Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Έρωτας και Ψυχή





Αυτό είναι ένα ξεχασμένο παραμύθι που ακούγεται μόνο στα χείλη των ερωτευμένων.Το λένε ψιθυριστά και με φόβο και σχεδόν πάντα μετανιώνουν αργότερα.Αυτό είναι ένα παραμύθι…


΄΄Με λένε Έρωτα και ζω μέσα στους αιώνες.Κυκλοφορώ σαν σκιά ανάμεσα στους ανθρώπους.Κάπου κάπου στέκομαι μπροστά σε κάποιον και τον κοιτώ στα μάτια χωρίς αυτός να με βλέπει.Έπειτα φυσάω απαλά προς το πρόσωπό του κάνοντας τα βλέφαρά του να τρεμοπαίξουν.Και του αλλάζω την ζωή…Άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.
Οι άνθρωποι τελευταία φοβούνται.Φοβούνται να ανοίξουν τα μάτια τους.Τα κρατάνε πεισματικά σφαλισμένα.Έτσι συνήθως η πνοή μου χάνεται.Όταν πια αποφασίσουν να τα ανοίξουν είναι αργά.
Πριν χιλιάδες χρόνια κάποιος φύσηξε και προς τα μένα.Είχα τα μάτια μου ανοιχτά και ερωτεύτηκα.Όσο ισχυρός και αν νομίζεις ότι είσαι πάντα κάτι θα σπάει μέσα σου και θα λυγίζεις.Κανένας δεν ελέγχει αυτό το παιχνίδι.
Θυμάμαι το χαμόγελό της δίπλα σε χρυσές αμμουδιές και κάτω από ασημένια φεγγάρια.Θυμάμαι τα δάκρυά της μέσα στην σιωπή της νύχτας.Τότε που τα έπαιρνα στα χέρια μου και τα έκανα αστέρια στον ουρανό.Είχα ερωτευθεί την Ψυχή.
Η θλίψη της για την μονοτονία της ζωής της μού ράγιζε την καρδιά.Προσπαθούσα να την κάνω να χαμογελάει.Ο κόσμος γύρω μας καιγόταν αλλά εμείς ζούσαμε στο δικό μας μυστικό παράδεισο.Τα βράδια έμενα ξάγρυπνος να διώχνω τις σκιές που ολοένα και πλησίαζαν.Δύναμή μου η αναπνοή της πάνω στο στήθος μου και το χέρι της στην καρδιά μου.Και ήταν όλα όμορφα.
Μα ο κόσμος αλλάζει και αλλάζουμε και μεις μαζί του.Ένα πρωινό είδα τα μάτια της και πάγωσα.Οι σκιές είχαν μπει μέσα τους.Το πράσινο των ματιών της είχε γίνει ένα σκληρό μαύρο.Σ εκείνο το μικρό δρομάκι μου είπε ‘φεύγω’ και με άφησε μόνο μου μέσα σε κόκκινη βροχή.Η Ψυχή βαρέθηκε την ευτυχία και ήθελε να γνωρίσει και άλλα.Την έβλεπα να χάνεται μέσα στην ομίχλη που καλύπτει αυτόν τον κόσμο.
Γύρναγα σαν χαμένος για καιρό προσπαθώντας να την βρω.Με τους αιώνες έχασα το κουράγιο.Τα έβαλα με τον εαυτό μου.Τα μάτια μου έφταιγαν που δεν ήταν κλειστά όταν έπρεπε.Δεν ήθελα να μου συμβεί ξανά αυτό.
Κάτω από εκείνο το ασημένιο φεγγάρι που λέγαμε σ’αγαπώ έβγαλα μια νυχτιά τα μάτια.Τα έθαψα στο χώμα και φύτρωσε γιασεμί.Από τότε γυρνάω τυφλός,ήσυχος πια πως δεν θα την ξαναδώ.
Με λένε Έρωτα και ζω μέσα στους αιώνες.Είμαι τυφλός και ψάχνω την Ψυχή που έχασα…’’


Τέλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου