Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Οι 3 φίλοι



Ο ένας παρήγγειλε Jameson,ο άλλος bloody mary και εγώ τεκίλα.Θα νόμιζε κανείς ότι είμαστε τίποτα καλοί φίλοι από τα παλιά.Αλλά η αλήθεια είναι ότι ξέραμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον χρόνια τώρα,μπορεί και αιώνες.Είχαμε μάθει τις βρώμικες συνήθειές μας.
Ο πρώτος την εποχή που βαριόταν έφτιαξε τον κόσμο,ο δεύτερος επειδή πέρναγε καλά έκανε την κόλαση.Και εγώ έγραφα πρόστυχα κείμενα γιατί ο κόσμος μου ήταν κόλαση.
Το μπαράκι λεγόταν ΄΄Οι 3 φίλοι’’ και ήταν χωμένο σε ένα από τα βρώμικα σοκάκια της πόλης.Αυτός ο διάολος είχε πάντα έξυπνο χιούμορ.Τώρα όμως βλαστημούσε άγρια γιατί το μαύρο δερμάτινο παλτό του είχε λερωθεί κάπου στον δρόμο.Ο Θεός τον κοίταγε λυπημένος κουνώντας το κεφάλι του και φτιάχνοντας την κομψή γραβάτα του.Εγώ κοίταγα τα βυζιά της γκαρσόνας καθώς μας έφερνε τα ποτά.
΄΄Πότε θα σταματήσεις να με βρίζεις?’’,είπε ο Μεγάλος στον Διάολο.
΄΄Όταν σταματήσεις να κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις’’απάντησε αυτός.
΄΄Πότε σου έκανα ηλίθιες ερωτήσεις?’’
΄΄Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα.΄Γιατί φεύγεις ?’ μου είχες πει τότε που την έκανα από τον κήπο σου.Ειλικρινά πόσο ηλίθιος μπορεί να είσαι για να με ρωτήσεις κάτι τέτοιο.’’
΄΄Δεν καταλαβαίνω’’
΄΄Η υπακοή,η πλήξη και η μονοτονία δεν σου φτάνουν?’’
΄΄Δες πως είσαι τώρα όμως.Ένα ρεμάλι.’’
Δεν άντεχα άλλο να τους ακούω να τσακώνονται.Το κεφάλι μου πόναγε.
΄΄Σκάστε και οι δυο σας.Πιείτε από τα ποτά σας για να ηρεμήσετε’’,τους είπα αγριεμένα.
Ο διάολος το ήπιε με την μία ενώ ο άλλος ήπιε μια μικρή γουλιά.
΄΄Δεν θέλω να μεθύσω απόψε.Έχω τόσες δουλειές να κάνω.Τόσα να σκεφτώ’’,είπε ο Θεός.
΄΄Πίστεψε με αν ήμουν στην θέση σου θα μεθούσα κάθε βράδυ.Τα έχεις κάνει σκατά’’,μίλησε ο μικρός.
Ο Θεός δεν αποκρίθηκε παρά κοίταξε την ξανθιά γκαρσόνα με το πλούσιο μπούστο που καθόταν στην μπάρα και κάπνιζε.
΄΄Ωραία βυζιά.Σαν της Μαγδαληνής.’’,πέταξε το σχόλιο ο διάολος χτυπώντας φιλικά τον άλλον στην πλάτη.
΄΄Βασικά κοίταζα το σταυρουδάκι που φοράει στον λαιμό της’’,απάντησε ο Θεός.
Την ήξερα την Τζούλια.Μια τριαντάρα χωρισμένη ήταν με ένα παιδί στην πλάτη.Έκανε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα και να μεγαλώσει τον μικρό Τόμμυ.Πριν λίγους μήνες έμαθε ότι ο γιος της έχει μια σπάνια αρρώστια και θέλει επειγόντως θεραπεία.Αλλά τα λεφτά ήταν πολλά.Από τότε ψάχνει μήπως και βρει κάτι καλό.Από τότε φόρεσε και το ασημένιο σταυρουδάκι.
΄΄Ο μικρός θα πεθάνει Τσαρλς’’,μου είπε ο διάολος.
Κοίταξα τον Μεγάλο.Εκείνος αρκέστηκε στο να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του.Τι απίστευτα καθάρματα ήταν αυτοί οι δύο.Στα μεθύσια τους πέθαιναν άνθρωποι και ούτε που νοιάζονταν.Θυμάμαι τον Μεγάλο κάποτε να μου λέει ότι τώρα τελευταία όλο και πιο πολύ κοιμάται.Και είχε συμπληρώσει ο διάολος την λέξη ‘ήσυχος’.Ήθελα να φύγω από κει.
΄΄Τόσο πολύ σε νευριάζει η παρέα μας?Άλλοι θα σκότωναν για να είναι εδώ μαζί μας.’’,μου έιπε ειρωνικά ο διάολος.Ο Θεός γέλασε.
΄΄Απλά με κουράζετε.’’,σηκώθηκα κάνοντας νόημα στην Τζούλια να πλησιάσει.
΄΄Κράτησε και τα τρία’’,της είπα.
΄΄Τι καλός…’’,είπε το ρεμάλι.
΄΄Καληνύχτα Τσαρλς’’,είπε ο Θεός.
Τους χαιρέτησα γνέφοντάς τους.
΄΄Είσαι για άλλον ένα γύρο ακόμα?’’,άκουσα τον διάολο να λέει στον Θεό καθώς έφευγα.
Στην μπάρα η Τζούλια χάιδευε το σταυρουδάκι της…


Τέλος.

4 σχόλια:

  1. μπράβο δελυλάσσι, το απόλαυσα και το διάβασα με ενδιαφέρον. Αν και είμαι άθεος, διάβασα το συμβολισμό του ελεύθερα και εμβάθυνα στο νόημα, θυμήθηκα και το Φάουστ. Είσαι καλός για να γράψεις θεατρικό. δοκίμασέ το. Δεν θα χάσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δοκίμασε να βάλεις την ποίηση μέσα στο πεζό.. μπορεί να εκφραστείς πολύ περισσότερο ..
    Γενικά είναι καλό, καλή σκηνή θα έλεγα αλλά θα μπορούσες να το αναπτύξεις, σηκώνει τρομερή ανάπτυξη στους χαρακτήρες. Σημαντικό είναι να "σηκώσεις" τον αναγνώστη με τις πρώτες γραμμές, να τον κάνεις να ενδιαφερθεί για τις σκέψεις σου.
    Μία ένταση ίσως ..
    δες κάτι αντίστοιχο - όχι ίδιο - αλλά παρατήρησε την ατμόσφαιρα που πιστεύω ότι κολλάει με την σκηνή που παρουσιάζεις..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. http://sokinfun.blogspot.com/2008/10/one-lovely-morning-you-will-rise-up.html

    ξέχασα την διεύθυνση ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. μου θυμιζει κατι απο τουσ στιχους '' το μπαρ το ναυαγιο'' πιστευο οτι ο θεος δεν αγνοει απλα δοκιμαζει και τιποτα δεν κανει για κακο αλλα μας ταλαιπορει για να μας κανει καλυτερους

    ΑπάντησηΔιαγραφή