Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Ο δράκος


Δεν έχω ούτε μια δραχμή πάνω μου ή καλύτερα ούτε ένα λεπτό.Και το χειρότερο είναι ότι μου τελείωσαν και τα τσιγάρα από το πρωί κιόλας.Πάλι καλά που έχω κάτι φαγητά στην κατάψυξη.
Η Τίνα σηκώθηκε και έφυγε ξαφνικά κατά το μεσημέρι και από τότε ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα.Και κυρίως ούτε εκείνα τα δέκα ευρώ που της είχα πει να μου αφήσει δανεικά πάνω στο κομοδίνο.
Είναι στιγμές που νιώθω ξεχασμένος από όλους και όλα.Τελείως μόνος μου.Αναρωτίεμαι αν όντως έκανα κάτι που να το αξίζω αυτό.Μα όταν το σκέφτομαι καλά καλά,βλέπω ότι απλώς εγώ ήμουν λίγο πιο ειλικρινής από τους άλλους.Αυτό με τρελαίνει,με εξοργίζει,με κάνει να θέλω να τα σπάσω όλα.Άλλες πάλι φορές παραιτούμαι από την αγανάκτηση και μένω να κοιτάζω με κενό βλέμμα κάπου ανάμεσα στο ‘’Κοράκι’’ του Πόε και τον ΄΄Ζωγράφο των μαχών’’ του Ρεβέρτε.Και εκείνες τις αφόρητες στιγμές θέλω απλά να σηκωθώ και να φύγω από τον κόσμο τους.
Σιγά σιγά όμως η οργή με την αγανάκτηση μέσα μου γαληνεύουν..Γίνονται σιωπηλό μαύρο ποτάμι που ψάχνει να εκβάλλει σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα.Και τότε πιάνω το στυλό και αρχίζω να γράφω…
* * *
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με τα χρυσά φτερά που αιώνες τώρα φύλαγε την πόλη μας.Βρέθηκε με ένα βέλος ποτισμένο στο δηλητήριο στην περιοχή της καρδιάς.Όταν οι πρώτες ακτίνες της αυγής φώτισαν το φρικτό αυτό θέαμα,ένα μουρμουρητό απλώθηκε από την μια άκρη της μικρής μας πόλης έως την άλλη.Μέσα σε λίγα λεπτά το νέο έφτασε μέχρι και το λιμάνι.Από κει υψώθηκαν τα πρώτα μαύρα πανιά και από κει άρχισε ο υπόκωφος αυτός θρήνος που γύρισε πίσω στην πόλη.Ήμασταν χαμένοι.
Ο δράκος ποτέ δεν πείραξε κανέναν μας παρά μόνο τους εχθρούς μας που κατά περιόδους εφορμούσαν κατά της πόλης μας.Τότε η τεράστια φωτιά που έβγαινε από το στόμα του έκανε μια χαρά την δουλειά της.Μέχρι που πια σταμάτησαν να μας επιτίθενται άλλο και μας άφησαν ήρεμους στην ειρηνική ζωή μας.Τα όπλα σκουριάσανε πάνω στις επάλξεις και χορτάρι φύτρωσε στην τάφρο.Η λέξη ΄΄πόλεμος’’ ακουγόταν μόνο στα παραμύθια και στα βιβλία της ιστορίας.Οι τελευταίοι στρατιώτες πέθαναν γέροι στα καφενεία μαζί με εκείνον τον τρελό προφήτη που φώναζε πάντα να επαγρυπνούμε γιατί ο εχθρός είναι παντού.
Έμοιαζε λες και ο ήλιος είχε ανατείλει μόνιμα πάνω από την πόλη μας και κανένα σύννεφο δεν μπορούσε να τον επισκιάσει.Και όλα αυτά εξαιτίας του δράκου με τα χρυσά φτερά.Χαρούμενος και αυτός τώρα,κοιμόταν ήσυχα έξω από τα τείχη της πόλης μας.
Μα οι άνθρωποι ξεχνούν και όπως ξεχνούν τα άσχημα έτσι ξεχνούν και τα καλά.Θα έλεγε κανείς ότι πιο πολλοί ξεχνούν αυτόν που τους βοήθησε,τον ευεργέτη τους.Αλλά για να έρθει αυτή η σκάρτη λήθη,θα πρέπει πρώτα να έχουν ξεχάσει τον εαυτό τους.Και αυτό έγινε και με τους συμπολίτες μου…και με μένα τον ίδιο.Ξεχάσαμε ποιοι ήμασταν σιγά σιγά και αφήσαμε την ψυχή μας να γλιστρήσει ανάμεσα στις ψεύτικες χαρές και ηδονές.
Κάποιος σκότωσε τον δράκο με βέλος βαθιά μπηγμένο στην καρδιά.Η πρωινή μας ζάλη πέρασε και τα κλάματα σταμάτησαν κατά το απόγευμα.Και όταν όλοι κάτσαμε γύρω από την φωτιά σιωπηλοί,με το φεγγάρι εκεί ψηλά,τότε αρχίσαμε να θυμόμαστε.
Πρώτος θυμήθηκε εκείνος ο έμπορος με τα μπλε κουτιά και μετά η κοπέλα με τα κόκκινα μάτια.Την κραυγή τους ακολούθησαν και άλλες κραυγές ανθρώπων που άρχισαν να θυμόνται.
Και κει γύρω από την κρύα φωτιά καταλάβαμε τρομαγμένοι την πτώση μας.Και ήρθε να αιωρηθεί από πάνω μας η εικόνα του καθένα από μας να μπήγει όλο και πιο βαθιά το βέλος στην καρδιά του δράκουΈμεινε εκεί πάνω από την φωτιά για λίγα λεπτά και μετά έφυγε προς το φεγγάρι,αφήνοντας πίσω της φαντάσματα.

1 σχόλιο:

  1. Πραγματικά υπέροχο… Η συσχέτιση του δράκου με τους αγνώμοντες ανθρώπους που κατρακυλάν ασύστολα στη λησμονιά του χρόνου, ώστε να ξεχνούν τους ευεργέτες τους, πως ήταν πριν αυτούς που τους πρόσφεραν ΑΓΑΠΗ και ΣΤΟΡΓΗ όταν ως τότε τους δόθηκε προδοσία και περιφρόνηση μου θύμισαν απίστευτα την πραγματική ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων. Ας δούμε λίγο εμείς οι ίδιοι ποιους πλήξαμε και ποιοι μας χτύπησαν περισσότερο – μέσα στις πιο αληθινές στιγμές να κυριαρχεί το ψέμα.
    Με την εισαγωγή σου – η αναφορά σου στον ζωγράφο των μαχών- μου θύμισες την ιστορία του Κροάτη όταν ήταν φυλακισμένος και ένας 17χρονός που τον εκμεταλλευόταν ο φύλακας έφερνε τα «δώρα» του και τα έδινε στους συγκρατούμενους του, μέχρις ότου τον κακοποίησαν και αυτοί και στο τέλος αυτοκτόνησε.
    Επίσης αυτή ο ‘πόνος’ του κεντρ9ικού προσώπου προσέδιδε την κεντρική δύναμη του ποιήματος του Πόε, όμως αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να ψάξει και ο ίδιος γιατί έγινε αυτήν η «εγκατάλειψη», μήπως και ό ίδιος στάθηκε αχάριστος;; Γιατί βλέπουμε εύκολα τα παραπτώματα των άλλων και όχι τα δικά μας! Και μήπως δεν βλέπει γύρω του, μία αληθινή συντροφιά που είχε και έχει και ίσως δεν της προσδίδει την αξία που της αρμόζει, αλλά αντίθετα την εξευτελίζει και αυτός όπως τον εξευτέλισαν οι άλλοι;;
    Το κείμενο σου έχει, όπως είπα, απίστευτη δύναμη και παρέχει απίστευτα ερεθίσματα σκέψεων που πολύ λίγα κείμενα μπορούν να τα καταφέρουν!

    ΑπάντησηΔιαγραφή