβοκούτι.Θα ήταν μια κρύα νύχτα.Ανέβηκα την ανηφόρα και κίνησα για το σπίτι.