Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Εξομολογήσεις στη Λία και τις γάμπες της - μέρος 4ο






Σκέφτομαι αυτό που διάβασα κάπου, η Γη λίγο μετά την δημιουργία της, όταν κόχλαζε ακόμα η επιφάνειά της, τότε άρχισαν να πέφτουν οι υδρατμοί σαν βροχή πάνω της, λυσσαλέα άγρια βροχή, κι έτσι έβρεχε για εκατομμύρια χρόνια, έβρεχε πάνω στην φωτιά, έβρεχε συνέχεια τόνους υγρό, μέχρι που σχηματίστηκαν αρχέγονοι ωκεανοί. Μου έκανε εντύπωση, όχι γιατί δεν μπορώ  να το συλλάβω αυτό, αλλά γιατί κοιτάζω εσένα να στέκεσαι όρθια δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, το λεωφορείο τραντάζεται από τους παλιόδρομους, η ζέστη καίει το καλοκαίρι αυτό, και λέω μέσα μου, να αυτό το πλάσμα που όμορφα κι απαλά σαλεύει ο αέρας τα καστανά μαλλιά της, αυτή η γυναίκα βγήκε από αυτή τη βροχή πάνω στη λάβα, γεννήθηκε μέσα από αυτές τις βιβλικές αναταράξεις υπέροχη, μυστήρια και ερωτική, γεννήθηκε και μου δόθηκε σε μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, σε ένα πετάρισμα του βλεφάρου, όσο διαρκεί το τίποτα για να γίνει πάντα.
Δέος.
Κρυφά συλλογιέμαι πως αν τα ψάχνεις αυτά τρελαίνεσαι, γιατί ο ανθρώπινος νους είναι πεπερασμένος και αυτό που λέμε ψυχή αρέσκεται στην παλινδρόμηση μεταξύ μελαγχολίας και χαράς, με τον δείχτη του εκκρεμούς να μένει πιο πολύ στο πρώτο, σαν να του αρέσει εκεί, σα να κομπάζει να κυλίσει προς τη χαρά, κι όταν το κάνει νιώθει ενοχές και φόβους, ίσως παράλογα όλα τούτα.
Θυμάσαι, υπήρχε μια εποχή στη πόλη, που γυρνάγαμε όλα της τα στενά, δεν είχαμε λεφτά, τα λεφτά μονίμως τελειωμένα ήταν, μα δοκιμάζαμε τα πάντα, κάθε γεύση της πόλης, κάθε ήχο της, κάθε αλκοόλ που έρεε στο αίμα μας, κάθε παραμύθι που λέγαμε μπροστά στις παρέες μας για να ψευτοστοχαστούμε, να ψευτογελάσουμε. Η κοινωνία μονίμως σε πληγώνει έλεγες, κι αν είναι δες τα ελαττώματά της σαν κάτι το διασκεδαστικό, που σπάει τη μονοτονία της αρετής και της ισορροπίας.
Τώρα στέκεσαι από πάνω μου θλιμμένη, λες οι φίλοι σου όλοι είναι εδώ ήρθαν για σένα - σε νιώθω, σε ακούω, μα δεν μπορώ να σαλέψω μήτε ελάχιστα το χείλη μου, δεν μπορώ να μιλήσω, φαντάζομαι το δέρμα μου ωχρό, κι όπως σκύβεις πάνω μου και με φιλάς μια τελευταία φορά, έχω την εντύπωση ότι μας χωρίζει η επιφάνεια μιας θάλασσας, εσύ πάνω από αυτήν κι εγώ κάτω από την διαχωριστική υδάτινη γραμμή, κοιταζόμαστε κατάματα, λίγες στιγμές πριν βουλιάξω στο σκοτάδι. Δες Λία, η πανάρχαια βροχή σταμάτησε να πέφτει πάνω στη φωτιά και η θάλασσα ηρέμησε προς στιγμή, έγινε λάδι, έγινε καθρέφτης που μας χωρίζει, αποτυπώνοντας μια ύστατη στιγμή την αιωνιότητα μεταξύ μας.


Βonobo J.




Σημείωση Ηλία Δεσύλλα: H ιστορία με τον μυστηριώδη κύριο Bonobo J. ξεκίνησε πριν από λίγες βδομάδες, όταν στο email μου άρχισε να έρχεται σε συνέχειες μια περίεργη ιστορία που υπέγραφε ο παραπάνω κύριος. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, το θεώρησα έξυπνο αστείο αλλά τόσο η επιμονή του να τις ανεβάσω στο ιστολόγιό μου όσο και η ίδια η ιστορία, με έκαναν να δώσω ΄΄βήμα’’ στον άγνωστο φίλο μας.
Ο ίδιος υποσχέθηκε μόλις τελειώσει την ιστορία του να μου αποκαλύψει την ταυτότητά του. Αυτά προς το παρόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου