Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Προς τους θεούς


Οι θεοί της πόλης πότιζαν αίμα
Τη θάλασσα κάθε βράδυ.
Έκοβαν κομμάτια το φεγγάρι
Και το κρύβαν σε ψηλούς φανοστάτες.
Έτσι φώτιζαν μόνο το κόκκινο περίγραμμα
Και σιωπούσαν τη φρίκη από τους ανθρώπους.
Υπήρχε μονάχα η υποψία
Μα η υποψία ποτέ δεν είναι αρκετή.

Οι άγγελοι των θεών έβαφαν γαλάζια
Τα σπίτια και άσπρους τους δρόμους.
Πάνω από το κόκκινο,
Πάνω από το θάνατο.
Κέρναγαν γυναίκες και κρασί τους άντρες
Και όμορφα ρούχα με στολίδια τις γυναίκες.
Έμοιαζε η πόλη μια μεγάλη γιορτή,
Μια μεθυσμένη στροφή γύρω από τη νύχτα.

Κάθε βράδυ σφάζανε κρυφά τα νήπια οι δήμιοι
Και κάθε βράδυ αποκεφαλίζανε προφήτες.
Είχαν δέσει τον ήλιο πίσω από τα κύματα
Με βαριές αλυσίδες από τραγούδια.
Καθυστερούσαν τη μέρα
Καθυστερούσαν το φως.

Μια γυναίκα όμως κάποτε
Μάζεψε τα κομμάτια του φεγγαριού ένα ένα.
Τα πήρε στην αγκαλιά της και τα ένωσε
Υψώνοντάς τα στον ουρανό.
Και φώτισε μεμιάς η πόλη,η θάλασσα
Και είδαν οι άνθρωποι τη σφαγή
Και πάγωσαν τα πρόσωπά τους.

Οι θεοί και οι άγγελοι πέσαν στην κοπέλα
Σαν αρπαχτικά να την ξεσκίσουν.
Στην τελευταία της κραυγή πριν φύγει
Υψώθηκαν αγάλματά της πάνω στις παλιές αψίδες
Και στα σκονισμένα ιερά.
Κάποιοι την ονόμασαν ελπίδα,
Κάποιοι άλλοι ελευθερία
Και κάποιοι Αντίσταση.

Οι άνθρωποι βάδιζουν τώρα
Προς τους θεούς,
Αποφασισμένοι,τρομαχτικά σιωπηλοί.
Στα μάτια τους καίνε φωτιές,
Μικροί ήλιοι
Έτοιμοι να εκραγούν…

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Νεάπολη


Tα σπίτια ήταν φτωχικά.
Στέκονταν οι ξύλινες παράγκες
Δίπλα δίπλα η μία στην άλλη
Λες και πάλευαν για μια γωνιά
Στο μικρό λόφο.
Μια γωνιά να χτυπάει ο ήλιος.
Από πίσω και κάτω απλωνόταν η πόλη
Με το λιμάνι της και τα εμπορικά της,
Ασάλευτα πάνω στη θάλασσα.
Λες και περίμεναν κάτι
Για να ζωντανέψουν,
Να συρθούν στο ξεθωριασμένο γαλάζιο.
Ένα κάλεσμα,μια φωνή,κάτι…

Θυμάμαι κάτι με ρώτησες
Καθώς οδηγούσες,
Αλλά τα λόγια δεν τα άκουσα.
Ίσως γιατί χάζευα έξω το μεσημέρι,
Ίσως γιατί δεν υπήρξαν ποτέ λόγια.
Μοιάζαμε πάντα σαν θλιμμένα αγάλματα
Αφημένα σε μια κίνηση
Πάνω σε άγριες λεωφόρους.
Πάντα αφήναμε ένα κομμάτι μας
Στο δρόμο.
Πάντα γυρνάγαμε σπίτι λειψοί.


Τα χαμόσπιτα χάθηκαν σε μια στροφή
Το ίδιο και η πόλη με το λιμάνι.
Λίγο πριν βάλεις την αγαπημένη σου
Μουσική στο ραδιόφωνο,
Γύρισες και με κοίταξες.

Ήταν η κούραση της ημέρας,
Ήταν η φαντασία μου,
Μα φάνηκαν στα μάτια σου
Ξεθωριασμένες θάλασσες
Να ανοίγονται.
Και πάνω τους εμπορικά ασάλευτα,
Ακίνητα,
Λες και περίμεναν κάτι να ζωντανέψουν.
Ένα κάλεσμα,μια φωνή…

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Sun nevers sets


Είχα ένα ποίημα γράψει φίλε μου,
Πρέπει να ήταν εκεί γύρω Χριστούγεννα.
Έλεγε για ποιητές,
Για αυτούς που γράψαν αράδες
Και για αυτούς που δεν γράψαν ποτέ τους.
Έλεγε πως μοιάζουν με καράβια οι ψυχές τους.
Καράβια σε μαύρους ατέλειωτους ωκεανούς,
Μοιάζουν να κυνηγάνε έναν φονιά Μπόμπι
Και πως ξοπίσω τους αφήνουν μια Καλυψώ…

Συναντάνε στην πορεία τους
Ναυάγια παλιά,
Ναυάγια πρόσφατα,
Σε ξέρες σταματημένα,διπλωμένα.

Κάτι τέτοιο έλεγε το ποίημα
Και μίλαγε και για μια κατάρα.
Δεν υπάρχει Ιθάκη,
Ούτε γυρισμός.
Μόνο τέρατα
Και κάπου κάπου
Γλυκά ηλιοβασιλέματα σε νηνεμίες.
Ξέρεις καλά όμως φίλε μου
Ποιο θα ‘ναι το τέλος.
Μια ξέρα και για σένα
Και για μένα
Μας περιμένει κάπου εκεί έξω.

Η δύναμή μας είναι η πορεία μας
Και η πλανεύτρα μάγισσα
Που αφήσαμε πίσω μας.
Άλλοι την είπαν Καλυψώ
Άλλοι συμβιβασμό.
Η αλήθεια είναι ο ωκεανός
Και ο ουρανός του.

Χαμογελάω..
Νυχτώνει έξω.
H καμπάνα χτυπάει για όλους 6
Και η κοπέλα δίπλα βάζει
Την αγαπημένη της εκπομπή
Στο ραδιόφωνο.
Κάποιος αφιερώνει σε κάποια.

Νυχτώνει έξω.
Σβήνω το τσιγάρο και σηκώνομαι.
Αλλά πριν φύγω
Θα κλέψω μια φράση που ταιριάζει...

Γιατί
Για τους ναυτικούς
The sun never sets.

(στον Sailor)

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Έξω άρχισε να φυσάει



Έσταζε την φρίκη του στο ποτήρι
Οι μύγες χόρευαν ταγκό γύρω από καπνούς
Κι οι υπόλοιποι νυσταλέα κοίταγαν την Τόνια.
Μια τηλεόραση έπαιζε κάπου στο βάθος
Ένα εμβατήριο για μια μακρινή πατρίδα
Και ο γέρο μπάρμαν δάκρυζε κρυφά
Σκουπίζοντας την ξύλινη μπάρα.

Στοίχημα ότι έξω θα άρχισε να φυσάει
Εκείνος ο κόντρα άνεμος,ο ζεστός.
Θα κουνιόνται τα φύλλα των δέντρων
Προς τη μεριά της θάλασσας
Κι ο κουτσός Έκτορας
Θα γαβγίζει τρομαγμένος κι αυτός
Τις σκιές της νύχτας.
Οι άνθρωποι θα μαζεύονται στα παλτά τους
Και τα ζευγάρια θα αγκαλιάζονται ερωτικά.
Καθώς τα πεταμένα χαρτιά
Θα υψώνονται πάνω από τους δρόμους
Σαν γκρίζα περιστέρια της χαραυγής.
Ακροβάτες τρελοί μιας κοινωνίας σε παρακμή,
Προάγγελοι
Μιας πτώσης.
Ή μιας αλλαγής.

Έσταζε την φρίκη του στο ποτήρι
Καθώς ο γέρο μπάρμαν δάκρυζε
Για μια πατρίδα μακρινή….


(Στην Ιωάννα Γ.)

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Πρωινό


Έχω ακόμα επιλογή να μην πάω
Στη δουλειά.
Να φτιάξω ας πούμε ζεστό καφέ
Και να μείνω δίπλα στο τζάμι.
Να κοιτάζω την πρωινή βροχή
Και την γοητευτική μαυρίλα
Να καλύπτει την αυγή.
Να μην την αφήνουν να ανασάνει
Να καλύπτουν τους θορύβους της
Από τα αμάξια και τους ανθρώπους της.
Να μένει μόνο ο υπέροχος ήχος
Του νερού…
Που πέφτει στις σκεπές,κυλάει
Στα μπαλκόνια και αγκαλιάζει τους δρόμους.
Η ησυχία της πρωινής βροχής
Γαληνεύει το απότομο τράβηγμα της ψυχής
Από τα όνειρα της νύχτας.

Σε βλέπω τώρα να κοιμάσαι
Κουκουλωμένη από πορτοκαλί παπλώματα.
Ο καφές είναι μοναδικός όπως
Και το γυμνό σου πόδι που ξεπροβάλλει ήρεμο,
Επιβλητικό
Καθορίζοντας την αόρατη κυριαρχία του
Σε αυτό τον χώρο…
Ίσως γελάσεις με αυτά πιο μετά.
Με πεις ρομαντικό τεμπέλη.
Αλλά οι στιγμές έτσι μου μίλησαν.
Είχα μια βροχή έξω από τις λίγες,
Μια γυμνή γυναίκα στο κρεβάτι μου
Και κάτι σαν ποίημα που έντυνε
Τα άλλα δυο.
Πώς να πάω στη δουλειά μετά…
Οφείλει ο καθένας σεβασμό
Στις ξεχωριστές του μέρες…

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Εσωτερικό


Αυτό το παιδί που άρχισε να κλαίει
Όταν ξαφνικά άδειασε το αρχαίο θέατρο
Και έμειναν μαρμαρωμένες στην θέση τους
Οι καρέκλες των θεατών
Και οι μάσκες των ηθοποιών.
Αυτό το παιδί ας μείνει εκεί για πάντα
Και μόνο το απαλό αεράκι να θυμίζει
Κάτι από μητρική στοργή.
Λειψά αόρατα χειροκροτήματα
Που αναδύονται από την πέτρα,
Μοναδικά σημάδια χρόνου που κυλά.
Δες πως κούρνιασε το μικρό,φοβισμένο
Στη σιωπή
Και πως μοιάζουν τα έργα ξεγυμνωμένα
Από την υποκριτική.
Ο ήλιος υποκλίνεται και χάνεται κι αυτός
Από την καλοφτιαγμένη σκηνή
Πριν περάσουν οι αιώνες σαν στιγμές
Και έρθει εκείνη η βροχή.
Το παιδί τότε ξυπνάει γέρο κομπάρσος
Με τρεμάμενη φωνή,επιθανάτια κραυγή
Της τελευταίας πράξης
Σε μια σκάρτη εποχή.

Χωρίς ανθρώπους


Η πόρτα φεύγει προς τα πίσω απαλά
Αφήνοντας ένα συρτό ήχο για καλησπέρα.
Πάνε χρόνια τώρα που μιλάει στον αέρα
Και στην απατηλή οπτασία μιας γυναίκας
Ξαπλωμένης στη γωνιά του σαλονιού.

Απόψε η βροχή θα χτυπά ζητιάνα
Και το ραγισμένο παράθυρο θα σιωπά.
Καθώς το σκοτάδι θα καλύπτει ό,τι αγαπά
Οι τοίχοι θα αναδύουν εικόνες και φωνές
Ίδιες ασπρόμαυρες κινούμενες προβολές.

Οι γάτες θα ουρλιάζουν στο ξέφωτο πάλι
Και το ραδιόφωνο θα παίζει λυπηρά .
Στην αυγή της νύχτας θα με κοιτάς πονηρά
Μα τα χέρια σου θα ξεχειλίζουν σιωπή
Και στάλες από αλμυρό νερό σε φρέσκια πληγή.

Ας μην μπω μέσα απόψε.
Ας βγω στη βροχή.

Το σπίτι που σε αγάπησα
Είναι πια άδειο.
Χωρίς ανθρώπους.
Χωρίς εσένα.