Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Κόψε με , είπε το τριαντάφυλλο


Απέναντι , στον ακριβώς απέναντι όροφο , μένει ένας τύπος ο οποίος κάθε βράδυ θρονιάζεται στην πολυθρόνα του μπροστά από την τηλεόραση.Φοράει ένα μποξεράκι και από πάνω μια λεπτή φανέλα.Κάτι πίνει αλλά δεν είμαι σίγουρος τι , καθώς δεν διακρίνω και καλά.Ο τύπος μένει μέχρι αργά.
Δίπλα από αυτόν, στον ίδιο όροφο , μένει μια ξανθιά γυναίκα.Τους χωρίζει μονάχα ένας ξύλινο τείχος στο μπαλκόνι τους και ένας τσιμεντένιος στις κρεβατοκάμαρές τους.Η γυναίκα , όπως και ο άντρας δίπλα, έρχεται κι αυτή το βράδυ από τη δουλειά.Μένει με ένα κολλητό μποξεράκι πυτζάμα και από πάνω μια αμάνικη μπλουζίτσα. Κάνει μπάνιο και μετά γυρνάει έτσι με τα βρεγμένα της μαλλιά , με την βρεγμένη της πλάτη , με τον ωραίο της στρογγυλό κώλο , γυρνάει σε όλο το σπίτι της.Βοουρτσίζει τα δόντια της , χτενίζει – ισιώνει τα μαλλιά της και κάθεται και για λίγο στην τηλεόραση.Κοιμάται νωρίς.
Το αστείο και τι τραγικό συνάμα εδώ , είναι ότι οι τηλεοράσεις τους είναι έτσι ώστε όταν κάθονται είναι σαν να κοιτάνε ο ένας τον άλλον μέσα από τον τοίχο, σαν οι ματιές τους να διαπερνάνε την τηλεόραση , να διατρυπούν το τσιμέντο και να ανταμώνουνε στα μάτια του άλλου.
Ο παππούς μέσα πάλι κάτι θέλει , πάλι κάτι φωνάζει . Ο άνθρωπος όταν πλησιάζει το τέλος του φοβάται . Δρα αψυχολόγητα και κυρίως ενστικτωδώς . Ο καρκίνος όμως έχει πολλές μορφές και έτσι μπορεί να σε πάρει είτε πάνω στις δόξες σου είτε σταδιακά αφού πρώτα σε κάνει ερείπιο .
Γυρνάω το κεφάλι πίσω προς το δωμάτιο του δύστυχου παππού μου .Ο καρκίνος κοιμάται εκεί στο κρεβάτι . Κοιτάω μπροστά στον απέναντι όροφο . Ο άντρας βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά στην πολυθρόνα του και η γυναίκα κοντοστέκεται μπροστά στον καθρέπτη της με την βούρτσα στο στόμα .
Απέναντι είναι η μοναξιά .Αλλά κυρίως η ηλιθιότητα , η δειλία. Η γυναίκα είναι μόνη της και ο άντρας το ξέρει .Αλλά προτιμά να πνίγεται κάθε βράδυ στην πολυθρόνα του , Η γυναίκα επίσης το ξέρει ότι αυτός δεν κοιμάται τα βράδια παρόλο που όλη την μέρα δουλεύει .Κι όμως στέκεται μπροστά στους καθρέπτες της, παρατηρώντας ένα είδωλο που μαραίνεται και μια κοιλιά που μένει κενή .
Εκεί έχουμε χάσει το παιχνίδι , ψιθυρίζει ένα τριαντάφυλλο δίπλα μου . Κόψε με και μην με αφήσεις να μαραθώ , συνεχίζει .
Κοιτάω πάλι απέναντι καθώς στο κάτω μπαλκόνι μια κοπέλα βάφει τα νύχια της κόκκινα .Ο μοναχικός τύπος κάνει έρωτα στην κοπέλα πάνω στην πολυθρόνα του και αυτή χύνει τα βρεγμένα της μαλλιά στο πρόσωπό του.Ωραία εικόνα . Σε λίγο αυτός κοιμάται επιτέλους νωρίς ένα βράδυ , ενώ εκείνη ήταν καιρός να ξενυχτήσει και μια νυχτιά .
Ο πόνος μοιράζεται , η μοναξιά μοιράζεται , η ηλιθιότητα εξαφανίζεται .
Ο ψαράς μέσα στον Πατραϊκό βγάζει με ζόρι τα δίχτυα του και κάπου εκεί μέσα στο δίχτυ της σκέψης είναι και το μυαλό μου .Και έτσι τραβιέμαι άτσαλα μέσα από τη θάλασσα των ονείρων , στην βάρκα της πραγματικότητας . Ο άντρας μόνος του στην θέση που είναι κάθε βράδυ . Η γυναίκα κλείνει το φως του δωματίου της και πέφτει για ύπνο.
Η αλμύρα από τη θάλασσα μένει όμως.Και δεν είναι άλλη από τη νοσταλγία .

1 σχόλιο:

  1. Απόσταση
    θαλασσα
    αβυσσος που χωρίζει αβύσσους
    πόσα τριανταφυλλα να κοπούν για να σε φτασει το χερι που από δειλία δεν απλώνεται να αγγίξει την Ιδια την Ανοιξη και βολεύεται με το να μυριζει τα λουλουδια στο βαζο?...
    ή από αδυναμία και κάτι πλαστικά αναρριοχόμενα που ψευτικα χαμογελανε στο Αιωνιο?...

    φιλι... στην όμορφη κεντρική σου Ιδεα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή