Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Αναζητώντας το γιο μου, βρήκα τον πατέρα γερασμένο να κοιμάται





Χτύπησα δειλά την πόρτα και ο ιδρώτας έσταζε,
Θύμιζε ασάλευτη δύση στο στερέωμα και φόβο,
Μέσα εκεί στο ερειπωμένο πατρικό είναι ο γιός μου
Κι ήρθα να τον πάρω πίσω .
Είναι όλα τόσο έρημα κι ακίνητα εδώ, μια ζέστη
Σαν να εξατμίζει τα αντικείμενα από τη βάση τους,
Κι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν πουθενά.
’’Οι μερες μας καρφωνουν στην καρδια
Και τρεχουν ξοπισω μας γελωντας ειρωνικα, αγαπη μου’’
Δεν μπορώ να τονίσω τις λέξεις σου πια,
Τα νησιά σου και τα χαμόγελά σου επιπλέουν στον αέρα,
Καθώς πλανόδιοι πωλητές τα κρατάνε από λεπτές κορδέλες
Και προσφέρουν δώρο τα δύο σε ένα -
Ένα παιδικό κλάμα ακούγεται στο βάθος -
Αφήστε το γιό μου καθάρματα, φέρτε το γιο μου πίσω!
Οι κορδέλες γίνονται φίδια που χαχανίζουν
Καθώς τα πόδια μου τυλίγουν οι ουρές τους
Και ψηλά με σηκώνουν στον αέρα κρεμασμένο.

Το επόμενο πρωί τρομαγμένη ξύπνησες απότομα
Με ζήτησες δίπλα σου, αλλά έλειπα έξω στην κόλαση.
Όταν γύρισα αργά το απόγευμα πάλι , έκλαιγες.
Έβλεπα έναν εφιάλτη χτες, μου είπες,
Άνοιξα τα μάτια και νόμιζα σε είδα κρεμασμένο
Εκεί ψηλά στο ταβάνι.
Ηρέμησε ήταν απλός ένας εφιάλτης, είναι σαν να είπα.
Εσύ πώς είσαι , με ρώτησες .

Αναζητώντας το γιο μου , βρήκα τον πατέρα  γερασμένο να κοιμάται….
Μοιάζει σαν να είπα.

1 σχόλιο: