Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Ομίχλη


1.

Το πτώμα άνηκε στον νεαρό Τζέιμς Άνταμς,κάτοικο μιας φτωχογειτονιάς στην περιοχή του Πρόβιντενς.Ζούσε σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι πάνω το οποίο έπεφταν οι σκιές από τους ψηλούς γυάλινους ουρανοξύστες,κάπου 300 μέτρα πιο δυτικά.Ο πλούτος δίπλα δίπλα με την φτώχεια.
Εκείνο το βροχερό πρωινό είχα να κάνω κάτι βαρετές δουλειές γραφείου που συνέχεια τις ανέβαλα για τις επόμενες μέρες.Είχε έρθει όμως ο καιρός και γ αυτό ήμουν στα νεύρα από νωρίς το πρωί.Είχα και αυτόν τον μαλάκα τον διευθυντή που τις τελευταίες βδομάδες αντί γ καλημέρα μ έλεγε ΄΄Σύλλα τατοποίησε τις γαμημένες αναφορές σου και φέρ’τες επιτέλους’’.Είχε καταντήσει μόνιμη ζαλάδα στο κεφάλι μου.
Έβαλα αρκετό γαλλικό μαζί με μια κουταλιά ζάχαρη στην κούπα μου και την ακούμπησα δίπλα από το πακέτο με τα τσιγάρα.Πήρα μια βαθιά ανάσα και έβγαλα από το πρώτο συρτάρι του γραφείου μου μια στίβα χαρτιά.Διάλεξα το πρώτο πάνω πάνω και άρχισα να γράφω τις τυπικές γραφειοκρατικές βλακείες στον υπολογιστή.Στα πρώτα δέκα γράμματα είχα κουραστεί ήδη.Άναψα τσιγάρο.Τότε χτύπησε το τηλέφωνό μου.
΄΄Σύλλας,παρακαλώ?’’,μια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής άρχισε να μου μιλάει αλλά επειδή γινόταν χαμός στο τμήμα,δεν άκουγα τίποτα.Γύρισα προς τον χοντρό Φρέντυ δίπλα μου που εκείνη την ώρα έβαζε τις φωνές σ έναν νέο αστυφύλακα ΄΄Φρέντυ μπορείς να βγάλεις τον σκασμό γ λίγο αγόρι μου??’’,του φώναξα αγριεμένα.Εκείνος με κοίταξε για λίγο θυμωμένα και μ έκανε κωλοδάχτυλο.Έπειτα το βούλωσε.Ξαναγύρισα στο ακουστικό.
΄΄Παρακαλώ?Είχε φασαρία και δεν άκουγα πριν…’’,είπα στην γυναίκα που με είχε πάρει πριν λίγο.
΄΄Διακρίνω νεύρα ντετέκτιβ??’’,με ρώτησε η γυναικεία φωνή που δεν ήταν άλλη από την Πόλυ.
΄΄Κακιά μέρα Πόλυ.Τι κάνεις?’’,την ρώτησα γνωρίζοντας όμως από μέσα μου ότι πάλι κάτι είχε γ μένα αυτή η ξανθιά δημοσιογράφος της City News.Το ηθικό μου κάπως ανέβηκε από την προσμονή μιας υπόθεσης που θα με έβγαζε από το σημερινό μαρτύριο.
΄΄Εγώ καλά ντετέκτιβ αλλά όχι και η φίλη μου η Κρίστι.Βρήκαν τον αδερφό της νεκρό τα ξημερώματα σε ένα σοκάκι κοντά στο σπίτι του.Πρόβιντενς,Φολ 23.’’,μου είπε η κοπέλα και σταμάτησε περιμένοντας την αντίδρασή μου.Πάντα το έκανε αυτό.Πέταγε την πληροφορία και μετά απλά περίμενε.Είχα αρχίσει να το διασκεδάζω πια.Σκέφτηκα να παίξω λίγο μαζί της.
΄΄Και που κολλάω εγώ Πόλυ?Απ’ότι ξέρω έχει τμήμα η περιοχή αυτή.’’,της απάντησα.
΄΄Έχει όντως ντετέκτιβ,αλλά θα ήθελα να το κοιτάξεις κι εσύ λίγο.Η Κρίστι είναι πολύ καλή μου φίλη και ήξερα και τον Τζέιμς,τον αδερφό της.’’
΄΄Κατάλαβα…Ε θα δω το πρόγραμμά μου για σήμερα και αν μπορέσω θα περάσω από κει να ρίξω μια ματιά.’’,εν τω μεταξύ είχα ήδη σημειώσει την οδό πάνω σε ένα χαρτάκι και είχα βάλει το πακέτο με τα τσιγάρα στην τσέπη μου.
΄΄Ευχαριστώ Σκότυ..’’,μου είπε με πιο γλυκιά φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο.
Σηκώθηκα,έσβησα το τσιγάρο που μόλις πριν είχα ανάψει και φόρεσα το παλτό μου.Τράβηξα προς το γραφείο του διευθυντή.Μπήκα μέσα χωρίς να χτυπήσω.Στις αρχές που έκανα αυτό το λάθος,με άφηνε να περιμένω για κανένα δεκάλεπτο πριν μου απαντήσει ΄΄Πέρασε’’ ο μπάσταρδος.
΄΄Γιατί δεν χτυπάς πριν μπείς??Είχα δουλειά!’’,μου φώναξε πίσω από το πολυτελές γραφείο του.Κοίταξα την μικρή τηλεόραση που έπαιζε στην γωνία ένα χαζό πρωινό σόου.Ένας πούστης χοροπήδαγε και κάτι χοντρές κυρίες τον ακολουθούσανε.Γύρισα στον διευθυντή.
΄΄Ναι το βλέπω…’’,του είπα ειρωνικά.
Εκείνος άρχισε να γίνεται πιο κόκκινος απ’ότι ήταν συνήθως.Ερχόταν μπόρα και δεν ήθελα με τίποτα να βραχώ.
΄΄Κύριε διευθυντά έχω μια σημαντική δουλειά και πρέπει να λήψω για κανα δυο ώρες.’’,του είπα με πιο μαλακό τόνο τώρα.Αλλά αντί να τον ηρεμήσει αυτό,συνέχισε να γίνεται πιο κόκκινος και το κάτω χείλος του άρχισε να τρεμοπαίζει.Η μπόρα θα ξέσπαγε.Τελικά φάνηκε να ησυχάζει κάπως.Είχε και την πίεση του να προσέχει.
΄΄Τα χαρτιά πότε θα είναι έτοιμα?’’,με ρώτησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε.
΄΄Αύριο το πρωί θα είναι στο γραφείο σας.’’,του απάντησα και ούτε κ γω το πίστευα αυτό.Δεν φάνηκε να τον πείθει η απάντηση μου.
΄΄Σύλλα,πρόσεξε καλά,αύριο το πρωί θα τα έχεις έτοιμα αλλιώς θα γευματίζω με τον κώλο σου για πρωινό για πολλές μέρες!’’,μου ούρλιαξε χτυπώντας το δεξί του χέρι πάνω στο γραφείο του.
΄΄Ελπίζω τουλάχιστον να είναι νόστιμος’’,του αποκρίθηκα,φεύγοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα από κει.Όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου αυτός συνέχιζε να ουρλιάζει…


2.

Τα παιδιά της Σήμανσης είχαν σαρώσει για τα καλά τον χώρο.Μια μπλε κορδέλα της αστυνομίας έφραζε την ανατολική είσοδο στο στενό,που είκοσι μέτρα πιο κάτω κατέληγε σε αδιέξοδο.Μια λίμνη ξεραμένου αίματος βρισκόταν στην αρχή του στενού.
Είχα αργήσει.Δεν ήταν κανένας εδώ παρά μόνο κάτι κίτρινα γαρύφαλλα που με κοίταζαν θλιμμένα δίπλα στην κόκκινη λίμνη.Τα σήκωσα και τα κοίταξα.Δεν ήταν από μαγαζί.Απόρρησα στην σκέψη ότι μπορούσε κάποιος ακόμα να βρει τέτοια λουλούδια σ’αυτή την πόλη.Τα άφησα πάλι ευλαβικά στο σημείο που ήταν.Άναψα τσιγάρο.
Η γειτονιά αυτή ήταν μια από τις πιο φτωχές στην πόλη.Λαθρέμποροι και πρεζόνια σκοτώνονταν ανά καιρούς μεταξύ τους.Και στο ενδιάμεσο φτώχεια και εξαθλίωση.
Θυμάμαι μια φορά έναν γερουσιαστή που ήρθε εδώ να μιλήσει.Άρχισε να λέει λόγια μεγάλα για τα αίτια αυτής της εξαθλίωσης και πως θα την αντιμετωπίσει και άλλα τέτοια.Θυμάμαι που άρχισα να γελάω και οι άνθρωποι στις πίσω σειρές με κοίταξαν απορημένοι.Ο υποδιευθυντής τότε μου είχε ρίξει ένα άγιο βλέμμα.Όταν με ρώτησε αργότερα γιατί γελούσα σαν μαλάκας εγώ του είχα απαντήσει ΄΄Αρχηγέ είναι αστείο.Ο γερουσιαστής έχει γραφείο σ εκείνους τους ουρανοξύστες.’’,του είχα αποκριθεί.
΄΄Και τι μ αυτό?Πού βρίσκεις το αστείο?’’,με είχε ρωτήσει ξαφνιασμένος.
΄΄Οι ουρανοξύστες αυτοί κρύβουν τον ήλιο από την γειτονιά εδώ και 50 χρόνια..’’,απάντησα.
Αυτός με είχε κοιτάξει σαν να έβλεπε κάποιον τρελό και είχε φύγει.
Είχε συννεφιάσει και κατάλαβα ότι ερχόταν βροχή.Το παιδί έμενε 2 τετράγωνα πιο κάτω αλλά θεώρησα καλύτερο να πεταχτώ πρώτα από το τοπικό τμήμα για να μάθω λεπτομέρειες του φονικού.Αν βέβαια οι καλοί μου συνάδελφοι δέχονταν να τις μοιραστούν μαζί μου.
Η βροχή με έπιασε λίγο πριν φτάσω στο 35ο τμήμα.Μπήκα σχεδόν τρέχοντας μέσα δείχνοντας βιαστικά την ταυτότητα μου στον φρουρό και συγχρόνως πετώντας το τσιγάρο στον δρόμο.Η γκόμενα στην υποδοχή έμοιαζε να χαζεύει ένα περιοδικό για γυναίκες και γυναικείες ανησυχίες.
΄΄Γεια σας..’’,της είπα,χωρίς ωστόσο εκείνη να σηκώσει τα μάτια της από την μαλακία που διάβαζε.Τελικά το έκανε.
΄΄Τι θα θέλατε παρακαλώ?’’,μου είπε βαριεστημένα.
Μια πίπα,σκέφτηκα από μέσα μου.
΄΄Είμαι ο ντετέκτιβ Σύλλας από το τμήμα του Φάιβ Πόιντς.Ήρθα για μια υπόθεση.Έναν νεαρό που βρήκανε σε ένα σοκάκι σήμερα το πρωί.’’
Με κοίταξε με το ίδιο χαζό και βαρετό ύφος.
΄΄Ναι.Αυτόν τον ναρκομανή.Ο υπαστυνόμος Ντέιβς τον έχει αναλάβει.Ρωτήστε αυτόν.’’,μου απάντησε και έσκυψε πάνω στο Female Beauty.
Ένιωσα το αίμα μου να ανεβαίνει στο κεφάλι.Συγκρατήσου Σύλλα,είπα από μέσα μου.
΄΄Μήπως μπορείτε να μου πείτε και που να τον βρω?’’,την ρώτησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα.Αυτή με ξανακοίταξε.Πρέπει να κατάλαβε την προσπάθειά μου να συγκρατηθώ και ίσως να τρόμαξε λιγάκι γιατί μου είπε αμέσως ΄΄Τρίτη πόρτα αριστερά.Πιθανόν να έχει δουλειά όμως…’’
΄΄Ευχαριστώ.Καλή συνέχεια..’’της είπα και έφυγα προς τον διάδρομο.
Τον ήξερα από παλιά τον υπαστυνόμο Ντέιβς.Καλό παιδί και από τους τίμιους αστυνόμους.Φαίνεται ότι είχα αρκετές πιθανότητες να μου πει για το σκηνικό του φόνου.Άλλωστε μου χρωστούσε και χάρη.
΄΄Σύλλα τι ευχάριστη έκπληξη??Πώς κι από δω?’’,με ρώτησε σφίγγοντας μου το χέρι όταν μπήκα χωρίς να χτυπήσω την πόρτα.Άσχημη συνήθεια που την προκάλεσε μια άσχημη συμπεριφορά.
Ο Ντέιβς καθόταν πίσω από το σχεδόν διαλυμένο ξύλινο γραφείο του και μασουλούσε την πάνω άκρη ενός μολυβιού.Είχε παχύνει και τα ξανθά μαλλιά του είχαν αραιώσει κάπως.Καμιά σχέδη με τον τύπο που θυμόμουν στην Ακαδημία.Κάθισα στην καρέκλα μπροστά του.Άνοιξα το πακέτο μου.Είχαν μείνει άλλα τέσσερα τσιγάρα.Άναψα ένα.
΄΄Θες Ντέιβς?’’,του πρότεινα το πακέτο μου.
΄΄Όχι ευχαριστώ.Παλεύω να το κόψω.Η Σίλβια με πιέζει εδώ και μήνες.Κάνει κακό λέει.’’,μου απάντησε.Χαμογέλασα.
΄΄Αυτό γίνεται όταν παντρεύεσαι γιατρό.’’,αποκρίθηκα.
Έκανα ένα νεύμα παραίτησης με τους ώμους του και μετά με ρώτησε πάλι
΄΄Λοιπόν τι σε φέρνει στα μέρη μας?’’
΄΄Νομίζω ότι ξέρεις.Ο νεαρός που βρήκατε τα ξημερώματα.’’,του είπα περιμένοντας την αντίδρασή του.
΄΄Ναι το φαντάστηκα.Αλλά εσένα τι σε αφορά?’’,με ρώτησε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι.Κλασσικός Ντέιβς.
΄΄Είναι συγγενής φίλης μου και θέλει να ρίξω και γω μια ματιά.’’,ήξερα ότι η απάντηση μου δεν θα τον έπειθε.
΄΄Σύλλα δεν ήσουν ποτέ πειστικός.’’,μου είπε χαμογελώντας μου.
΄΄Κοίτα Ντέιβς η υπόθεση είναι δική σου.Δεν θα μπλεχτώ στα πόδια σου.Και ότ,ι βρω δικό σου.Τι λες?Εξάλλου μου χρωστάς και χάρη…’’,του απάντησα.
Αυτός έμεινε να το σκεφτεί λίγο αφήνοντας το μολύβι να κρέμεται μετέωρο από τα χείλη του.
΄΄Ναι είναι και αυτή η χάρη…Ξέρεις να τους δένεις όλους Σύλλα…Ας είναι…’’,μου αποκρίθηκε και άνοιξε έναν φάκελο που είχε μπροστά του.Τον είχα καταφέρει.
΄΄Ο νεαρός ονομάζεται Τζέιμς Άνταμς και ήταν 26 χρονών. Έμενε στην Φολ 23 με την μάνα του και ήταν άνεργος.Είχε τελειώσει την νομική πριν 4 χρόνια αλλά δεν δούλευε κάπου.Έχασε τον πατέρα του από δυστύχημα σε ηλικία 15 χρονών.Βρέθηκε τα ξημερώματα μεταξύ Φολ και Στρέιτ πυροβολημένος στο κεφάλι εξ επαφής.Αυτές είναι οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν.’’,είπε και μου έδειξε κάτι φωτογραφίες της Σήμανσης.
Η πρώτη έδειχνε τον νεαρό ανάσκελα πεσμένο με μια λίμνη αίματος κάτω από το κεφάλι του.Το πρόσωπό του δεν φαινόταν γιατί είχανε βάλει μια φωτογραφία του ακριβώς από πάνω που τον έδειχνε από την μέση και πάνω.
΄΄Τι είναι αυτό Ντέιβς?’’,τον ρώτησα δείχνοντάς του την φωτογραφία αυτή.
΄΄Δεν ξέρουμε ακόμα.Βρέθηκε μαζί με το πτώμα.Μάλλον ο δολοφόνος την έβαλε αλλά ο λόγος που το έκανε είναι ακόμα άγνωστος.’’
Συνέχισα να κοιτάω την εικόνα.Ο τοίχος πίσω του είχε γεμίσει με πιτσιλιές αίμα και λίγα κομμάτια μυαλού απ’ότι μπόρεσα να καταλάβω.Το θύμα φόραγε ένα μαύρο μπλουζάκι και ένα ξεφτισμένο τζιν.
Η δεύτερη φωτογραφία έδειχνε σχεδόν τα ίδια με την μοναδική διαφορά ότι είχαν αποκαλύψει τώρα το πρόσωπο του νεκρού.Μια τρύπα στο μέτωπό του έδειχνε την είσοδο της σφαίρας που την σκέπαζαν κάπως τα μαύρα του μακριά μαλλιά.Ο νεαρός φαινόταν αρκετά διαφορετικός από τον τύπο που έδειχνε η εικόνα πάνω στο πρόσωπό του.Έδειχνε πιο γερασμένος.
Οι άλλες φωτογραφίες έδειχναν πάνω κάτω τα ίδια.Τραβηγμένες η κάθε μία από διαφορετική οπτική γωνία.Η τελευταία είχε τραβηχτεί γύρω στις 9 το πρωί.Δηλαδή μια ώρα περίπου πριν φτάσω εγώ στο σημείο.Τις άφησα πάνω στο γραφείο του Ντέιβς.
΄΄Το όπλο?Βρέθηκε πουθενά?’’,τον ρώτησα.
΄΄Όχι ακόμα.Αν και ψάξαμε αρκετά’’,μου απάντησε ο υπαστυνόμος.
΄΄Είδε κανένας τίποτα?Ποιος τον βρήκε?’’
΄΄Αρκετοί άκουσαν τον πυροβολισμό αλλά κανένας δεν ασχολήθηκε.Τον βρήκε το πρωινό συνεργείο καθαρισμού του δήμου και μας ειδοποίησε.’’
΄΄Τι ώρα ακούστηκε ο πυροβολισμός?’’
΄΄Γύρω στις 3 τα ξημερώματα.’’
΄΄Τι πιστεύετε?Ποιον υποψιάζεστε?’’,τον ρώτησα σβήνοντας το τσιγάρο που είχα ανάψει μόλις είχα μπει.
΄΄Κοίτα υπήρχε η φήμη ότι ο νέος πρέπει να έπαιρνε ναρκωτικά.Δεν έχει τίποτα σημάδια αλλά περιμένω τις τοξικολογικές από ώρα σε ώρα.’’,μου απάντησε ο Ντέιβς.
΄΄Δεν νομίζω να έχει να κάνει με ναρκωτικά Ντέιβς’’,του είπα.Πήγα να ανάψω κι άλλο τσιγάρο αλλά σκέφτηκα πόσα μου είχανε μείνει και σταμάτησα την κίνησή μου.
Ο υπαστυνόμος περίμενε να συνεχίσω την σκέψη μου.
΄΄Η φωτογραφία πάνω στο πρόσωπό του δείχνει οικειότητα μεταξύ αυτού και του δολοφόνου,κάτι σαν φίλοι.Μου θυμίζει όμως και σκηνή σαν από κάποια ιεροτελεστία.Σαν κάποιον συμβολισμό.Τα πρεζόνια συνήθως μαχαιρώνονται ή ξεκοιλιάζονται μεταξύ τους με τίποτα γυαλιά.Αυτό ήταν καθαρή εκτέλεση.Συν τις άλλοις ότι δεν έχει σημάδια από τρύπες.’’,είπα και έσκυψα πάνω στην πρώτη φωτογραφία πάλι.
΄΄Ξέρουμε σε ποιον ανήκει η φωτογραφία?Αν την είχε η μάνα του ή κάποιος φίλος του?’’,τον ρώτησα.
΄΄Η μάνα του λέει ότι δεν την είχε στο σπίτι της.Αλλά αναγνώρισε ότι πρέπει να είχε τραβηχτεί τα χρόνια που ο Τζέιμς ήταν στο πανεπιστήμιο.’’,μου απάντησε βγάζοντας το μολύβι από το στόμα του.
΄΄Πώς κι έτσι?’’,ρώτησα περίεργος.Θεέ μου μην ξαναμασήσει το μολύβι,σκέφτηκα μέσα μου.
΄΄Αναγνώρισε το πουλόβερ που φοράει στην φωτογραφία.Είπε ότι του το είχε κάνει δώρο στο δεύτερο έτος στην νομική και ότι το φόραγε συχνά εκείνη την εποχή.’’,απάντησε ξαναβάζοντας το μολύβι στην κωλοτρυπίδα που είχε για στόμα.
΄΄Κατάλαβα…Παίζει μήπως να δω το πτώμα?’’,τον ρώτησα χωρίς να ελπίζω και πολλά.
΄΄Δύσκολο..δουλεύει ο ιατροδικαστής ακόμα.Αν προκύψει κάτι θα σε ενημερώσω’’,μου είπε ξαναπιάνοντας το μολύβι.
Δεν άντεχα άλλο αυτό το σκηνικό και γ αυτό σηκώθηκα.
΄΄Ευχαριστώ πολύ Ντέιβς,ελπίζω να βρεις κάτι σ αυτή την υπόθεση.’’,του είπα σφίγγοντάς του το χέρι.
΄΄Τίποτα Σύλλα…Η χάρη βλέπεις.Μακάρι να μην σε ξαναβρώ μπροστά μου.’’,μου αποκρίθηκε γελώντας.Άλλος ένας γαμημένος μπάσταρδος.
Έξω η βροχή είχε σταματήσει χωρίς ωστόσο να ανοίξει ο ουρανός.Μέχρι την Φολ 23 είναι ένα τσιγάρο απόσταση σκέφτηκα και έβγαλα το πακέτο…


3.

Πάντα χάνουμε την βροχή μωρό μου…Όσο και να προσπαθήσουμε,πάντα στο τέλος την χάνουμε.Του είχε πει στο τηλέφωνο εκείνη την μέρα,λίγες ώρες αφού είχε φύγει από το σπίτι του.Τότε που είχε αρχίσει να ρίχνει εκείνο το σταθερό και μελαγχολικό ψιλόβροχο.Κι αυτός είχε μείνει να κοιτά τον δρόμο έξω από το παράθυρό του ανέκφραστος.Όσο σκέφτεσαι μια απώλεια,τόσο πιο μεγάλη γίνεται.
Το προηγούμενο βράδυ είχανε τσακωθεί.Κι ο ίδιος δεν θυμόταν τον λόγο.Απλά θυμόταν εκείνη να κοιμάται στον καναπέ και αυτός στο κρεβάτι.Ένα άθλιο κτήνος με πρόσωπο ανθρώπου.Όταν είχε ξυπνήσει κατά τις 4 πήγε στο σαλόνι και την βρήκε κουλουριασμένη να βαριανασαίνει.Την είχε σηκώσει στα χέρια του και την είχε πάει μέσα στο κρεβάτι.Την είχε σκεπάσει και μετά είχε μείνει να την κοιτάει μέχρι το ξημέρωμα.Σε κάποια φάση μέσα στον ύπνο της είχε πει το όνομά του ΄΄Σύλλα…’’.
Τα επόμενα βράδια που ήρθαν,λίγες φορές θυμάται τον εαυτό του να κοιμάται στο κρεβάτι.Ο καναπές το είχε αντικαταστήσει.Δεν ήξερε αν έφταιγε η αϋπνία ή αν ήταν ένα είδος αυτοτιμωρίας που είχε επιλέξει.
Πάντα χάνουμε την βροχή μωρό μου…
***
Η μονοκατοικία που ζούσε ο Τζέιμς με την μάνα του είχε τα σημάδια της εγκατάλειψης και της σταδιακής αποσύνθεσης.Κάτι που φαινόταν καθαρά στους εξωτερικούς ξεφτισμένους τοίχους και στον παρατημένο και ξεραμένο μικρό κήπο.Οι Άνταμς κάποτε είχαν κήπο,σκέφτηκα.Περίεργο γ αυτή την περιοχή.Χτύπησα την πόρτα.
Περίμενα για κανένα πεντάλεπτο μέχρι που μια νέα γυναίκα μού άνοιξε.Τα μάτια της ήταν κόκκινα από τα δάκρυα και φόραγε μαύρα.Κατάλαβα ότι αυτή μάλλον ήταν η Κριστίν,η αδερφή του θύματος.Άλλωστε μοιάζαν αρκετά.
΄΄Παρακαλώ?..Τι θα θέλατε?’’,μου είπε προσπαθώντας να πνίξει άλλον έναν λυγμό.
΄΄Συγγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας.Είμαι ο ντετέκτιβ Σύλλας.Η Πόλυ μού είπε για τον αδερφό σας…Λυπάμαι…’’,της είπα κάπως δισταχτικά.
Η γυναίκα έμεινε κάπως να το σκεφτεί σαν να μην ήξερε για ποιο πράγμα μιλάω ή σαν να το είχε ήδη ξεχάσει.Τελικά φάνηκλε να κατάλαβε γιατί μου απάντησε
΄΄Α ναι θυμάμαι..Ναι μίλησα το πρωί στην Πόλυ.Σας ευχαριστώ που ήρθατε ντέντεκτιβ.Περάστε παρακαλώ…’’,μου αποκρίθηκε δείχνοντας μου το χολ.
Το σπίτι μύριζε κλεισούρα και τα παντζούρια ήταν κλειστά.Λίγα βήματα από την είσοδο ήταν το σαλόνι.Ένας μικρός διθέσιος καναπές και μια παλιά τηλεόραση κάπου στο κέντρο.Μια γυναικεία μορφή μες στα μαύρα καθόταν στον καναπέ και έκλαιγε,σκουπίζοντας που και που τα δάκρυά της με ένα άσπρο μαντήλι.
Η Κριστίν πήγε δίπλα της βάζοντας το χέρι της πάνω στον ώμο της μάνας της.
΄΄Μητέρα ήρθε ένας φίλος από την αστυνομία.Θέλει να βοηθήσει.Προσπάθησε να ηρεμήσεις λίγο τώρα.Εντάξει?’’,της είπε σχεδόν ψιθυριστά στο αυτί.Η κυρία Άνταμς έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της.Χωρίς ωστόσο να γυρίσει να με κοιάξει.
Η Κριστίν μού έφερε μια καρέκλα απέναντι από την μάνα της.Αυτή κάθισε δίπλα στην μητέρα της.
΄΄Κυρία Άνταμς λυπάμαι για τον χαμό του γιού σας…Δεν θα σας ταλαιπωρήσω πολύ.Λίγες ερωτήσεις μόνο.Μπορείτε?’’,την ρώτησα όσο πιο ανθρώπινα μπορούσα.Τις μισούσα κάτι τέτοιες στιγμές.Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι της.
΄΄Πότε είδατε τον Τζέιμς για τελευταία φορά?’’,την ρώτησα.
Έπιασε λίγο το μέτωπό της σαν να προσπαθούσε να σκεφτεί όσο πιο καλά γινόταν.
΄΄Πρέπει να ήταν χτες το απόγευμα.Γύρω στις 5.Ήρθε σπίτι,πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο να τσιμπήσει κάτι.Του είπα ότι είχα μαγειρέψει αλλά δεν μου έδωσε σημασία.Μετά πήγε στο δωμάτιο του και κλείστηκε μέσα.Εγώ ξάπλωσα στον καναπέ και με πήρε ο ύπνος λίγο αργότερα.Ξύπνησα από τον ήχο της πόρτας που έκλεινε,2 ώρες μετά.Βγήκα έξω να τον ρωτήσω που πήγαινε αλλά είχε ήδη χαθεί.’’,δάκρυα άρχισαν να κυλάνε πάλι στα μάγουλα της κυρίας Άνταμς.Η κόρη της την αγκάλιασε και προσπάθησε να την ηρεμήσει.
Όταν σταμάτησε να κλαίει την ρώτησα
΄΄Μήπως γνωρίζετε κάποιον που θα ήθελε να κάνει κακό στον γιό σας?Σκεφτείτε καλά κυρία Άνταμς.’’
΄΄Όχι όχι!Ο γιος μου ήταν καλό παιδί,δεν είχε εχθρούς.Δεν πάει το μυαλό μου κάπου.’’,μου απάντησε αμέσως και σαν κάπως θιγμένη η γυναίκα.
΄΄Τελευταία ερώτηση κυρία Άνταμς και σας αφήνω στην ησυχία σας…Είχατε παρατηρήσει τίποτα περίεργο στην συμπεριφορά του γιού σας τώρα τελευταία?’’
΄΄Όχι αστυνόμε.Απλά είχε κλειστεί πιο πολύ στον εαυτό του.Αλλά ο Τζέιμς μου πάντα έτσι ήταν.Τώρα όμως έφταιγε που δεν έβρισκε δουλειά.’’,απάντησε η τραγική μητέρα.
Σηκώθηκα δίνοντάς της το χέρι μου να την χαιρετήσω.Μού το έσφιξε ξεψυχισμένα.
Η Κριστίν με συνόδευσε μέχρι την πόρτα.
΄΄Κριστίν,θα ήθελα να δω το δωμάτιο του αδερφού σου αν γίνεται'',της είπα κρατώντας την από το μπράτσο λίγο πριν ανοίξει την πόρτα.
΄΄Ναι αστυνόμε'',μου είπε και με οδήγησε σε ένα δωμάτιο δεξιά της εισόδου του σπιτιού.
Tο δωμάτιο του Τζέιμς ήταν και αυτό μες στο σκοτάδι.Άνοιξα το φως.Η Κριστίν με ακολουθούσε βουβή από πίσω.Παρατήρησα τις αφίσες στον τοίχο του.Interpols,Portishead,Arcade fire.Xαμογέλασα από μέσα μου.Ο μικρός ήξερε από μουσική.Πήγα προς το γραφείο του.
Ένας τόμος αστικού δικαίου ήτνα ακουμπησμένος πάνω.Ξεφύλισα το βιβλίο.Υπογραμμισμένες σειρές μάλλον με χάρακα αν κρίνεις από την άψογη ευθεία που σχημάτιζαν.Αλλά από την μέση και μετά οι ευθείες αυτές γίνονταν όλο και πιο ανώμαλες.Στις τελευταίες σελίδες κατέληγαν σε απλές μουτζούρες που κάλυπταν όλη την σελίδα.Κοίταξα την Κριστίν,αυτή όμως φαινόταν μίλια μακριά.
Άνοιξα το πρώτο συρτάρι του γραφείου του.Τίποτα το ιδιαίτερο πέρα από κάτι σημειώσεις μαθημάτων και διάφορους χύμα στυλούς.Το δεύτερο όμως συρτάρι ήταν κλειδωμένο.Κοίταξα πάλι την κοπέλα.
΄΄Μπορώ?'',της είπα δέιχνοντάς της ότι ήθελα να παραβιάσω την μικρή κλειδαριά.Αυτή μου έγνεψε με το κεφάλι της καταφατικά.
Έβγαλα τον μικρό σουγιά που είχα από την ακαδημία πάνω μου.Μετά από λίγες κινήσεις είχα καταφέρει να ανοίξω το συρτάρι.
Μέσα είχε κάτι φωτογραφίες από όταν ήταν μικρός μέχρι και στο πανεπιστήμιο.Αυτό όμως που με έκανε να παγώσω ήταν ότι κάποιες από τις πρόσφατες φωτογραφίες του ήταν άτσαλα κομμένες.Είχε αφαιρέσει το πρόσωπό του από αυτές.Γύρισα προς την Κριστίν.Κι αυτή το είχε προσέξει και είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
΄΄Ξέρετε τίποτα γ αυτό?'',την ρώτησα δείχνοντάς της μια κομμένη φωτογραφία.
΄΄Όχι αστυνόμε.Τίποτα.Δεν καταλαβαίνω...'',μου απάντησε έκπληκτη.
Άφησα τις εικόνες πάλι μέσα στο συρτάρι.Κάτι με βασάνιζε αλλά δεν ήξερα τι.Τελικά κατάλαβα.
΄΄Μήπως αφήσατε εσύ ή η μητέρα σου τίποτα λουλούδια εκεί που πέθανε ο Τζέιμς?'',την ρώτησα.
΄΄Όχι'',μου αποκρίθηκε η κοπέλα σκεφτική.
Πήγα προς την έξοδο αλλά κοντοστάθηκα.Στράφηκα προς την Κριστίν.
΄΄Ο αδερφός σου έβλεπε καμία κοπέλα?Ξέρεις?'',την ρώτησα.
Η Κριστίν μου απάντησε αμέσως ΄΄Ναι,υπήρχε μία...''
Πάντα υπάρχει,σκέφτηκα από μέσα μου.

(συνεχίζεται)

3 σχόλια:

  1. ΦΙΛΕ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΕΙΣ, ΠΑΡΑΤΑ ΤΑ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ, ΑΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ, ΦΥΓΕ ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΕΣ, ΚΛΕΙΔΩΣΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ / ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ! Η ΑΓΩΝΙΑ ΣΤΟ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ!!! ΕΥΓΕ!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μόλις άνοιξες μια νέα υποχρέωση σε εμάς τους αναγνώστες σου – η πρώτη ήταν με το «Νέμεσις» - και τώρα πρέπει να μας ικανοποιήσεις. Η αρχή σου ήταν μαγνήτης και αδημονώ για τη συνέχεια. Αν δεν σε ήξερα θα νόμιζα ότι είσαι ένας από τους ξένους αστυνομικούς μυθιστοριογράφους που τόσο με έχουν συνεπάρει τελευταίως.
    Σε παρακαλώ – και ενώ ξέρω ότι αρχίζει περίοδος διαβάσματος- μην το αφήσεις. Αξίζει πολλά και για αυτό δούλεψε το και πρόταση μου… ανάπτυξε το για βιβλίο, σίγουρα θα φτάσει ψηλά. Ο λόγος σου ρέει και οι διάλογοι μαγνητίζουν.
    Καλές γιορτές Ηλία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή