Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Κόκκινο κρασί



Η πόλη έχει πάρει μια όμορφη χροιά καθώς ο καιρός αλλάζει και το καλοκαίρι φεύγει αφήνοντας τη θέση του στις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Στάλα στάλα αυτές παλεύουν εδώ και δύο μέρες να διώξουν το ξεφάντωμα των διακοπών , να βάλουν τα κεφάλια μέσα καθώς έλεγαν και οι δάσκαλοί μας παλιά.
Την μισούσα αυτή την έκφραση . Τα κεφάλια μέσα . Ήταν απλά ένας τονισμός της αγγαρείας του σχολείου ή μάλλον της εκπαίδευσής τους.
Το χρώμα του δέρματος από σκούρο μελαψό , αλλάζει σιγά σιγά , η μελανίνη φεύγει και ξαναγίνεται πιο άσπρο . Τα γένια χάνονται σε ένα νεροχύτη γεμάτο ζεστό νερό και αφρό ξυρίσματος , από αυτούς που αφήνουν μια αίσθηση ελαφρού καψίματος στο πρόσωπο , για να σε κάνει να νιώθεις φρέσκος και δυναμικός.
Το ρολόι μπαίνει στο δεξί καρπό , γιατί έτσι βολεύει αλλά και γιατί δεν έχω βαρεθεί να ακούω την ηλίθια ερώτηση αν είμαι αριστερόχειρας . Όχι δεν είμαι .Και με κοιτάνε λες κι έχω μόλις πηδήξει μια γριά 99 ετών μπροστά τους .
Υπάρχει το κομπολόι , δώρο της γλυκιάς μου Ντ. , κόκκινο στο χρώμα του κρασιού , για να κόψω το τσιγάρο . Μέχρι τώρα πιάνει το κόλπο .Στην μαύρη τσάντα έχω πάντα όμως και ένα μικρό κουτάκι Μάλμπορο , έτσι just in case..
Το κομπολόι μπαίνει στην αριστερή τσέπη και τα κλειδιά του σπιτιού στη δεξιά . Κοιτάζομαι στον καθρέπτη καθώς φτιάχνω τα μαλλιά μου κάπως πρόχειρα , ατημέλητο στυλ και καλά.
Η γραβάτα , σιχαίνομαι τις γραβάτες , η γραβάτα σφίγγει στο ύψος του μήλου και λίγο πιο κάτω , ενώ ο κόμπος που μου έκανε η Ντι. ένα μήνα πριν , καλά κρατεί .
Τι ξέχασα να πάρω μαζί μου ?
Α τα κλειδιά του αυτοκινήτου .
Αλλά ξέχασα. Δεν έχω αμάξι , κι ούτε με απασχολεί και πολύ το θέμα αυτό.
Μόνο που άργησα πάλι για τη δουλειά.

Ο κύριος Τ. μου λέει για το πόσο δυσβάσταχτη έχει γίνει η ζωή του , για το πόσο ανούσια του φαίνονται όλα αυτά .Το χέρι του τρέμει καθώς κάνει μια απελπισμένη κίνηση στον αέρα θέλοντας να εκφράσει την αγανάκτησή του προς κάτι άγνωστο . Σε μια ύπουλη θεότητα που τον τυραννά αργά και βασανιστικά τα τελευταία 40 χρόνια.
Κοιτάω το άλλο του χέρι που ακουμπάει στο γραφείο μου. Ρυτίδες ξεχύνονται στα πλάγια ενώ από μέσα το κόκαλο σαν σώμα σε λεπτό σεντόνι , αχνοπροβάλλει . Ελιές συμπληρώνουν τον πίνακα <<Χέρι ενός σχεδόν 90άρη άντρα >>.
Σκύβω το σώμα μου προς τα μπρος και του μιλάω , του λέω για την κατάθλιψή του , για τα φάρμακα που πρέπει να προσαρμόσουμε κάπως για να τον καλύπτουν καλύτερα. Του λέω ότι αν ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες μου θα δει πως θα καλυτερεύσουν όλα .
Με κοιτάει σιωπηλός με το μελαγχολικό βλέμμα της ψυχικής του αναπηρίας και γνέφει καταφατικά .
Του χαμογελάω .

Στο διάλειμμα σκαρφίζομαι να γράψω ένα ποιήματάκι , αλλά το μολύβι κάνει κύκλους πάνω στο χαρτί . Η ώρα περνάει και ξαναπάω στο γραφείο μου. Κοιτάζω έξω από τα στόρια , ο ουρανός σκοτείνιασε από τα σύννεφα που τον καλύπτουν . Τρελή βροχή έρχεται πάλι.

Η κοπέλα τρέμει ολόκληρη . Κλείνω το παράθυρο τελείως και την ρωτάω αν θέλει μια ζεστή σοκολάτα ή καφέ . Μου απαντάει με ένα ναι .Βγαίνω έξω και λέω στην Στ. να φέρει μια γλυκιά ζεστή σοκολάτα .Υπέροχος κώλος Στ. μου…
Το κορίτσι αρχίζει και μιλάει σιγά σιγά , λέει ότι άρχισε πάλι να νιώθει ότι στο αίμα της κυκλοφορούν σκουλήκια .Την γδέρνουν κάτω από το δέρμα της , νιώθει να την τσιμπάνε με τα δόντια τους , να την ξεζουμίζουν. Δεν άντεχε.Έκανε μπάνιο με καυτό νερό 6 ώρες μέχρι που μουλιασμένη την έβγαλε η μάνα της από την μπανιέρα όταν γύρισε από τη δουλειά στο σπίτι .
Αυτή σε έφερε εδώ ε?Την ρωτάω
Ναι
Αλλά δεν την είδα έξω ,κουνιούνται τα χείλη μου καθώς προφέρουν αυτές τις λέξεις .
Πήγε μια βόλτα να ηρεμήσει , μοιάζει να μου απαντάει.
Κατάλαβα , αποκρίνομαι .

Στο μεσημεριανό η Ντ. μού παραπονιέται ότι ακόμα δεν έχω διαλέξει μέρος που θα πάμε για διακοπές .Και έκανε και ολόκληρο κόπο να φτιάξει μια λίστα με τα μέρη – επιλογές . Αφού ό,τι κι αν πω εσύ θα αποφασίσεις στο τέλος , μοιάζω να της λέω .
Θυμώνει και τσιμπάει ένα φύλλο μαρούλι στο πιάτο της . Γυρνάω και ψάχνω τον σερβιτόρο . Που είναι εκείνο το κρασί .Πνίγομαι και θέλω να πιω .
Τελικά δεν θέλεις να πάμε διακοπές φέτος ε? Τουλάχιστον μαζί.Και περίμενα σαν χαζή να περάσει η βαβούρα του καλοκαιριού για να πάμε κάπως πιο ήρεμα, μου πετάει τις λέξεις της πάνω από το πιάτο μου με τη μοσχαρίσια μπριζόλα.
Την κοιτάω και μετά κοιτάω το ελαφρά κόκκινο κρέας μπροστά μου. Καθώς κόβω το πρώτο κομμάτι, το αίμα που έχει απομείνει στη μπριζόλα , μαζεύεται γύρω από το σημείο τομής και βγάζει μικρούς αφρούς .
Η Ντ. κοιτάζει αηδιασμένη και μου κάνει ΄΄πως μπορείς να τρως αυτό το πράγμα άψητο!’’
Καθώς καρφώνω το κομμάτι σκέφτομαι , τώρα τρώω το μηρό μου .
Στο δεύτερο κομμάτι , τώρα τρώω το συκώτι μου.
Τώρα τρώω τους πνεύμονές μου , τα νεφρά μου , την ωμοπλάτη μου.
Το τελευταίο κομμάτι με καρφώνει με κόκκινο βλέμμα .
Τώρα τρώω τη ψυχή μου.


Ο καφές είναι τέλειος , το ίδιο και η θέα της θάλασσας . Η βροχή κόπασε ξαφνικά λίγο μετά το φαγητό και άφησε πίσω της μια θάλασσα που γυαλίζει . Γυαλίζει σαν την παράνοια στα μάτια τους .
Ο φίλος μου ο Ν. παραπονιέται ότι τίποτα δεν πάει καλά σε αυτή τη χώρα . Οι μισθοί, η υγεία , η εκπαίδευση .Μετά βρίζει και τους ξένους, νόμιμους και μη , έτσι για επίλογο .
Με ρωτάει τη γνώμη μου .
Τι νομίζεις εσύ ? Πώς τα βλέπεις ?
Απόψε θα πεθάνω , του απαντάω
Χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από τα κύματα που σκάνε στο τσιμεντένιο λιμάνι , αφήνοντας το αλμυρό τους χάδι , το υπόλειμμά του , στο μόλο πάνω .
Μια γυναίκα βαδίζει γοργά στη νοητή γραμμή αυτής της πάλης .Δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό της .
Ο φίλος μου δίπλα με σκουντάει και με βρίζει . Μου λέει πως μου χρειάζεται ξεκούραση και να πάω διακοπές με την Ντ.
Του χαμογελάω και πίνω από τον καφέ μου.


Ο χοντρός βουλευτής έλεγε ιδρώνοντας και ξεφυσώντας πώς μαζί τα φάγαμε , και στο δίπλα παραθυράκι η ξανθιά παρουσιάστρια έριχνε ένα ηλίθιο χαμόγελο στο πουθενά , παλεύοντας να διαβάσει – όχι να κατανοήσει – να διαβάσει , να παπαγαλίσει αυτό που της υπαγόρευαν με μεγάλα γράμματα στη φωτεινή οθόνη .
Σε ένα άλλο κανάλι , ένας άλλος χοντρός βουλευτής ίδρωνε κι αυτός λέγοντας πως όλα είναι μονόδρομος.
Ένας γαμημένος μονόδρομος καριόλη , σκέφτηκα από μέσα μου και άλλαξα κανάλι .
Η Έρεμπρο θα κέρδιζε σίγουρα αυτό το ματς έλεγε ο τύπος με το αθλητικό καπελάκι και άξιζε κανείς να ποντάρει τα λεφτά του στο σημείο αυτό. Καλό στοίχημα για αύριο είπα και έκλεισα την τηλεόραση.
Πήρα το μπουκάλι με το μπρούσκο από το ψυγείο .
Το άνοιξα και κατέβασα δυο τρεις γουλιές .
Το ρολόι στον τοίχο έλεγε 9 και τέταρτο και σε κανά μισάωρο θα χτύπαγε το τηλέφωνο για την καθιερωμένη κλήση που είχε δύο πιθανά αποτελέσματα .
Να κοιμηθεί σπίτι της ή να κοιμηθώ σπίτι της.
Προτιμούσε το δικό της από το αχούρι αυτό εδώ ,όπως το έλεγε .

Όταν έπιαναν οι πρώτες βροχές δίσταζα να στρέφω το βλέμμα μου προς τη θάλασσα γιατί λυπόμουνα να την βλέπω να αλλάζει .Δεν μου άρεσαν τα φύκια πάνω της , παντού στην παραλία.Δεν μου άρεσε το θολό της χρώμα ,και τα άγρια κύματά της με τρόμαζαν .Έτσι έστρεφα αλλού το βλέμμα μου τις φορές που επισκεπτόμουν το χωριό με τους δικούς μου.Έκανα υπομονή , ήξερα μετά από μήνες θα ήταν πάλι η θάλασσα που αγαπούσα .Απλά ήθελε λίγη υπομονή .
Το απόγευμα εκείνο δεν ξέρω γιατί το έκανα , αλλά γύρισα να την κοιτάξω .Ήταν φουρτουνιασμένη και άγρια και έστρεψα αλλού γρήγορα το βλέμμα μου πάλι .Αλλά να , ένα κλάσμα πιο πριν , με την άκρη του ματιού μου , έπιασα μια κίνηση στην γεμάτη φύκια και ξύλα αμμουδιά .
Ξανακοίταξα στο σημείο εκεί και ναι δεν έκανα λάθος .Κάτι ήταν εκεί ανάμεσα στα φύκια , κάτι σερνόταν εκεί.Ή μάλλον κάποιος .
Κατέβηκα τα σκαλιά του σπιτιού που οδηγούσαν στη θάλασσα και πήγα προς το μέρος εκείνου του γέρου που σερνόταν σαν πληγωμένο ζώο μες στα χώματα ,καθώς τα φύκια πλέκαν γύρω του ένα περίεργο της φύσης δίχτυ και τα όστρακα κολλούσαν στο δέρμα του σαν πανοπλία παλιά .
Σήκωσε το χέρι να με αγγίξει , πήγε κάτι να ψελλίσει , ναυαγός σκέφτηκα από μέσα μου . Γύρισα προς το σπίτι και φώναξα στους δικούς μου .Δεν μου απάντησε κανείς .
Ο γέρος έκανε να πει πάλι κάτι αλλά δεν άκουσα .Τον πλησίασα πιο κοντά μέχρι που η μπλούζα μου άγγιξε τα βρεγμένα ρούχα του και έκανε κι αυτή μια υδάτινη κηλίδα εκεί στην άκρη .
Ο γέρος έσβηνε μπροστά μου αλλά εγώ 6 χρονών δεν το καταλάβαινα.
Θάνατος , φάνηκε να λέει καθώς ο αέρας πήρε τα λόγια του και τα ταξίδεψε προς τη μεριά του Κασιδιάρη και των Τριών Ποταμιών .
Έσκυψα πιο κοντά του και θυμάμαι τον ρώτησα πως είναι . Ο θάνατος .
Θα το καταλάβεις όταν τον δεις , απάντησε ο γέρο ναυαγός και ξεψύχησε εκεί στην παραλία μου ένα απόγευμα , τριάντα φθινόπωρα πιο πριν .
Το χέρι του έπεσε άψυχο δίπλα του καθώς το κόκαλο πάσχιζε από την σάρκα να βγει , ενώ κίτρινη παχύρρευστη γραμμή έβγαινε μέσα από κάποιες πληγές του , ίδια σκουλήκια που έκαναν την ηρωική τους έξοδο από το νεκρό αίμα .
Ο πατέρας είπε αργότερα ότι ο κύριος έφυγε για ένα ταξίδι .
Μα φθινόπωρο πατέρα ? Ποιος πάει ταξίδια τώρα ? , θυμάμαι να ρωτάω .

Ποιος φεύγει για ταξίδι το φθινόπωρο ? Ποιος κάνει ένα ταξίδι που μέσα του ποτέ δεν θα ήθελε?
Η Ντ. δεν πήρε τηλέφωνο απόψε . Είναι νευριασμένη υποθέτω. Αγγίζω με τα ακροδάχτυλα το κομπολόι που είναι πεσμένο στο πάτωμα δίπλα μου .Στην πορεία της κίνησης ο πόνος στο θώρακα με ακινητοποιεί στιγμιαία πάλι .Σφίγγω τα χείλη και συνεχίζω την προσπάθεια να πιάσω το δώρο της Ντ.
Ο τύπος από πάνω μου φοράει κουκούλα και στο ένα χέρι κρατάει το περίστροφο και στο άλλο κάτι επιταγές μου.
Τι ηλίθιος ληστής σκέφτομαι .Γιατί φόρεσε κουκούλα αφού είχε εξαρχής σκοπό να με σκοτώσει .
Σημαδεύει το κεφάλι μου για την τελειωτική , τη στιγμή που πιάνω το κομπολόι και το ανασηκώνω λίγο .Το αίμα μου στάζει από τις χάντρες.
Τι ωραίο χρώμα,σκέφτομαι .Ίδιο με αυτό κόκκινου κρασιού .



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου