Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Δείπνο δίπλα στη θάλασσα







 Το σπίτι απείχε μόλις λίγα μέτρα από την παραλία έτσι που όποτε έσκαγε ένα μεγάλο κύμα στα βράχια, είχες την αίσθηση ότι νερό άγγιζε το πρόσωπό σου κι έβρεχε τα μαλλιά σου. Όμως ήταν απλά μια αίσθηση κι όχι η πραγματικότητα .
Η πραγματικότητα όριζε την βραχώδη ακτογραμμή στα 30 μέτρα δυτικά , όριζε το απαλό αεράκι και τα κάποια κύματα που δημιουργούσε στην επιφάνεια της θάλασσας.Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα εντάσσονταν και τα μαύρα γυαλιστερά φύκια που μαζεύονταν σε λοφάκια σε διάφορα μέρη της αμμουδιάς .Ο ήλιος είχε αρχίσει να χάνεται πίσω από την μπλε γραμμή του ορίζοντα και οι ακτίνες του αντανακλούσαν για τελευταίες στιγμές, πριν σβήσουν ,στα βουνά της Κεφαλονιάς .
Η Ειρήνη πήρε το λόγο όταν της γέμισαν με κρασί το ποτήρι .Σηκώθηκε από την καρέκλα της και με δυνατή φωνή ευχήθηκε σε όλους
 <<Στην υγειά μας!Καλό καλοκαίρι να έχουμε!>>
Οι άλλοι 6 της αντευχήθηκαν τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μεταξύ τους .Όλοι εκτός από τον Αλέξη.Αυτός ήταν κάπως κακόκεφος και καθόταν στην γωνιά του στο τραπέζι κοιτάζοντας το ποτήρι του με το λευκό κρασί . Η Ειρήνη έκανε πως δεν το πρόσεξε αυτό.Το ίδιο και οι άλλοι .
<<Υπέροχη νύχτα για ένα όμορφο δείπνο δίπλα στη θάλασσα !>> είπε ο Γιώργος και τσίμπησε ένα από τα πολλά ορεκτικά που είχε ετοιμάσει η Ειρήνη για αυτό το βράδυ.
Οι άλλοι  συμφώνησαν , όλοι εκτός από τον Αλέξη.Αυτός βρισκόταν βυθισμένος στις σκέψεις του , αναζητώντας με κενά μάτια ένα σωσίβιο στη θάλασσα από λευκό κρασί , μέσα σε ένα φίνα φτιαγμένο κρυστάλλινο ποτήρι .Οι άλλοι έκαναν πως δεν το πρόσεξαν αυτό.
<<Πάντως πολύ έξυπνη κίνηση να αγοράσετε αυτό το μέρος παιδιά .Είναι τόσο κοντά στη θάλασσα και η περιοχή είναι ό,τι πρέπει για καλοκαιρινές αποδράσεις. Η Πάτρα δεν παλεύεται αυτή την εποχή…>>, είπε η Μαρία , εξερευνώντας παράλληλα με τις ματιές της τον καταπράσινο κήπο με τα μικρά φωτάκια στις πλευρές του και τις παιδικές κούνιες πιο πέρα.
Ο Χρήστος έπιασε την τελευταία της ματιά και αγκαλιάζοντας τη γυναίκα του από τον ένα ώμο είπε
<<Ναι μας άρεσε πολύ εμένα και της Ειρήνης. Αλλά κυρίως το κάναμε για τα παιδιά .Τρελαίνονται με αυτό το μέρος .Δεν χορταίνουν να τρέχουν και να παίζουν όλη μέρα! Μία στον κήπο και τις κούνιες , μία στη παραλία. Άσε ! >>
Ο Νίκος πίνοντας μια γουλιά από το κρασί του , βιάστηκε να ρωτήσει το ζευγάρι
<<Αλήθεια που είναι τα παιδιά τώρα?>> , πριν όμως ολοκληρώσει την ερώτησή του  Μαρία τον σκούντηξε και καλά διακριτικά αλλά είναι σίγουρο ότι όλοι το είδαν αυτό , όλοι το πρόσεξαν , κυρίως ο Αλέξης που άρχισε να γελάει. Ωστόσο , όπως και πριν , όλοι απλά το προσπέρασαν κι αυτό και τον Αλέξη .
<<Έμειναν πίσω στης μάνας μου>> είπε απλά η Ειρήνη σχεδόν με έναν ανεπαίσθητο λυγμό και το θέμα έληξε εκεί.
Στο υπόλοιπο μισάωρο όλοι είχαν καταπιαστεί με το καταβρόχθισμα του φρεσκοψημένου αμνού και δεν άκουγες παρά μόνο τα κύματα , το κροτάλισμα των πιρουνιών και τα σαγόνια τους.Μόνο ο Αλέξης συνέχιζε το μοναχικό του διάλογο με το ποτήρι του.
Μετά από λίγο τα πιρούνια σίγησαν κι άρχισαν να βγαίνουν τα πρώτα μικρά βογγητά ευχαρίστησης και χόρτασης . Πρώτος έσπασε την σιωπή ο Γιάννης
<<Εγώ και η Τίνα φέραμε κάτι μικρά παγωτάκια από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μας.Πήγαινε ρε μωρό μου να τα φέρεις λίγο.>>
Είπε και η Τίνα σηκώθηκε με ένα χαμόγελο , επιδεικνύοντας συγχρόνως τον όμορφο κώλο της σε όλη την παρέα .Εκτός βέβαια από τον γνωστό μας Αλέξη .
<<Παιδιά δεν σας κάνω πλάκα , είναι σκέτη μούρλια αυτά τα παγωτίνια !>>, συνέχισε ο Γιάννης το παραλήρημά του
<<Για αυτό έχεις γίνει έτσι!!>> , τον πείραξε η Μαρία ενώ οι άλλοι γελάσανε με το σχόλιό της .
Μόλις φάνηκε η Τίνα με το κουτί με τα παγωτά στο χέρι , ο Χρήστος ρώτησε φωναχτά
<<Με τι είναι ? Σοκολάτα ?>>
Πριν προλάβει όμως να του απαντήσει η άλλη , πετάχτηκε  ο μέχρι τότε ήσυχος έως απών Αλέξης και απάντησε
<<Με άμμο!!>> και άρχισε να γελάει ασταμάτητα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των άλλων που όμως στο βάθος μπορούσες να διακρίνεις την οργή να αναδύεται.
Τον μισούσαν .Ήταν αλήθεια .
Το δείπνο για μια στιγμή είχε παγώσει και κάπου εκεί μέσα στο βράδυ τα πρόσωπα όλων είχαν σκληρύνει .
Ο Αλέξης άρχισε να παίρνει άμμο από κάτω και να την χύνει πάνω στο κατάλευκο τραπεζομάντιλο.
Η Ειρήνη πετάχτηκε πάνω οργισμένη
<<Μα γιατί το κάνεις συνέχεια αυτό??Γιατί μας καταστρέφεις συνέχεια αυτές τις βραδιές??>> είπε και οι φλέβες στο λαιμό της φούσκωσαν από την πίεση .
Ο Αλέξης σοβάρεψε ξαφνικά και την κάρφωσε με το βλέμμα του .Στη συνέχεια κοίταξε όλους τους υπόλοιπους έναν έναν .Οι πιο πολλοί λύγισαν και χαμήλωσαν τα μάτια τους.
Η φωνή του ακούστηκε καθαρή κι όμως μακρινή σαν από το βάθος κάποιας σκοτεινής σπηλιάς
<<Όλο αυτό το θεατράκι που στήνετε κάθε βράδυ με αηδιάζει . Η ίδια η πραγματικότητα είναι ανυπόφορη αλλά πιο πολύ είναι η συγκάλυψή της .>>
είπε και κλώτσησε το ξύλινο τελάρο από ντομάτες που χρησιμοποιούσε για κάθισμα .
<<Αυνανιστείτε όσο θέλετε με το όνειρο και την ψευδαίσθησή του , αλλά δεν παύει η αλήθεια να είναι μία . Είμαστε απόκληροι του κόσμου και τελευταίοι όλων , εγκλωβισμένοι σε μια πόλη που δεν μας θέλει αλλά και δεν μας διώχνει. Καθίστε εδώ και κάντε ότι είστε στο ωραίο εξοχικό δίπλα στη θάλασσα , αλλά βλέπετε στο βάθος τα καράβια φεύγουνε για δύση , σφυρίζουνε ταξιδιάρικα , αλλά εμείς ξυπόλητοι στο λιμάνι αυτό κοιτάμε ανήμποροι μια ζωή που δεν έχουμε.
Με ρωτάς εσύ Μωχάμετ γιατί το κάνω αυτό?Και σου απαντάω φίλε μου , που το παίζεις γυναίκα , που ντύνεσαι γυναίκα , που αποκαλείσαι Ειρήνη  για τις ανάγκες της κούφιας ελπίδας, σου απαντώ ότι δεν γίνεται να αγνοώ τη βρωμιά που αναδύουν τα ρούχα μου , τον πόνο που νιώθουν τα γυμνά μου πόδια , τις ψείρες που σέρνονται στα μαλλιά μου .Και κυρίως τη θάλασσα μπροστά μου που με εγκλωβίζει στο τώρα και το ποτέ.>>
Αυτά είπε  ο Αλέξης , που όμως το κανονικό του όνομα ήταν Σοφιάν και ήταν από τα βάθη της Μικράς Ασίας , από ένα χωριό χωρίς θάλασσα και που οι γεροντότεροι είχαν να το λένε με καμάρι πως παλιά ένας πλούσιος ομογενής τους από την Αμερική , τους είχε πάει όλο το χωριό ταξιδάκι στη Μαύρη Θάλασσα για να δουν επιτέλους τι ήταν αυτό το μπλε στοιχειό που όλο το ακούγανε μα δεν το βλέπανε ποτέ .
Οι υπόλοιποι της παρέας σηκώθηκαν από τα τελάρα τους και τον κοίταξαν απειλητικά .
Η Ειρήνη – Μωχάμετ μίλησε με αργή και σταθερή φωνή
<<Δεν πρόκειται να σε ξανακαλέσουμε για δείπνο Αλέξη.Λυπάμαι …>>
Ο Χρήστος – Αλί έπιασε τον φίλο από το χέρι και του το έσφιξε τρυφερά
<< Μην ανησυχείς Ειρήνη μωρό μου .Θα φροντίσω εγώ για αυτό .>>, είπε με μάτια που έκαιγαν από φανατικό μίσος και κάρφωναν τον Αλέξη .
Αυτός γύρισε μια τελευταία φορά προς τη θάλασσα και την κοίταξε .Τουλάχιστον κατάφερε κι αυτός να την αντικρύσει όπως πολύ παλιά οι πρόγονοί του .Του άρεσε κι ας μην τον ήθελε αυτή.
Γύρισε προς τον Αλί .Ερχόταν καταπάνω του αργά αργά ενώ οι υπόλοιποι σχημάτιζαν γύρω του μια φονική θηλιά .



Πιο αργά το βράδυ 7 σκιές πήδαγαν σαν φαντάσματα πίσω στις νταλίκες που έμπαιναν στο λιμάνι .Η προσπάθεια ίδια κάθε νύχτα .Ίδια και η κατάληξη λίγα λεπτά μετά.
Η ελπίδα για τη δύση έφτανε έως το αγριεμένο βλέμμα του νταλικέρη ή λίγο παραπέρα έως αυτό του λιμενικού και της κλούβας.
Η ψευδαίσθηση όμως της νέας ζωής ανασταινόταν στο ΄΄δείπνο’’ που είχαν ανακαλύψει μήνες πριν, δίπλα στο χωματένιο μέρος του λιμανιού λίγο έξω από την πόλη .Η αίσθηση μιας άλλης ζωής μέσα από ένα θεατρικό παιχνίδι με ήρωες κάποιους μετανάστες από μια πολύ μακρινή χώρα .
Όμως ήταν απλά μια αίσθηση κι όχι η πραγματικότητα .
Η πραγματικότητα όριζε την βραχώδη ακτογραμμή στα 30 μέτρα δυτικά , όριζε το απαλό αεράκι και τα κάποια κύματα που δημιουργούσε στην επιφάνεια της θάλασσας. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα εντάσσονταν και τα μαύρα γυαλιστερά φύκια που μαζεύονταν σε λοφάκια σε διάφορα μέρη της αμμουδιάς …

                                    *****


Σήμερα υπολογίζεται ότι διαβιούν στην Πάτρα περίπου 3000 με 5000 λαθρομετανάστες, με σκοπό τη λαθραία ακτοπλοϊκή έξοδο από την Ελλάδα προς την Ιταλία και τις χώρες της ανεπτυγμένης Ευρώπης.Οι συνθήκες διαβίωσής τους είναι άθλιες, ενώ η κατάσταση η ίδια έχει οδηγήσει σε έξαρση της βίας τόσο μεταξύ των μεταναστών όσο και με τους κάτοικους της πόλης . Η απροθυμία εύρεσης ζωτικών λύσεων και η ανυπαρξία φορέων εντείνουν αυτόν τον εγκλωβισμό σε μια κατάσταση χωρίς αύριο.
«Ήθελα να βρω μια καλύτερη ζωή με αξιοπρέπεια. Αυτή τη στιγμή το μόνο πράγμα που θέλω είναι να ξεφύγω από αυτή την κατάσταση».

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Ποτίζοντας τζιν τον άγγελο



Ο άγγελος ήπιε μια γουλιά από το τζιν του
Κάνοντας παράλληλα έναν μορφασμό αηδίας.
Αγαπούσε το ποτό αλλά μισούσε την πράξη
Και όσο και αν το αρνιόταν στην παρέα,
Λάτρευε να ζει με τις διάφορες ενοχές του.

Το παιδί μίλαγε για ένα κύμα από νερό
Που υψωνόταν πάνω από το κρεβάτι του,
Τα βράδια που όλα μοιάζαν να ρέουν πάλι
Στη σιωπή και στους κρυφούς εφιάλτες του μυαλού.
Η προσευχή ξύπναγε μόνο τον άγγελο στα δεξιά.

Η σκιά έστεκε στον τοίχο βλοσυρή
Καθώς το χαμηλό φως την τάιζε ζωή.
Περίμενε με καρτερία την δική της ώρα,
Να πάρει τη θέση της στη καρέκλα δίπλα στο παιδί,
Όταν το παιδί θα είχε πεθάνει , όταν το παιδί
Θα ξύπναγε άντρας.

Μην φύγεις απόψε ,
Ψιθύριζε το παιδί μελαγχολικά,
Γεμίζοντας αλκοόλ το ποτήρι -
Ενώ ο άγγελος νωχελικά έτεινε το χέρι του
Για άλλη μια γουλιά τζιν .
Αγαπούσε το ποτό
Κι όσο κι αν το αρνιόταν
Λάτρευε να ζει με τις διάφορες ενοχές του.




Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Κόψε με , είπε το τριαντάφυλλο


Απέναντι , στον ακριβώς απέναντι όροφο , μένει ένας τύπος ο οποίος κάθε βράδυ θρονιάζεται στην πολυθρόνα του μπροστά από την τηλεόραση.Φοράει ένα μποξεράκι και από πάνω μια λεπτή φανέλα.Κάτι πίνει αλλά δεν είμαι σίγουρος τι , καθώς δεν διακρίνω και καλά.Ο τύπος μένει μέχρι αργά.
Δίπλα από αυτόν, στον ίδιο όροφο , μένει μια ξανθιά γυναίκα.Τους χωρίζει μονάχα ένας ξύλινο τείχος στο μπαλκόνι τους και ένας τσιμεντένιος στις κρεβατοκάμαρές τους.Η γυναίκα , όπως και ο άντρας δίπλα, έρχεται κι αυτή το βράδυ από τη δουλειά.Μένει με ένα κολλητό μποξεράκι πυτζάμα και από πάνω μια αμάνικη μπλουζίτσα. Κάνει μπάνιο και μετά γυρνάει έτσι με τα βρεγμένα της μαλλιά , με την βρεγμένη της πλάτη , με τον ωραίο της στρογγυλό κώλο , γυρνάει σε όλο το σπίτι της.Βοουρτσίζει τα δόντια της , χτενίζει – ισιώνει τα μαλλιά της και κάθεται και για λίγο στην τηλεόραση.Κοιμάται νωρίς.
Το αστείο και τι τραγικό συνάμα εδώ , είναι ότι οι τηλεοράσεις τους είναι έτσι ώστε όταν κάθονται είναι σαν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον μέσα από τον τοίχο, σαν οι ματιές τους να διαπερνάνε την τηλεόραση , να διατρυπούν το τσιμέντο και να ανταμώνουνε στα μάτια του άλλου.
Ο παππούς μέσα πάλι κάτι θέλει , πάλι κάτι φωνάζει . Ο άνθρωπος όταν πλησιάζει το τέλος του φοβάται . Δρα αψυχολόγητα και κυρίως ενστικτωδώς . Ο καρκίνος όμως έχει πολλές μορφές και έτσι μπορεί να σε πάρει είτε πάνω στις δόξες σου είτε σταδιακά αφού πρώτα σε κάνει ερείπιο .
Γυρνάω το κεφάλι πίσω προς το δωμάτιο του δύστυχου παππού μου .Ο καρκίνος κοιμάται εκεί στο κρεβάτι . Κοιτάω μπροστά στον απέναντι όροφο . Ο άντρας βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά στην πολυθρόνα του και η γυναίκα κοντοστέκεται μπροστά στον καθρέπτη της με την βούρτσα στο στόμα .
Απέναντι είναι η μοναξιά .Αλλά κυρίως η ηλιθιότητα , η δειλία. Η γυναίκα είναι μόνη της και ο άντρας το ξέρει .Αλλά προτιμά να πνίγεται κάθε βράδυ στην πολυθρόνα του , Η γυναίκα επίσης το ξέρει ότι αυτός δεν κοιμάται τα βράδια παρόλο που όλη την μέρα δουλεύει .Κι όμως στέκεται μπροστά στους καθρέπτες της, παρατηρώντας ένα είδωλο που μαραίνεται και μια κοιλιά που μένει κενή .
Εκεί έχουμε χάσει το παιχνίδι , ψιθυρίζει ένα τριαντάφυλλο δίπλα μου . Κόψε με και μην με αφήσεις να μαραθώ , συνεχίζει .
Κοιτάω πάλι απέναντι καθώς στο κάτω μπαλκόνι μια κοπέλα βάφει τα νύχια της κόκκινα .Ο μοναχικός τύπος κάνει έρωτα στην κοπέλα πάνω στην πολυθρόνα του και αυτή χύνει τα βρεγμένα της μαλλιά στο πρόσωπό του.Ωραία εικόνα . Σε λίγο αυτός κοιμάται επιτέλους νωρίς ένα βράδυ , ενώ εκείνη ήταν καιρός να ξενυχτήσει και μια νυχτιά .
Ο πόνος μοιράζεται , η μοναξιά μοιράζεται , η ηλιθιότητα εξαφανίζεται .
Ο ψαράς μέσα στον Πατραϊκό βγάζει με ζόρι τα δίχτυα του και κάπου εκεί μέσα στο δίχτυ της σκέψης είναι και το μυαλό μου .Και έτσι τραβιέμαι άτσαλα μέσα από τη θάλασσα των ονείρων , στην βάρκα της πραγματικότητας . Ο άντρας μόνος του στην θέση που είναι κάθε βράδυ . Η γυναίκα κλείνει το φως του δωματίου της και πέφτει για ύπνο.
Η αλμύρα από τη θάλασσα μένει όμως.Και δεν είναι άλλη από τη νοσταλγία .

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Περιμένοντας τις ωδίνες


Η Τζ. κάθισε μπροστά στον ολόσωμο καθρέπτη
Καθώς το είδωλό της από άσπρο νυφικό δάκρυζε
Και οι πλεξούδες από τα μαλλιά της πλαισίωναν
Αυτόν τον γλυκό αντικατοπτρισμό μες στο χρόνο.

Το παιδί μες στην κοιλιά της μεγάλωνε με αίμα
Επιβάλλοντας σταδιακά την κυριαρχία του στο χώρο
Με σπασμωδικές κινήσεις στην υδάτινη σφαίρα
Και ρυθμικούς χτύπους της δεύτερης μικρής καρδιάς.

Για την Τζ. όλες οι φωνές του κόσμου είχαν σωπάσει
Η αγάπη της αγκάλιαζε μια γύρα την ανθρωπότητα
Και έφτανε στα χέρια της πάνω στο αγέννητο παιδί
Για να μεταμορφωθεί σε πολύχρωμα τριαντάφυλλα .

Η Τζ. ήταν χαρούμενη έστω κι αν έξω η βροχή
Της θύμιζε μελαγχολικά πως παντρεύεται το θάνατο
Και μίλια μακριά έλιωνε το σώμα του εραστή της
Πάνω σε λόφους με παπαρούνες και μικρούς σταυρούς.

Εσύ θα τον νικήσεις γιε μου,έμοιαζε η αναπνοή της να λέει
Και μες στη γυναικεία μήτρα θέριευε το αγέννητο παιδί ,
Έσφιγγε πεισματικά σαν ατσάλι τις γροθιές του
Περιμένοντας τις ωδίνες για να ξεσκίσει τη σάρκα και να βγει.

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

Κόκκινο κρασί



Η πόλη έχει πάρει μια όμορφη χροιά καθώς ο καιρός αλλάζει και το καλοκαίρι φεύγει αφήνοντας τη θέση του στις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Στάλα στάλα αυτές παλεύουν εδώ και δύο μέρες να διώξουν το ξεφάντωμα των διακοπών , να βάλουν τα κεφάλια μέσα καθώς έλεγαν και οι δάσκαλοί μας παλιά.
Την μισούσα αυτή την έκφραση . Τα κεφάλια μέσα . Ήταν απλά ένας τονισμός της αγγαρείας του σχολείου ή μάλλον της εκπαίδευσής τους.
Το χρώμα του δέρματος από σκούρο μελαψό , αλλάζει σιγά σιγά , η μελανίνη φεύγει και ξαναγίνεται πιο άσπρο . Τα γένια χάνονται σε ένα νεροχύτη γεμάτο ζεστό νερό και αφρό ξυρίσματος , από αυτούς που αφήνουν μια αίσθηση ελαφρού καψίματος στο πρόσωπο , για να σε κάνει να νιώθεις φρέσκος και δυναμικός.
Το ρολόι μπαίνει στο δεξί καρπό , γιατί έτσι βολεύει αλλά και γιατί δεν έχω βαρεθεί να ακούω την ηλίθια ερώτηση αν είμαι αριστερόχειρας . Όχι δεν είμαι .Και με κοιτάνε λες κι έχω μόλις πηδήξει μια γριά 99 ετών μπροστά τους .
Υπάρχει το κομπολόι , δώρο της γλυκιάς μου Ντ. , κόκκινο στο χρώμα του κρασιού , για να κόψω το τσιγάρο . Μέχρι τώρα πιάνει το κόλπο .Στην μαύρη τσάντα έχω πάντα όμως και ένα μικρό κουτάκι Μάλμπορο , έτσι just in case..
Το κομπολόι μπαίνει στην αριστερή τσέπη και τα κλειδιά του σπιτιού στη δεξιά . Κοιτάζομαι στον καθρέπτη καθώς φτιάχνω τα μαλλιά μου κάπως πρόχειρα , ατημέλητο στυλ και καλά.
Η γραβάτα , σιχαίνομαι τις γραβάτες , η γραβάτα σφίγγει στο ύψος του μήλου και λίγο πιο κάτω , ενώ ο κόμπος που μου έκανε η Ντι. ένα μήνα πριν , καλά κρατεί .
Τι ξέχασα να πάρω μαζί μου ?
Α τα κλειδιά του αυτοκινήτου .
Αλλά ξέχασα. Δεν έχω αμάξι , κι ούτε με απασχολεί και πολύ το θέμα αυτό.
Μόνο που άργησα πάλι για τη δουλειά.

Ο κύριος Τ. μου λέει για το πόσο δυσβάσταχτη έχει γίνει η ζωή του , για το πόσο ανούσια του φαίνονται όλα αυτά .Το χέρι του τρέμει καθώς κάνει μια απελπισμένη κίνηση στον αέρα θέλοντας να εκφράσει την αγανάκτησή του προς κάτι άγνωστο . Σε μια ύπουλη θεότητα που τον τυραννά αργά και βασανιστικά τα τελευταία 40 χρόνια.
Κοιτάω το άλλο του χέρι που ακουμπάει στο γραφείο μου. Ρυτίδες ξεχύνονται στα πλάγια ενώ από μέσα το κόκαλο σαν σώμα σε λεπτό σεντόνι , αχνοπροβάλλει . Ελιές συμπληρώνουν τον πίνακα <<Χέρι ενός σχεδόν 90άρη άντρα >>.
Σκύβω το σώμα μου προς τα μπρος και του μιλάω , του λέω για την κατάθλιψή του , για τα φάρμακα που πρέπει να προσαρμόσουμε κάπως για να τον καλύπτουν καλύτερα. Του λέω ότι αν ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες μου θα δει πως θα καλυτερεύσουν όλα .
Με κοιτάει σιωπηλός με το μελαγχολικό βλέμμα της ψυχικής του αναπηρίας και γνέφει καταφατικά .
Του χαμογελάω .

Στο διάλειμμα σκαρφίζομαι να γράψω ένα ποιήματάκι , αλλά το μολύβι κάνει κύκλους πάνω στο χαρτί . Η ώρα περνάει και ξαναπάω στο γραφείο μου. Κοιτάζω έξω από τα στόρια , ο ουρανός σκοτείνιασε από τα σύννεφα που τον καλύπτουν . Τρελή βροχή έρχεται πάλι.

Η κοπέλα τρέμει ολόκληρη . Κλείνω το παράθυρο τελείως και την ρωτάω αν θέλει μια ζεστή σοκολάτα ή καφέ . Μου απαντάει με ένα ναι .Βγαίνω έξω και λέω στην Στ. να φέρει μια γλυκιά ζεστή σοκολάτα .Υπέροχος κώλος Στ. μου…
Το κορίτσι αρχίζει και μιλάει σιγά σιγά , λέει ότι άρχισε πάλι να νιώθει ότι στο αίμα της κυκλοφορούν σκουλήκια .Την γδέρνουν κάτω από το δέρμα της , νιώθει να την τσιμπάνε με τα δόντια τους , να την ξεζουμίζουν. Δεν άντεχε.Έκανε μπάνιο με καυτό νερό 6 ώρες μέχρι που μουλιασμένη την έβγαλε η μάνα της από την μπανιέρα όταν γύρισε από τη δουλειά στο σπίτι .
Αυτή σε έφερε εδώ ε?Την ρωτάω
Ναι
Αλλά δεν την είδα έξω ,κουνιούνται τα χείλη μου καθώς προφέρουν αυτές τις λέξεις .
Πήγε μια βόλτα να ηρεμήσει , μοιάζει να μου απαντάει.
Κατάλαβα , αποκρίνομαι .

Στο μεσημεριανό η Ντ. μού παραπονιέται ότι ακόμα δεν έχω διαλέξει μέρος που θα πάμε για διακοπές .Και έκανε και ολόκληρο κόπο να φτιάξει μια λίστα με τα μέρη – επιλογές . Αφού ό,τι κι αν πω εσύ θα αποφασίσεις στο τέλος , μοιάζω να της λέω .
Θυμώνει και τσιμπάει ένα φύλλο μαρούλι στο πιάτο της . Γυρνάω και ψάχνω τον σερβιτόρο . Που είναι εκείνο το κρασί .Πνίγομαι και θέλω να πιω .
Τελικά δεν θέλεις να πάμε διακοπές φέτος ε? Τουλάχιστον μαζί.Και περίμενα σαν χαζή να περάσει η βαβούρα του καλοκαιριού για να πάμε κάπως πιο ήρεμα, μου πετάει τις λέξεις της πάνω από το πιάτο μου με τη μοσχαρίσια μπριζόλα.
Την κοιτάω και μετά κοιτάω το ελαφρά κόκκινο κρέας μπροστά μου. Καθώς κόβω το πρώτο κομμάτι, το αίμα που έχει απομείνει στη μπριζόλα , μαζεύεται γύρω από το σημείο τομής και βγάζει μικρούς αφρούς .
Η Ντ. κοιτάζει αηδιασμένη και μου κάνει ΄΄πως μπορείς να τρως αυτό το πράγμα άψητο!’’
Καθώς καρφώνω το κομμάτι σκέφτομαι , τώρα τρώω το μηρό μου .
Στο δεύτερο κομμάτι , τώρα τρώω το συκώτι μου.
Τώρα τρώω τους πνεύμονές μου , τα νεφρά μου , την ωμοπλάτη μου.
Το τελευταίο κομμάτι με καρφώνει με κόκκινο βλέμμα .
Τώρα τρώω τη ψυχή μου.


Ο καφές είναι τέλειος , το ίδιο και η θέα της θάλασσας . Η βροχή κόπασε ξαφνικά λίγο μετά το φαγητό και άφησε πίσω της μια θάλασσα που γυαλίζει . Γυαλίζει σαν την παράνοια στα μάτια τους .
Ο φίλος μου ο Ν. παραπονιέται ότι τίποτα δεν πάει καλά σε αυτή τη χώρα . Οι μισθοί, η υγεία , η εκπαίδευση .Μετά βρίζει και τους ξένους, νόμιμους και μη , έτσι για επίλογο .
Με ρωτάει τη γνώμη μου .
Τι νομίζεις εσύ ? Πώς τα βλέπεις ?
Απόψε θα πεθάνω , του απαντάω
Χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από τα κύματα που σκάνε στο τσιμεντένιο λιμάνι , αφήνοντας το αλμυρό τους χάδι , το υπόλειμμά του , στο μόλο πάνω .
Μια γυναίκα βαδίζει γοργά στη νοητή γραμμή αυτής της πάλης .Δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό της .
Ο φίλος μου δίπλα με σκουντάει και με βρίζει . Μου λέει πως μου χρειάζεται ξεκούραση και να πάω διακοπές με την Ντ.
Του χαμογελάω και πίνω από τον καφέ μου.


Ο χοντρός βουλευτής έλεγε ιδρώνοντας και ξεφυσώντας πώς μαζί τα φάγαμε , και στο δίπλα παραθυράκι η ξανθιά παρουσιάστρια έριχνε ένα ηλίθιο χαμόγελο στο πουθενά , παλεύοντας να διαβάσει – όχι να κατανοήσει – να διαβάσει , να παπαγαλίσει αυτό που της υπαγόρευαν με μεγάλα γράμματα στη φωτεινή οθόνη .
Σε ένα άλλο κανάλι , ένας άλλος χοντρός βουλευτής ίδρωνε κι αυτός λέγοντας πως όλα είναι μονόδρομος.
Ένας γαμημένος μονόδρομος καριόλη , σκέφτηκα από μέσα μου και άλλαξα κανάλι .
Η Έρεμπρο θα κέρδιζε σίγουρα αυτό το ματς έλεγε ο τύπος με το αθλητικό καπελάκι και άξιζε κανείς να ποντάρει τα λεφτά του στο σημείο αυτό. Καλό στοίχημα για αύριο είπα και έκλεισα την τηλεόραση.
Πήρα το μπουκάλι με το μπρούσκο από το ψυγείο .
Το άνοιξα και κατέβασα δυο τρεις γουλιές .
Το ρολόι στον τοίχο έλεγε 9 και τέταρτο και σε κανά μισάωρο θα χτύπαγε το τηλέφωνο για την καθιερωμένη κλήση που είχε δύο πιθανά αποτελέσματα .
Να κοιμηθεί σπίτι της ή να κοιμηθώ σπίτι της.
Προτιμούσε το δικό της από το αχούρι αυτό εδώ ,όπως το έλεγε .

Όταν έπιαναν οι πρώτες βροχές δίσταζα να στρέφω το βλέμμα μου προς τη θάλασσα γιατί λυπόμουνα να την βλέπω να αλλάζει .Δεν μου άρεσαν τα φύκια πάνω της , παντού στην παραλία.Δεν μου άρεσε το θολό της χρώμα ,και τα άγρια κύματά της με τρόμαζαν .Έτσι έστρεφα αλλού το βλέμμα μου τις φορές που επισκεπτόμουν το χωριό με τους δικούς μου.Έκανα υπομονή , ήξερα μετά από μήνες θα ήταν πάλι η θάλασσα που αγαπούσα .Απλά ήθελε λίγη υπομονή .
Το απόγευμα εκείνο δεν ξέρω γιατί το έκανα , αλλά γύρισα να την κοιτάξω .Ήταν φουρτουνιασμένη και άγρια και έστρεψα αλλού γρήγορα το βλέμμα μου πάλι .Αλλά να , ένα κλάσμα πιο πριν , με την άκρη του ματιού μου , έπιασα μια κίνηση στην γεμάτη φύκια και ξύλα αμμουδιά .
Ξανακοίταξα στο σημείο εκεί και ναι δεν έκανα λάθος .Κάτι ήταν εκεί ανάμεσα στα φύκια , κάτι σερνόταν εκεί.Ή μάλλον κάποιος .
Κατέβηκα τα σκαλιά του σπιτιού που οδηγούσαν στη θάλασσα και πήγα προς το μέρος εκείνου του γέρου που σερνόταν σαν πληγωμένο ζώο μες στα χώματα ,καθώς τα φύκια πλέκαν γύρω του ένα περίεργο της φύσης δίχτυ και τα όστρακα κολλούσαν στο δέρμα του σαν πανοπλία παλιά .
Σήκωσε το χέρι να με αγγίξει , πήγε κάτι να ψελλίσει , ναυαγός σκέφτηκα από μέσα μου . Γύρισα προς το σπίτι και φώναξα στους δικούς μου .Δεν μου απάντησε κανείς .
Ο γέρος έκανε να πει πάλι κάτι αλλά δεν άκουσα .Τον πλησίασα πιο κοντά μέχρι που η μπλούζα μου άγγιξε τα βρεγμένα ρούχα του και έκανε κι αυτή μια υδάτινη κηλίδα εκεί στην άκρη .
Ο γέρος έσβηνε μπροστά μου αλλά εγώ 6 χρονών δεν το καταλάβαινα.
Θάνατος , φάνηκε να λέει καθώς ο αέρας πήρε τα λόγια του και τα ταξίδεψε προς τη μεριά του Κασιδιάρη και των Τριών Ποταμιών .
Έσκυψα πιο κοντά του και θυμάμαι τον ρώτησα πως είναι . Ο θάνατος .
Θα το καταλάβεις όταν τον δεις , απάντησε ο γέρο ναυαγός και ξεψύχησε εκεί στην παραλία μου ένα απόγευμα , τριάντα φθινόπωρα πιο πριν .
Το χέρι του έπεσε άψυχο δίπλα του καθώς το κόκαλο πάσχιζε από την σάρκα να βγει , ενώ κίτρινη παχύρρευστη γραμμή έβγαινε μέσα από κάποιες πληγές του , ίδια σκουλήκια που έκαναν την ηρωική τους έξοδο από το νεκρό αίμα .
Ο πατέρας είπε αργότερα ότι ο κύριος έφυγε για ένα ταξίδι .
Μα φθινόπωρο πατέρα ? Ποιος πάει ταξίδια τώρα ? , θυμάμαι να ρωτάω .

Ποιος φεύγει για ταξίδι το φθινόπωρο ? Ποιος κάνει ένα ταξίδι που μέσα του ποτέ δεν θα ήθελε?
Η Ντ. δεν πήρε τηλέφωνο απόψε . Είναι νευριασμένη υποθέτω. Αγγίζω με τα ακροδάχτυλα το κομπολόι που είναι πεσμένο στο πάτωμα δίπλα μου .Στην πορεία της κίνησης ο πόνος στο θώρακα με ακινητοποιεί στιγμιαία πάλι .Σφίγγω τα χείλη και συνεχίζω την προσπάθεια να πιάσω το δώρο της Ντ.
Ο τύπος από πάνω μου φοράει κουκούλα και στο ένα χέρι κρατάει το περίστροφο και στο άλλο κάτι επιταγές μου.
Τι ηλίθιος ληστής σκέφτομαι .Γιατί φόρεσε κουκούλα αφού είχε εξαρχής σκοπό να με σκοτώσει .
Σημαδεύει το κεφάλι μου για την τελειωτική , τη στιγμή που πιάνω το κομπολόι και το ανασηκώνω λίγο .Το αίμα μου στάζει από τις χάντρες.
Τι ωραίο χρώμα,σκέφτομαι .Ίδιο με αυτό κόκκινου κρασιού .



Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

Κάποιες φορές είναι τόσο δύσκολο


Κάποιες φορές είναι τόσο δύσκολο
Να γράψεις μία λέξη στο χαρτί
Έστω κι αν μέσα σου γίνεται ένας χαμός
Από σκέψεις , συναισθήματα και φωνές.
Οι πόλεις μες στο μυαλό σου βυθίζονται
Ή καίγονται άκρη σε άκρη από φωτιά,
Καράβια ξεβράζονται σαν κήτη
Ξεκοιλιασμένα στις ακτές ,
Πύρινα αστέρια σκάνε με φόρα στη γη ,
Οι άνθρωποι εξανεμίζονται ταχύτατα ˙
Και οι γυναίκες σου ,
Οι γυναίκες σου στέκονται ασάλευτες εκεί
Καθώς μια γλυκιά βροχούλα τις χτυπάει,
Καθώς το βάψιμο γίνεται μαύρο δάκρυ
Και ελαφρό τρέμουλο .
Ναι , κάποιες φορές είναι τόσο δύσκολο...

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Αθήνα


Μια ιστορία πριν κοιμηθώ ˙

Οι λέξεις λέγανε για ομίχλη στο δωμάτιο
Μα στο σεντόνι πάντα κατέληγε βροχή.
Στις φαβέλες πωλούσαν την άσπρη με το δεμάτιο,
Στην Αθήνα εσύ το βάφτιζες αυτό ψυχή.

Σε αγαπήσανε τα περιστέρια σε μια πλατεία
Και για αντάλλαγμα έγινες στους δρόμους μουσική.
Είχες τον τρόπο σου να κερνάς όλους αλητεία
Μα μέσα σου είχες μια φοβία μυστική .

Χρόνια αναζητούσες την ευχή για το αστέρι ,
Αυτή που προλαβαίνει μονολεκτικά να ειπωθεί.
Ξέρεις πως τυλίγεται διπλά στο ένα σου χέρι
Πριν συρθεί στο πλήθος κι αναστηθεί .

Στην Αθήνα εσύ το βάφτιζες ψυχή.