Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Εσωτερικό


Αυτό το παιδί που άρχισε να κλαίει
Όταν ξαφνικά άδειασε το αρχαίο θέατρο
Και έμειναν μαρμαρωμένες στην θέση τους
Οι καρέκλες των θεατών
Και οι μάσκες των ηθοποιών.
Αυτό το παιδί ας μείνει εκεί για πάντα
Και μόνο το απαλό αεράκι να θυμίζει
Κάτι από μητρική στοργή.
Λειψά αόρατα χειροκροτήματα
Που αναδύονται από την πέτρα,
Μοναδικά σημάδια χρόνου που κυλά.
Δες πως κούρνιασε το μικρό,φοβισμένο
Στη σιωπή
Και πως μοιάζουν τα έργα ξεγυμνωμένα
Από την υποκριτική.
Ο ήλιος υποκλίνεται και χάνεται κι αυτός
Από την καλοφτιαγμένη σκηνή
Πριν περάσουν οι αιώνες σαν στιγμές
Και έρθει εκείνη η βροχή.
Το παιδί τότε ξυπνάει γέρο κομπάρσος
Με τρεμάμενη φωνή,επιθανάτια κραυγή
Της τελευταίας πράξης
Σε μια σκάρτη εποχή.

Χωρίς ανθρώπους


Η πόρτα φεύγει προς τα πίσω απαλά
Αφήνοντας ένα συρτό ήχο για καλησπέρα.
Πάνε χρόνια τώρα που μιλάει στον αέρα
Και στην απατηλή οπτασία μιας γυναίκας
Ξαπλωμένης στη γωνιά του σαλονιού.

Απόψε η βροχή θα χτυπά ζητιάνα
Και το ραγισμένο παράθυρο θα σιωπά.
Καθώς το σκοτάδι θα καλύπτει ό,τι αγαπά
Οι τοίχοι θα αναδύουν εικόνες και φωνές
Ίδιες ασπρόμαυρες κινούμενες προβολές.

Οι γάτες θα ουρλιάζουν στο ξέφωτο πάλι
Και το ραδιόφωνο θα παίζει λυπηρά .
Στην αυγή της νύχτας θα με κοιτάς πονηρά
Μα τα χέρια σου θα ξεχειλίζουν σιωπή
Και στάλες από αλμυρό νερό σε φρέσκια πληγή.

Ας μην μπω μέσα απόψε.
Ας βγω στη βροχή.

Το σπίτι που σε αγάπησα
Είναι πια άδειο.
Χωρίς ανθρώπους.
Χωρίς εσένα.

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Μια θλιμμένη μαντόνα στη βροχή


Η νύχτα χαϊδεύει τις άκρες των δρόμων
Προλαβαίνει τις πλάτες των ανθρώπων
Ανηφορίζει προς τα κάστρα και την άνω πόλη
Και κάπου κει στρέφεται δειλά προς τη θάλασσα.

Το χάδι σου θύμιζε νύχτα σαν κι αυτή
Που μεταμόρφωνε μια πόλη σε παραμύθι
Πριν γίνει χάρτινο καραβάκι για τη λήθη.
Τώρα μένουν μόνο τα φανάρια στο μόλο
Και αυτοί οι ξεχασμένοι ψαράδες από το χρόνο.

Ο ζωγράφος της γειτονιάς μεθάει τα βράδια
Φιλάει τις θλιμμένες του μαντόνες στα σκοτάδια
Σμίγει η κραυγή του με τους στίχους μου για χάδια
Και για κείνα τα παλιά στοιχειωμένα ακρογιάλια.

Το χάδι σου θύμιζε νύχτα σαν κι αυτή
Μια θλιμμένη μαντόνα μέσα στη βροχή….

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

Ωδή σε Εκείνους


Διογένη κυνικέ
Κι αν άναψες το λυχνάρι σου
Μες στο μεσημέρι,
Άδικα ψάχνεις.

Ανθρώπους θα βρεις
Όταν όλα τα φώτα σωπάσουν
Όταν η νύχτα ξεγυμνωθεί
Μπροστά σου.

Δίχως αστέρια νύχτα.
Δίχως φεγγάρι.

Και τότε θα είναι
Που οι άνθρωποι σαν ανάσες
Θα εμφανιστούν γύρω σου.
Φαντάσματα ίδια.

Σκιές που όμως
Πάνω τους κρατούν κόσμους
Σέρνουν ελπίδες σε ανηφόρες.
Ήρωες δίχως όνομα
Και θέση σε παραμύθια.

Σβήσε το λυχνάρι
Και πρόσμενε τη νύχτα.
Γιατί το φως
Είναι ένας πανούργος
Ψεύτης .


(Στους Αντώνη Μυκονιάτη,Νίκο Στυλιανού)

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Δεκέμβρης 1903


Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω κουβέντα,
Αν δε μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια
Όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
Ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
Οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
Τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν.
Είσαι όποιο θέμα κι αν παίρνω, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.


Καβάφης Κωνσταντίνος

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Χωριό μες στο χιόνι



Σου μίλαγα για κείνη την ιστορία
Για κείνο το χωριό μες στο χιόνι
Που πάντα ήθελα να γράψω.
Αλλά η πορεία προς το χαρτί
Μοιάζει να βαραίνει σταδιακά
Μέρα με την μέρα.

Μες στους καπνούς από το τσιγάρο
Θυμάμαι να σου λέω μονολογώντας
Πόση θλίψη στάζει από την προωρότητα
Των πραγμάτων και των στιγμών.
Πως η ζωή είναι μια καλοστημένη απάτη
Με νικητή την απώλεια και την φθορά.

Τυλίχτηκες πιο σφιχτά στην κουβέρτα σου
Και μαζεύτηκες στην γωνιά του καναπέ.
Ένιωσα το σκοτάδι να μπαίνει στο δωμάτιο,
Να γλείφει το ταβάνι και να κυλά προς τα κάτω.
Σώσε με,θυμάμαι να ψιθύρισα μέσα μου.

Κι εσύ ξέφυγες από την γωνιά σου
Με πλησίασες και μου χαμογέλασες.
Στο πρώτο σου χάδι,το σκοτάδι τραβήχτηκε πίσω
Τρομαγμένο,δειλό,αιώνια ηττημένο.
Κι όταν με έβαλες στην αγκαλιά σου,
Αυτό χάθηκε προς τη θάλασσα,
Έπαιξε λίγο με τα κύμματα.
Ταρακούνησε το εμπορικό που άραζε
Κι έφυγε…

Πες μου για κείνο το χωριό μες στο χιόνι,
Μου είπες…
Το χιόνι έπεφτε σε μικρές νιφάδες στο χωριό
Καλύπτοντας τις στέγες και τα περβάζια των σπιτιών.
Μύριζε στον νυχτερινό αέρα έλατο
Και ξύλο σε φωτιά…

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Κόλαση



Η κόλαση κοιμάται στην συνήθεια
Καθώς οι σκύλοι λιμοκτονούν
Σε αυτή την πόλη
Και οι γέροι κοντοστέκονται αφηρημένοι
Στους γεμάτους δρόμους.

Όλα κυλούν πιο αργά
Καθώς φτάνουν στο τέλος
Αυτής της ξέφρενης πορείας στο πουθενά
Και στο τίποτα.

Οι φωνές μας,οι κραυγές μας
Βουλιάζουν στον λαιμό ασφυκτικές,
Σκιώδεις υπάρξεις σιωπής
Και φθοράς.
Τραγούδι υποδοχής στη νύχτα
Που απλώνει
Και στο λευκό κρασί σου
Που τελειώνει…