Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Κύμα










Ο τύπος έλεγε συνέχεια ότι έβλεπε περίεργες φάτσες να τον κοιτάνε, τρομαχτικά πρόσωπα να τον καρφώνουν στα μάτια και να μην τον αφήνουν σε ησυχία . Ο τύπος έπνιγε τον τρόμο του στα γειτονικά μπαράκια αλλά σιγά σιγά ξέκοψε κι από κει όταν οι φοιτητές τα ανακάλυψαν και τα έκαναν στέκι των μεταμοντερνικών ανησυχιών τους και της σύγχρονης ηλιθιότητάς τους. Ένας μαλλιάς με την εικόνα του Τσε τον είχε πλησιάσει ένα βράδυ και τον είχε αγκαλιάσει από τους ώμους με μια φτιαχτή φιλικότητα , λέγοντάς του φωναχτά << Και συ δικός μας είσαι μεγάλε !>> και τον κέρασε βότκα σκέτη . Τα τωρινά παιδιά δεν ξέρουν να πίνουν , σκέφτηκε , κι έφυγε από το μαγαζάκι αυτό . Η αυτό- εξορία του συνεχίστηκε και στα υπόλοιπα καταγώγια που πήγαινε παλιά.

 Ο φόβος επέστρεφε όταν έμπαινε στο σπίτι , όταν έπρεπε να αντικρύσει το σαλόνι του με τα πεταμένα βιβλία εδώ και κει , τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες με γνώριμες αγαπημένες φιγούρες από τη ζωή του , που είχαν πια φύγει είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο , ή είχε φύγει αυτός είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο  από τη ζωή τους . Περίεργο , σκέφτηκε , οι αναμνήσεις του είναι σε άσπρο – μαύρο , το παρόν του σε μια γκρίζα απόχρωση και το μέλλον του σκέτο μαύρο .

Θυμάται μόνο το παλτό της ήταν κόκκινο , ένα κόκκινο παλτό που τύλιγε τα πάντα , το σώμα της , τα στήθη της , την αναπνοή της , τους λυγμούς της , το άρωμά της , την καρδιά της , την καρδιά του , την καρδιά του και κάπου εκεί το παλτό έγινε πέπλο και σκέπασε τον τόπο γεμίζοντάς τον με σκέτο μαύρο .

Κάποιος του είχε πει αν τολμάς θα ζήσεις , αλλά πάει καιρός που κατάλαβε ότι ένας κανόνας ισχύει μόνο παντού , στους τολμηρούς , στους έξυπνους , στους δυνατούς , στους δειλούς , στους ύπουλους , στους εγωιστές , στους ρομαντικούς , στους πεσιμιστές , στους αισιόδοξους , στους κυνικούς , στους ρεαλιστές , στα αποβράσματα , στους αγίους , στους θεοσεβούμενους , στους άθεους , σε αυτόν : O τυχερός θα ζήσει , ο άτυχος θα πεθάνει .

Μάλλον άτυχος ήταν καθώς έβλεπε φάτσες που τον τρόμαζαν , του έκλεβαν τα βράδια , του ρούφαγαν τη ζωή , σαν ένα πλοίο που προσάραξε σε ξέρα και μένει εκεί να σαπίζει με τον καιρό , σαν έναν σκύλο που γυρίζει με τα κόκαλα να σκίζουν το δέρμα σε κάθε ανάσα και οι άνθρωποι είναι τόσο φτωχοί που δεν μένουν αποφάγια για αυτόν , που κάποια στιγμή χωρίς λόγο τον πετάνε μέσα σε ένα βρώμικο λιμάνι να ψοφήσει . Και που η τύχη είναι τόσο καλή στιγμιαία που σώζεται , αλλά μετά αποδεικνύεται ατυχία , γιατί η ζωή του λέει ζήσε πάλι στα σκατά φίλε μου καλέ .

Λέγανε κάτι σοφοί κάποτε για το ότι ο άνθρωπος έχει την μοίρα στα χέρια του  κι αυτός καθορίζει την τύχη του . Ο ένας πέθανε μετά από λίγα χρόνια από ανεύρυσμα .

Έτρωγε την σούπα του , μια ζεστή ωραία σούπα ιδανική για το χειμωνιάτικο δειλινό έξω . η μυρωδιά της τον τρέλανε , τα σάλια του παραλίγο να στάξουν , λάτρευε αυτή τη σούπα , η γυναίκα του έφερε και καθαρά κουτάλια κι εκεί που πήγε να την γευτεί , εκεί την πούτσισε για αλλού, παίρνοντας την μυρωδιά της εξαίσιας σούπας μαζί του στο ταξίδι στο τρομαχτικότερο άγνωστο των αγνώστων , σε καταπράσινα λιβάδια ή σε θερμαινόμενες κολυμπήθρες με καυτό λάδι μέσα ή ακόμα σε κάποιον αστερισμό σαν σκόνη ή σε ένα άλλο σώμα ανθρώπου ή ζώου , ή σε καμιά λίμνη με σκιές γύρω γύρω που μαζεύονται στο φρέσκο αίμα  και τον βαρκάρη που τις μεταφέρει συνέχεια . Ή απλά στο ΤΙΠΟΤΑ.

Είχε την τύχη στα χέρια του και αυτή γλίστρησε σαν ψάρι στο βυθό και χάθηκε για άλλους ωκεανούς και παράλληλους . Ο τύπος σκεφτόταν αυτά κάθε φορά που οι μορφές που τον στοιχειώνανε πλησιάζανε δίπλα του σαν φίλοι καλοί , κάθε φορά που ίδρωνε και έτρεμε φοβισμένος .Έλεγε από μέσα του , αυτό είναι το τέλος , αυτό είναι το ταξίδι , τώρα έρχεται .Την πούτσισα κι εγώ.

Αλλά η αυγή έφερνε πάντα το φως και όλα έφευγαν , διαλύονταν στο άσπρο του πρωινού , και μόνο τότε ηρεμούσε και ξάπλωνε στο κρεβάτι του για ύπνο .Δεν είχε πολλά όνειρα . Άλλωστε είχε εφιάλτες στο ξύπνιο του κι αυτό ήταν αρκετό .Η ατυχία που θα σε χτυπήσει μπορεί να είναι μοναδική , μόνη της , μία αυτούσια ή πολλές μαζί . Δεν θα είναι ποτέ μερική .

Το πεπρωμένο πέταγε γύρω του , κρεμόταν στα κάγκελα του μπαλκονιού και του έλεγε εδώ είμαι , δεν με αποφεύγεις μεγάλε . Έβαζε τα ρούχα του στο πλυντήριο να τα πλύνει , νόμιζε ότι στράγγιζε το πεπρωμένο αλλά αυτό έμενε εκεί , πάνω στα ρούχα του , πάνω στ δέρμα του , πάνω στις τρομαχτικές φάτσες που τον κυνηγούσαν .

Μεγάλος σοφός αυτός που είχε πει αδύνατη τη φυγή από το πεπρωμένο . Και θυμάται στο αμφιθέατρο είχαν ξεσηκωθεί οι πιο πολλοί και τον βρίζανε , τον λέγανε ψώνιο και παλιομοδίτη ,και πως ο άνθρωπος κρατάει τη τύχη στα χέρια του κι αυτός δεν είχε πει τίποτα , γιατί ήξερε ότι οι άνθρωποι γούσταραν την πλάνη , το ψέμα , το παραμύθι , πόσο μάλλον όταν έμοιαζε αληθινό . Γούσταραν την ψευδαίσθηση ότι έχουν παραπάνω δύναμη από όσο τους αναλογεί στον κόσμο , παραπάνω επιρροή στα γεγονότα που γίνονται στη ζωή τους και ακόμα πιο πέρα.

Και σηκώθηκε εκεί στο αμφιθέατρο εκείνο το κόκκινο παλτό με τα καστανά μαλλιά κι όλοι σώπασαν , γιατί ήταν μια ωραία γυναίκα και ήθελε να μιλήσει , γιατί τον κοίταξε με τα μάτια της και αυτός κάθισε στη θέση του μαγεμένος , γιατί στην ροή της ζωής του ήταν εκείνη η στιγμή που το άτομο αυτό έμπαινε μέσα στην πορεία αυτή , γιατί εκείνη η στιγμή είχε διαλεχτεί για να την γνωρίσει μέσα σε μια αλληλουχία από σκοτάδια ,εκρήξεις , διαστολές και συστολές , σεισμούς , φωτιές , κατακρημνίσεις , βροχές , πλημμύρες , παγετώνες , σφαγές ζώων , σφαγές ανθρώπων, μεταναστεύσεις ανθρώπων , αρρώστιες , τεχνολογίες , καταστροφές , σιωπή , εκρήξεις , διαστολές , συστολές , σκοτάδι και πάλι φως .

Τους εξήγησε πόσο υπεροπτικά ηλίθιοι είναι και πως από τη στιγμή που γεννήθηκαν στη δύση , ξαφνικά η μοίρα τους αλλάζει κατά πολύ από ένα παιδί που γεννήθηκε στην Ανατολή ή σε μια καλύβα από λάσπη στην Αφρική .Τους εξήγησε πως από τη στιγμή που γεννήθηκαν σε μια βόρεια χώρα της Ευρώπης , η ζωή τους αλλάζει κατά πολύ από έναν που γεννήθηκε στον νότο . Τους εξήγησε πως από την στιγμή που βαφτίζονται νήπια καθολικοί και λατρεύουν το Βατικανό , η ζωή τους είναι αρκετά διαφορετικοί από έναν που δηλώνει άθεος ή βαφτίζεται ορθόδοξος . Τους εξηγεί πως από τη στιγμή που οι γονείς τους είναι δικηγόροι ή ιατροί κι όχι υδραυλικοί ή χτίστες ή πλανόδιοι έμποροι , αυτόματα η μοίρα τους είναι κάπως διαφορετική . Τους εξηγεί πως από τη στιγμή που ήρθαν στον κόσμο αρτιμελείς κι όχι χωρίς κανά χέρι ή πόδι λειψό ή με κανέναν όγκο στο σώμα , αυτόματα το πεπρωμένο τους είναι διαφορετικό από άλλους . Από τη στιγμή που βλέπουν , που μιλάνε , που ακούνε , που γεύονται όλα είναι κατά πολύ καθορισμένα .Και είπε , θα μπορούσα να συνεχίσω για όλες τις ηλικίες για να δείτε πόσο η μοίρα δεν είναι στα χέρια σας και πως πολύ λίγη επιρροή έχει ο άνθρωπος σε αυτήν και πως ο παράγοντας τύχη είναι αυτός που καθορίζει τα πάντα , αυτός που πλάθει το πεπρωμένο κάθε στιγμή αν δεν είναι πλασμένο αιώνες πριν  και καταχωνιασμένο σε καμιά γέρικη βιβλιοθήκη με δερματόδετα παλιά βιβλία  στο μυαλό κανενός κατεργάρη κλέφτη .

Βαδίζουμε , είπε τελειώνοντας , σε μια ευθεία με πολύ γλιστερά βράχια και γύρω μας από παντού η αφρισμένη θάλασσα μάς χτυπά συνέχεια με κύματα άλλοτε μικρά άλλοτε μεγάλα . Περπατάμε προσεχτικά κάποιοι , άλλοι ανέμελοι , άλλοι γενναία , αλλά όλων μας τα πόδια γλιστράνε στα βράχια , όποιο βήμα κι αν κάνεις γλιστράς , και αν συνεχίζεις να περπατάς και να μην πέφτεις στη θάλασσα είναι γιατί το κατάλληλο κύμα δεν σε βρήκε ακόμα . Είναι γιατί είσαι τυχερός .

Είχανε μείνει όλοι σιωπηλοί , κάποιοι κοιτάγανε κάτω , κάποια κάτι τάχατες σημειώνανε στο χαρτί τους . Αυτός την είχε πλησιάσει και την είχε ρωτήσει αν μπορεί να του χαρίσει την παρέα της για ένα ποτό μέχρι να τον χτυπήσει το επόμενο κύμα . Χαμογέλασε , τυλίχτηκε στο κόκκινο παλτό της και βγήκανε έξω .

Οι φάτσες είναι περίεργες και τον τρομάζουν γιατί μοιάζουν να του λένε κάτι , μοιάζουν να του μιλάνε , αλλά δεν μπορεί να ξεχωρίσει τι του λένε . Τα στόματά τους ανοίγουν και κλείνουν , μα όσο κι αν προσπαθεί δεν μπορεί να τα διαβάσει . Ίσως γιατί φοβάται και αποστρέφει το βλέμμα του από αυτά .

Τα πρόσωπα άρχισαν να εμφανίζονται εδώ και 3 μήνες , μαζί με τον πόνο εκεί κάτω από το διάφραγμα στα δεξιά της κοιλιάς . Άρχισε να καπνίζει πιο πολύ , έλεγε μέσα του βροχή είναι θα περάσει , όλα θα πάνε καλά . Να ήδη τώρα ηρεμεί και τα πρόσωπα απομακρύνονται , να αποκοιμιέται ήσυχος στον καναπέ του .

Η θάλασσα χτυπάει με κύματα τα πόδια του καθώς παλεύει να κρατήσει την ισορροπία του πάνω στα βράχια που γλιστράνε . Δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν είναι μέρα ή νύχτα , μάλλον δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα , μπροστά του κι άλλοι βαδίζουν πάνω στην πέτρινη ευθεία στη μέση μιας περίεργης θάλασσας . Που οδηγεί δεν ξέρει , δεν ξεχωρίζει . Ένα κύμα χτυπάει τον τύπο που ήταν μπροστά του και τον ρίχνει στη θάλασσα , ένα ρίγος , ένα τρέμουλο τον πιάνει καθώς ο άλλος χάνεται μέσα στο νερό . Κρυώνει. Στρέφει το κεφάλι του προς τα δεξιά , ένα κύμα έρχεται καταπάνω του . Ξυπνάει από το όνειρο .

Καθώς κάνει να ανάψει τσιγάρο , αφήνει την κίνηση μετέωρη στον αέρα . Εκεί στο τζάμι απέναντί του , είναι μια από τις φάτσες που τον κυνηγούν εδώ και λίγους μήνες . Πάλι κάτι μοιάζει να του λέει . Κάνει να αποστρέψει το πρόσωπό του μα δεν το κάνει . Κοιτάζει τη σκιά στα χείλη . Κοιτάζει τη σκιά στα χείλη επίμονα καθώς παλεύει να τα διαβάσει .

 Το πρωινό χαράζει έξω σιγά σιγά , ένα σκουπιδιάρικο αρχίζει να μαζεύει τις βρωμιές από κάτω , κάποια πόρτα δίπλα στον όροφο ξεκλειδώνει , κι ένα ραδιόφωνο αρχίζει να παίζει από πάνω .

Η μέρα έρχεται καθώς ακούει τη φωνή του σιγά σιγά να λέει αυτό που διαβάζει , αυτό που πάλευε καιρό να καταλάβει από τα πρόσωπα που του στοίχειωναν τα βράδια , αυτό που λέει μόλις τώρα με τραχιά φωνή : Κύμα .


1 σχόλιο:

  1. Δυναμισμός και πλούσιο συναίσθημα καθ όλη τη διάρκεια του κειμένου!
    Ναι γλιστράμε πάνω σε βράχους μέχρι να έρθει το ΔΙΚΟ μας κύμα και τα πόδια μας στάζουν αίμα στην κάθε μας προσπάθεια που μας χαράσσει ακόμη περισσότερο, ακόμη πιο βαθιά....

    ΑπάντησηΔιαγραφή