Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Εξομολογήσεις στη Λία και τις γάμπες της - μέρος 2o








Το μέρος του σώματος που αξίζει να φιλάω, που άξιζε να φιλάω, ήταν εκεί λίγο πιο κάτω από το αυτί, τράγο το λένε οι γιατροί, μα εμένα δεν μου άρεσε η ονομασία αυτή Λία, εγώ το καλούσα ''Αυγή'', οι ψίθυροι και τα φιλιά προκαλούσαν ρίγη και τρέμουλο στο σώμα σου, έμοιαζε με το ρίγος να κοιτάς γυμνός μια ήρεμη αυγή, η μέρα άνοιγε τα σκέλια της να σε υποδεχτεί, εσύ έμπαινες μέσα της να της κάνεις έρωτα.
Πονάς?
Ναι είναι πιο πολύ η ψυχή, διστάζει, στον ουρανό εδώ δεν φαίνεται τίποτα, είναι σκοτάδι και η πόρτα κρύβει πίσω της το απόλυτο άγνωστο κι όμως σε βλέπω σκύβεις από πάνω μου κλαίς, ρωτάς γιατί, περίμενε μισό λεπτό φίλε, έχω να πω μια ιστορία στην κυρία, την τελευταία μου ιστορία, περίμενε.
Την είχα στο μυαλό μου χρόνια μα όλο την παράταγα για πιο μετά, ίσως ποτέ δεν ήταν ώριμη για να βγει, ίσως ήταν απλά το έργο ζωής που ποτέ δεν έγραψα.
Τώρα έχω ένα λεπτό να στην πω πριν διαβώ την πόρτα με τον Χάρο και ίσως η φωνή μου σωπάσει για πάντα
Με ακούς?
Στα βράχια σκάγανε τα νερά του Αιγαίου χιλιάδες χρόνια τώρα, τρώγανε πέτρα και δίνανε μουσική, εκεί ψαρεύαμε παιδιά γύλους και τα χαζά τα κεφαλόπουλα που νερωμένο τρώγανε το ψωμοτύρι τυλιγμένο σε πλεξούδα αγκίστρια, έμπαινε μέσα στο λαιμό τους, τα κάρφωνε και μαγκωμένα βγαίνανε στον ήλιο σπαρταρώντας λίγη αναπνοή ακόμα.
Τα γέλια μας και οι κραυγές μας ήταν το τελευταίο τους αντίο στο θάνατο, κάτι σαν τα δάκρυά σου τώρα για μένα, αλλά Λία ήταν ωραία τότε, ήμασταν παιδιά, γυρνάγαμε ξυπόλητα και αγαπούσαμε νεράιδες και γοργόνες.
Και στον ουρανό, μήτε τον χειμώνα, δεν φαινόταν άχνα σύννεφο στο στερέωμα.
Μ' ακούς?



Βοnobo J.

1 σχόλιο: