Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Σικελικός Εσπερινός(memini)


1.
Έμεινα να κοιτάω το πρόσωπο της κοπέλας που απομακρυνόταν προς την έξοδο του μαγαζιού,πίσω από άλλα άμορφα πρόσωπα και καπνούς από τσιγάρα.Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο γύρισε και με κοίταξε.Δεν ξαφνιάστηκα.Ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι θα το έκανε αυτό.Στράφηκα στην παρέα μου και τους είπα ότι πάω έξω να πάρω λίγο αέρα.Η Ιωάννα θέλησε να έρθει μαζί μου για συντροφιά.
΄΄Όχι μωρό μου..Θα πάω μόνος μου..Ευχαριστώ..΄΄,της είπα και της έσκασα ένα φιλί στο μάγουλο.
Πήρα από το τραπεζάκι τα τσιγάρα μου και τράβηξα προς την πόρτα του μπαρ.Μόλις βγήκα έξω στο δρόμο,ένιωσα τον δροσερό αέρα του νησιού να με γεμίζει.Κοίταξα μεμιάς πέρα από την θάλασσα,στα μεγάλα μαύρα βουνά απέναντι,σε μια ύστατη προσπάθεια να βρω κάτι το λογικό μέσα σε όλα αυτά.Μέσα σε αυτά που είχαν προηγηθεί τις τελευταίες μέρες.Αλλά η νύχτα και το σκοτάδι της κάλυπταν τα πάντα σε αυτό το μικρό νησί του Οδυσσέα.Μόνο το Βαθύ έσπαγε την μονοτονία του μαύρου και το μοναδικό του μπαράκι δίπλα στο λιμάνι,στάθηκε μια όαση για μένα όλες τις μέρες αυτές.
Απόψε όμως κατάλαβα ότι δεν μπορούσα ούτε στο μέρος αυτό να κρυφτώ παρέα με καπνό και την αγαπημένη μου τεκίλα.Η μοίρα με ακολούθησε κι εδώ και η συνάντηση μαζί της έγινε επιτακτική ανάγκη.Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το πεπρωμένο,είχαν πει πολύ παλιά.Χαμογέλασα στην σκέψη αυτή και άναψα τσιγάρο.
Απέναντι στα αριστερά καθόταν πάνω σε ένα παγκάκι δίπλα στο μόλο η ξανθιά κοπέλα που είδα στο μπαρ αλλά και αλλού σε αυτό το νησί.Καθόταν εκεί και με κοίταζε.Με περίμενε.Πέταξα το τσιγάρο και άρχισα να βαδίζω προς το μέρος της.Η καρδιά μου χτύπαγε πολύ δυνατά και ένιωθα το αίμα να σφυρίζει στα μελίγγια μου.
Λίγο πριν φτάσω κοντά της,τα πάντα είχαν εξαφανιστεί γύρω μου.Δεν υπήρχε ούτε Βαθύ,ούτε Ιθάκη,ούτε δρόμοι και φωτισμένα σπιτάκια,ούτε τίποτα.Μόνο ένα τείχος ομίχλης γύρω,που μας έκλεινε μέσα του εμάς τους δύο.Και κάπου στο βάθος της σκέψης,κάπου πέρα μακριά στην εσχατιά της συνείδησης,ακουγόταν ο ήχος της θάλασσας…

****
2.
Λίγες μέρες πριν καθόμουν σε μια μικρή παραλία με βότσαλα κάπου στην περιοχή του Σταυρού.Ο ήλιος χτύπαγε με μανία κι όμως ήμουν ο μόνος που καθόταν εκτός της σκιάς της ομπρέλας.Οι υπόλοιποι της παρέας ήταν αρκετά ανοιχτόχρωμοι για να μείνουν εκτεθειμένοι στον ήλιο,ενώ εγώ αντιθέτως ήμουν μαύρος σαν Άραβας όπως χαρακτηριστικά είχε πει η Ιωάννα γελώντας.Η μπλούζα τυλιγμένη με περίτεχνο τρόπο γύρω από το κεφάλι μου,ενίσχυε αυτή την εικόνα.
Κάποια στιγμή σηκώθηκαν όλοι να πάνε για μπάνιο αλλά εγώ δεν είχα όρεξη.Μάταια με τραβούσε η κοπέλα μου.Δεν ξέρω,αλλά δεν ήθελα.Ήταν και αυτό το ανεξήγητο μίσος,αυτή η απέχθεια που ένιωθα από παλιά για τις παραλίες με τα βότσαλα.Έμενα έτσι στην ξαπλώστρα μου να παρατηρώ τους άλλους να χαζοπαίζουν μέσα στην θάλασσα.Κι έτσι σε αυτή την φάση πρέπει να ψιλοαποκοιμήθηκα για λίγο.
Ξύπνησα όταν ένιωσα κάτι κρύο να τρέχει στο πρόσωπό μου.Η Ιωάννα με πείραζε αφήνοντας τα βρεγμένα μαλλιά της να στάζουν πάνω μου.Νευρίασα αλλά κρατήθηκα κι αποφάσισα να μην ξεσπάσω.
΄΄Ροχάλιζες βλάκα!Ροχάλιζες μπροστά σε όλη την παραλία!’’,είπε γελώντας και η φίλη της η Ζωή συμφώνησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της.
Γύρισα την πλάτη μου σε αυτές κι έμεινα να σκέφτομαι το όνειρο που είχα δει λίγο πριν με ξυπνήσει η άλλη με τα νερά της.Δεν μπορούσα να θυμηθώ κάτι συγκεκριμένο παρά μόνο το αίσθημα λύπης και ταραχής μαζί,που με είχε πιάσει στο όνειρο αυτό.Και μια εικόνα που συνεχώς σκάλωνε στο μυαλό μου.Μια περίεργη εικόνα.
Αίμα πάνω σε άσπρα βότσαλα,σκέφτηκα.
΄΄Τι είπες?’’,με ρώτησε η Ιωάννα που ήταν δίπλα μου και διάβαζε ένα περιοδικό.
΄΄Τι είπα?’’,την ρώτησα κι εγώ,απότομα βγαλμένος από τις σκέψεις μου.
΄΄Είπες κάτι για αίμα..’’,ξαναείπε η Ιωάννα κάπως ανήσυχη.
΄΄Μπα τίποτα σημαντικό..’’,αποκρίθηκα εγώ,καταλαβαίνοντας ότι είχα πει φωναχτά τις σκέψεις μου.Και πριν προλάβει να συνεχίσει τις ερωτήσεις της,σηκώθηκα και τράβηξα προς την θάλασσα.Ναι μισώ τα βότσαλα αλλά αγαπώ το νερό.Και τώρα είχα ανάγκη από μια καλή βουτιά μέσα του.


3.
Eπιπλέω στο νερό και νιώθω το σώμα μου πιο ελαφρύ από ποτέ.Οι ανάσες σταθερές και βαθιές διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι που νιώθω σχεδόν άυλος έτσι ξαπλωμένος καθώς είμαι στην επιφάνεια της θάλασσας.Μόνο αυτή η δύναμη υπάρχει που τραβάει ό,τι έχει απομείνει από μένα παράλληλα προς τον ουρανό.Τραβάει το είναι σε μια κατεύθυνση άγνωστη κι όμως δεν υπάρχει καμία αντίσταση από μένα.Είναι αυτή η μαγεία της έλξης που σε αιχμαλωτίζει.Κι όμως από κάτω παραμονεύει σιωπηλός ο σκοτεινός βυθός.Και μαζί του μια άλλη δύναμη,μια ισχυρότερη δύναμη που μπορεί ανά πάσα στιγμή να σε τραβήξει προς τα κάτω.Προς το σκοτάδι.Όσο ανασαίνεις αντιστέκεσαι.Όσο ανασαίνεις επιπλέεις.
Βγήκα έξω και πήγα προς την ομπρέλα μας να σκουπιστώ.Καθώς σκουπιζόμουν με την πετσέτα είδα ένα χαρτάκι που είχε κολλήσει στο πίσω μέρος της δεξιάς μου κνήμης.Το έβγαλα και το κοίταξα από κοντά.Ήταν ένα αεροπορικό εισιτήριο.Μάλλον καλύτερα,τμήμα από ένα αεροπορικό εισιτήριο.Ο τύπος λεγόταν Mr Βathborn και είχε αναχωρήσει από το Γκάτγουικ για Κεφαλονιά λίγες μέρες πριν.Μη καπνιστής.
Γαμημένοι Άγγλοι πετάνε τις μαλακίες τους μέσα στην θάλασσα,σκέφτηκα και πέταξα το εισιτήριο σε ένα κάδο για σκουπίδια λίγο πιο πέρα.
Κοίταξα τον Γιάννη και μετά τις κοπέλες.
΄΄Πάμε?Άρχισα να πεινάω…’’,τους είπα κάπως κακόκεφος.
Ο κολλητός μου γέλασε.Το ίδιο και οι άλλοι…
****
Το ίδιο βράδυ,αφού έκανα έρωτα με την Ιωάννα,σηκώθηκα ιδρωμένος και άνοιξα τα παραθυρόφυλλα που έβλεπαν από το σπίτι κάτω στο λιμάνι και στο Βαθύ.Η ανοιχτή πόρτα του δωματίου σε συνδυασμό με το ανοιχτό μεγάλο παράθυρο δημιούργησε ένα απίστευτο ρεύμα από δροσερό αεράκι.Έμεινα εκεί τελείως γυμνός να παρατηρώ την θέα μπροστά μου.Η Ιωάννα ήρθε σιγά από πίσω μου και με αγκάλιασε.
΄΄Δεν είναι φανταστικά?’’,μου ψιθύρισε στο αυτί.
΄΄Ναι …’’της αποκρίθηκα κάπως αφηρημένος.
Μετά όμως το βλέμμα μου πήγε πέρα από το λιμάνι και την θάλασσα,πέρα από τα μικρά καΐκια και στάθηκε στην απέναντι πλευρά του κόλπου.Εκεί στις βάσεις του πελώριου βουνού που δέσποζε επιβλητικό πάνω από την πρωτεύουσα του νησιού.Κοίταξα πάλι προς το μαύρο περίγραμμα της κορυφής του.
Η Ιωάννα κοίταξε κι αυτή προς τα κει και μου είπε:
΄΄Εκεί είναι η μονή των Καθαρών.Δεν φαίνεται καθαρά από δω.Μόνο το ψηλό καμπαναριό της μπορείς να δεις.Εκεί θα πάμε αύριο μωρό μου.’’,μου είπε κάπως χαρούμενη.
Πριν ακόμα πατήσω στο νησί είχα ακούσει για την μονή αυτή.Εντελώς τυχαία βέβαια.Την είχε αναφέρει ένας τύπος σε μια κοινή παρέα πριν ένα μήνα περίπου.Δεν είχε πει και πολλά πέρα από την θαυματουργή της εικόνα και τον πίνακα που φημολογείται ότι άνηκε στον Θεοτοκόπουλο.Αλλά μόλις ανέφερε την μονή αυτή ένιωσα κάτι περίεργο μέσα μου.Μια αδιόρατη ανησυχία όπως και τώρα με το όνειρο.Η μονή των Καθαρών από τότε καρφώθηκε μες στο μυαλό μου και δεν έλεγε να βγει.Κι όταν ήρθα στην Ιθάκη είχα φαγωθεί να την επισκεφτούμε.Μου ασκούσε μια παράξενη έλξη και ανήμπορος οδηγιόμουν προς τα κει.
΄΄Αυτό το μέρος με τρομάζει.Αυτό το νησί με τρομάζει’’,είπα ξαφνικά στην Ιωάννα που εξακολουθούσε να με έχει αγκαλιά.
΄΄Τι εννοείς?’’,με ρώτησε αυτή και στάθηκε μπρος μου κοιτώντας με στα μάτια.
΄΄Δεν ξέρω.Απλά με τρομάζει..’’,της είπα ψυχρά έχοντας ακόμα τα μάτια μου καρφωμένα απέναντι.
Αυτή ήρθε μπροστά μου και με παρατήρησε λιγάκι.
΄΄Είσαι περίεργος ώρες ώρες…’’,μου είπε σκεφτική και μετά συνέχισε
΄΄Αλλά μου αρέσει πολύ αυτό…’’.
Έπειτα άρχισε να με φιλά στον λαιμό και σιγά σιγά να πηγαίνει με την γλώσσα της προς τα κάτω.Έκλεισα ανακουφισμένος τα μάτια μου κι άρχισα να της χαιδεύω τα μαλλιά την στιγμή που με έπαιρνε μέσα στο στόμα της.Για λίγη ώρα η ανησυχία είχε χαθεί…


4.
Την επόμενη μέρα,λίγο πριν δύσει ο ήλιος,ξεκινήσαμε για την μονή των Καθαρών.Χρειάστηκε να περάσουμε πολλές στροφές προκειμένου να ανεβούμε στην κορυφή του βουνού.Όση ώρα ανεβαίναμε τόσο πιο πολύ με κυρίευε το αίσθημα της ανησυχίας.Σ’αυτό βοήθησε και η ζάλη που με έπιανε κοιτώντας την θέα κάτω από ψηλά.Με είχε πιάσει πάλι υψοφοβία και προσπάθησα να στρέψω το πρόσωπό μου στο βιβλίο που είχα αφήσει ανοιχτό στα πόδια μου.Πάλι καλά που οδηγούσε ο Γιάννης.
H μονή ήταν κτισμένη στην ανατολική πλευρά της κορυφής και το ψηλό καμπαναριό καμιά 30αρια μέτρα πιο δυτικά έξω από τα τείχη της μονής.Από το καμπαναριό φαινόταν από κάτω όλο το Βαθύ και γενικά όλος ο κόλπος και πιο πέρα τα αχνά βουνά της ενδοχώρας.Ανέβηκα όλα τα σκαλιά μέχρι πάνω στο καμπαναριό και κοίταξα την θέα που σαν όμορφος πίνακας ξετυλίχθηκε μπροστά μου.Ο αέρας ήταν δυνατός αλλά δεν με πείραζε.Ούτε και η υψοφοβία με ενοχλούσε πια.Λες και όλα είχαν φύγει μπροστά σε μια ήρεμη καρτερία ενός γεγονότος που ασυνείδητα η ψυχή μου ήταν αποφασισμένη να αντιμετωπίσει.
Αφού βγάλαμε όλες τις φωτογραφίες εκεί στο καμπαναριό,κινήσαμε για το μοναστήρι.Η πύλη ήταν πέτρινη και σαν μικρή καμάρα και οδηγούσε σε έναν κήπο με ελιές και θάμνους.Που και που ήταν φυτρωμένες και τριανταφυλλιές κόκκινες ή άσπρες.Μύριζε πρόσφατα ποτισμένο χώμα και απλωνόταν μια ησυχία μέσα στα τείχη,λες και δεν υπήρχε έξω ο αέρας που έγδερνε την κορυφή.
Σε μια γωνιά του κήπου ήταν ένας μοναχός ο οποίος με ένα μικρό φτυάρι έριχνε χώμα γύρω από μια τριανταφυλλιά.Οι κινήσεις του ήταν αργές και μεθοδικές με μια απίστευτη πραότητα που με εξέπληξε.Γύρισε το κεφάλι του και μας κοίταξε.Μας χαιρέτησε και ευγενικά έδειξε προς μια καρέκλα δίπλα στην πύλη.Έπειτα ατάραχος συνέχισε την προηγούμενη δουλειά του.
Η Ιωάννα πήγε προς τα κει που έδειξε ο μοναχός και γύρισε κρατώντας δύο μακριές μαύρες φούστες.
΄΄Δεν επιτρέπεται να μπούμε στην μονή με σορτσάκια και φούστες.’’,είπε προς την Ζωή και γέλασε ειρωνικά.
΄΄Εγώ πάντως δεν το φοράω αυτό!’’,είπε η Ζωή δείχνοντας την φούστα.
΄΄Καλά πάμε έξω εμείς και σας περιμένουμε οκ?Μην αργήσετε!’’,είπε η Ιωάννα φεύγοντας προς την έξοδο με την Ζωή,φανερά εκνευρισμένες.
Προχωρήσαμε με τον φίλο μου σε κάτι σκαλάκια στο τέλος του κήπου,απέναντι από την είσοδο της μονής.Ανεβήκαμε σε άλλο επίπεδο γης που μετά από λίγα μέτρα οδηγούσε στην κεντρική εκκλησία της μονής.Μπροστά από την πόρτα της εκκλησίας ήταν ένας μεγάλος πλάτανος και από κάτω του ένα ζευγάρι ξένων με 2 μεγάλα παιδιά στην ηλικία μου.Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.Ένας ντόπιος ξεναγός τούς εξηγούσε στα αγγλικά για την ιστορία της μονής.
Ο Γιάννης μπήκε στην εκκλησίτσα αλλά εγώ έμεινα να κοιτάζω το ξανθό κορίτσι που χάζευε ασυνήθιστα μαγεμένο τον πλάτανο.Ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να με λούζει καθώς το αίμα άρχιζε να σφυρίζει στον κρόταφό μου.Έκανα να κινηθώ αλλά το σώμα μου δεν υπάκουε σε καμιά εντολή.Το κορίτσι αυτό,τα μάτια του τα γκριζοπράσινα,τα μάτια της,κάτι μου θύμιζαν.
Ο αέρας έγινε βαρύς και κάθε αναπνοή μια επίπονη προσπάθεια να θυμηθείς.Ο χώρος γύρω μου απόκτησε άλλο χρώμα ξαφνικά,άλλη μορφή.Τα πάντα φαίνονταν ίδια κι όμως άλλαζαν διαρκώς.Και υπήρχε αυτή η αίσθηση ότι όλα εδώ μου έμοιαζαν τόσο οικεία,τόσο γνώριμα.Το μοναστήρι,η εκκλησίτσα,ο πλάτανος,το κορίτσι.Το κορίτσι..
Το χέρι του Γιάννη που με ακούμπησε στον ώμο,με έβγαλε από τις σκέψεις μου και από την ασφυξία της στιγμής.
΄΄Είσαι καλά?’’,με ρώτησε ανήσυχος.
Του έγνεψα ναι με το κεφάλι και μπήκα στην εκκλησία.Λίγο πριν μπω πρόσεξα ότι το κορίτσι με κοίταγε το ίδιο παράξενα που την είχα κοιτάξει κι εγώ πριν.
Ο μοναχός που ήταν μέσα στην εκκλησία μάς πληροφόρησε ότι η εικόνα του Θεοτοκόπουλου ήταν στην χώρα σε μια άλλη εκκλησία αλλά μας έδειξε την εικόνα με την κοίμηση της Θεοτόκου με τα αμέτρητα τάματα πάνω της,και βάλθηκε να μας εξηγεί πόσο θαυματουργή ήταν.
΄΄Η μονή πότε κτίστηκε?’’,τον ρώτησε κάπως απότομα σε μια φάση.
΄΄Στα μέσα του 13ου αιώνα’’,μου απάντησε ήρεμα.
Και μετά άρχισε να λέει πόσο δραστήρια και γεμάτη ήταν η ζωή εδώ τα παλιά χρόνια ενώ τώρα το μοναστήρι έχει αδειάσει και έχουν απομείνει μόνο 2 καλόγεροι εκ των οποίων μόνο ένας μένει και τον χειμώνα εδώ πάνω.Βγήκα έξω.
Η οικογένεια των ξένων ήταν ακόμα εκεί και τράβαγε φωτογραφίες.Κάποια στιγμή ο ξεναγός φώναξε προς τον μεσήλικα άντρα δείχνοντάς του ότι πρέπει να φύγουν:
“Mr Bathborn is time to leave!’’
Ναι σάστισα όταν άκουσα το όνομα αυτό.Θυμήθηκα το χαρτάκι στην θάλασσα και κατάλαβα ότι ήταν το ίδιο όνομα.Η σύμπτωση αυτή με τρόμαξε.Καταλάβαινα πια ότι κάποιο παιχνίδι μού έπαιζε η μοίρα και ότι εγώ ακολουθούσα τα καπρίτσια της δίχως να μπορώ να αντιδράσω.Μονάχα μπορούσα να ελπίζω σε ένα καλό τέλος.
Το κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά έκανε μια κίνηση ότι ήθελε να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί λίγο πριν φύγουνε.Πράγματι δεν φαινόταν να είναι καλά και το πρόσωπό της ήταν κατάχλωμο.Την καθίσανε σε ένα παγκάκι.
Η μητέρα της την ρώταγε συνεχώς τι έχει και τι αισθάνεται και της έριχνε λίγο νερό στο μέτωπο. Αλλά το κορίτσι φαινόταν στον κόσμο του.Σε μια στιγμή έκλεισε τα μάτια της και φάνηκε να λιποθυμά.Η μητέρα της έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή και ο πατέρας της την έπιασε από τους ώμους κι άρχισε να της φωνάζει και να την ταρακουνά.Πήγα γρήγορα προς τα κει και τους φώναξα ότι είμαι γιατρός.Αυτοί έμειναν κάπως σαστισμένοι με την ξαφνική μου παρουσία αλλά έκαναν στην άκρη.Γρήγορα διαπίστωσα ότι η κοπέλα απλά είχε χάσει τις αισθήσεις της καθώς ανέπνεε ακόμα και είχε σφυγμό.Την ξάπλωσα απαλά στο παγκάκι και της σήκωσα ελαφρά τα πόδια για να πάει αίμα στο κεφάλι της.Παράλληλα ο πατέρας της τής έκανε αέρα.Ζήτησα μια πετσέτα μικρή και ο μοναχός που είχε βγει από την εκκλησία έτρεξε και μου έφερε.Έβρεξα την πετσέτα με νερό και της έσταξα κάμποσο στο στόμα και μετά της έβρεξα λίγο το πρόσωπο.Άρχισε να συνέρχεται και η μητέρα της έβγαλε μια φωνή ανακούφισης.Ρώτησα τους γονείς αν είχε χτυπήσει το κεφάλι της κάπου τις προηγούμενες μέρες.Αυτοί με διαβεβαίωσαν πως δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο.Φαίνεται η ζέστη είχε πειράξει την κοπέλα.Στράφηκα πάλι σε αυτήν.
Το κορίτσι άνοιξε τα όμορφα μάτια του και με κοίταξε κατευθείαν μέσα στην ψυχή μου.Ένιωσα πάλι να παραλύω και σίγουρα δεν ήταν επειδή μια όμορφη κοπέλα με κοίταζε έτσι.Όχι,αυτό ήταν κάτι τελείως διαφορετικό.
Πριν προλάβω να της πω κάτι,αυτή είπε με σβηστή φωνή:
“Memini…’’
Kαι αμέσως γύρισε στους γονείς της και είπε στα αγγλικά ότι θέλει να φύγει γιατί ήταν πολύ κουρασμένη.Η οικογένεια έφυγε αμέσως με τους γονείς να με ευχαριστούν άλλη μια φορά.
Ο Γιάννης ήρθε για να με συγχαρεί που ΄΄έσωσα’’ αυτό το ωραίο γκομενάκι,όπως είπε γελώντας.Δεν τον πρόσεξα και απλά κάθισα στο παγκάκι.Τι σήμαινε το memini?
Σίγουρα δεν ήταν αγγλικά.Για λατινικά μου έκανε.
Δεν συνέχισα τον συλλογισμό μου γιατί η καμπάνα άρχισε να χτυπάει.Είχε ήδη αρχίσει να χαμηλώνει το φως του ήλιου.Ο πρώτος μοναχός που είχαμε δει στον κήπο μάς πλησίασε και μας ρώτησε αν θέλουμε να μείνουμε για τον εσπερινό.Καθώς περίμενε την απάντησή μας,ο κόσμος γύρω μου άρχισε να σκοτεινιάζει απότομα γρήγορα και όλες οι μορφές άρχισαν να χάνονται στο μαύρο.Χανόμουν στο κενό και μαζί με την πτώση μου αυτή δεκάδες καμπάνες άρχισαν να ουρλιάζουν με ξέφρενο ρυθμό.Ούρλιαξα αλλά καμία κραυγή δεν βγήκε από το στόμα μου.Το πεπρωμένο και η ανάμνησή του με είχαν επιτέλους συναντήσει…

****

5.

Άνοιξα τα μάτια μου και πετάχτηκα απότομα πάνω από το κρεβάτι μου.Ο ήχος από τις καμπάνες που χτυπάγανε μανιωδώς έξω με είχε ξυπνήσει.Σηκώθηκα κι άρχισα να ντύνομαι γρήγορα.Στην αρχή πήγα να βάλω την στολή μου αλλά κάτι μέσα μου μού είπε πως ήταν πιο φρόνιμο να φορέσω κανονικά ρούχα.Το σπαθί όμως το πήρα μαζί μου.
Βγαίνοντας στον δρόμο κατάλαβα ότι κάτι πολύ άσχημο γινόταν στην πόλη του Παλέρμο.Άκουγα κραυγές οργής και πόνου αλλά έβλεπα και καπνούς από φωτιά να ξεπροβάλλουν πάνω από διάφορες συνοικίες.Στο δρομάκι που ήταν το σπίτι μου οι άνθρωποι έτρεχαν από δω κι από κει τρομαγμένοι.Κάποιοι αιμορραγούσαν καθώς τα ρούχα τους ήταν γεμάτα αίματα.
Μια γριά με πλησίασε κλαίγοντας και μου είπε ότι οι Ιταλοί είχαν επαναστατήσει και ότι σκότωναν όποιον Γάλλο έβρισκαν μπροστά τους.Κατάλαβα τι είχε γίνει και η καρδιά μου σφίχτηκε.Η επανάστασή τους είχε ξεκινήσει αλλά πολύ πιο νωρίς απ’ότι την περιμέναμε.Έσφιξα την λαβή του σπαθιού μου και σκέφτηκα να πάω στο αρχηγείο να βρω τον λόχο μου.Αλλά εκείνη την στιγμή η εικόνα της Ιουλίας ήρθε στο μυαλό μου.Μήπως κινδύνευε κι αυτή?Γρήγορα όμως έδιωξα την σκέψη αυτή αφού γνώριζα ότι το μίσος των ντόπιων ήταν στραμμένο μόνο προς τα εμάς.Και επιπλέον λίγοι πολύ λίγοι ήξεραν για την σχέση μας.
Αποφάσισα λοιπόν να φύγω από την γαλλική συνοικία που έμενα και να πάω προς το αρχηγείο μας για να δω τι θα κάνω.Από κει θα έστελνα γράμμα στην Ιουλία για να κανονίσουμε συνάντηση προκειμένου να δούμε τις επόμενες κινήσεις μας.Υπήρχε πάντα αυτός ο Σικελός καπετάνιος που είχα σώσει κάποτε από κάτι ληστές και ο οποίος μου χρώσταγε χάρη.Και πριν λίγες μέρες μού είχε μηνύσει ότι βρισκόταν πάλι στο λιμάνι.Θα μπορούσαμε να το σκάσουμε με το πλοίο του σε περίπτωση που η κατάσταση γινόταν μη αναστρέψιμη.
Έδιωξα όμως αμέσως την σκέψη αυτή και έτρεξα προς την Γαλλική Φρουρά.
Στην πορεία μου προς τα κει έπρεπε να αποφύγω πολλές φορές ομάδες από εξαγριωμένος ντόπιους από τον φόβο μήπως με αναγνωρίσουν.Επιπλέον η θέα των νεκρών συμπατριωτών μου με έκανε να δακρύζω από πόνο.Μέσα σ αυτά τα πτώματα γνώρισα και αρκετούς άντρες από τον λόχο μου…
Το κτίριο όπου στεγάζονταν το αρχηγείο είχε καεί ενώ στην είσοδό του είχαν στηθεί τρία παλούκια με τα κεφάλια τριών ανώτατων αξιωματικών.Οι καμπάνες συνέχιζαν να χτυπάνε λυσσασμένα σε έναν φρικιαστικό εσπερινό που δεν έλεγε να τελειώσει.Τα πάντα είχαν χαθεί.Μας είχαν νικήσει.
Όμως η αγαπημένη μου Ιουλία πρέπει να ζούσε ακόμα.Την σκέφτηκα να περπατάει μέσα στον μεγάλο κήπο της με τα υπέροχα μακριά ξανθά μαλλιά της να πέφτουν στους άσπρους ώμους της.Να διαβάζει κάποια από τα βιβλία της με κείνα τα μάτια που με είχαν από την αρχή κατακτήσει ολοκληρωτικά.Ένιωσα ήρεμος και ήξερα τι έπρεπε να κάνω.Δεν υπήρχε περίπτωση να επιδιώξω συνάντηση μαζί της γιατί έτσι θα έβαζα σε κίνδυνο την ζωή της.Όχι,θα έφευγα απόψε κιόλας αλλά θα της άφηνα ένα γράμμα ότι είμαι καλά και να μην ανησυχεί.
Έστειλα ένα γράμμα με έναν μικρό αφού πρώτα του έδωσα δύο χρυσά και τον έβαλα να ορκιστεί 3 φορές ότι θα παρέδιδε το γράμμα στην δεσποινίδα Ιουλία στην βίλα των Μικέλε στα προάστεια του Παλέρμο.Φίλησα το γράμμα πριν το αφήσω στα χέρια του και γύρισα αμέσως το κεφάλι αλλού για να κρύψω τα δάκρυά μου.Ο μικρός χάθηκε τρέχοντας στα σοκάκια.Την ίδια ώρα η σφαγή συνεχιζόταν σε όλη την πόλη αλλά και εκτός αυτής.Και ο θάνατος άρχισε να αγκαλιάζει όλο το νησί..
Η κραυγή ΄΄Θάνατος στους Γάλλους!’’ ακουγόταν παντού και ξεκίνησα γρήγορα προς το λιμάνι.Το πλοίο Άγιος Λίνος ήταν αγκυροβολημένο εκεί.Πιο δίπλα 2 καράβια του βασιλιά Καρόλου του Ανζού είχαν ήδη πάρει φωτιά.Σύρθηκα μες στο μαζεμένο πλήθος που φώναζε εκστατικό διάφορα απελευθερωτικά συνθήματα.Σύρθηκα μέχρι το πλοίο του παλιού μου φίλου.
΄΄Φώναξε τον καπετάνιο σου!!Είναι ανάγκη!Τον ζητάει ο Ιωσήφ Ματιέ πες του!’’,είπα φωνάζοντας προς τον ναύτη που φύλαγε σκοπιά στην είσοδο του πλοίου.Εκείνος δεν με άκουσε λόγω της φασαρίας του πλοίου κι έτσι αναγκάστηκα να του πω πάλι τα ίδια.Τελικά κατάλαβε τι ήθελα και πήγε προς το κατάστρωμα.Σε λίγο γύρισε μαζί με τον καπετάνιο του,ο οποίος όταν με αναγνώρισε με άφησε αμέσως να περάσω.Ο παλιόφιλος ο Σαλβατόρε με θυμόταν και κράτησε τον λόγο του.Θα φεύγαμε σε μία ώρα γιατί υπήρχε κίνδυνος οι επαναστάτες να αρχίσουν να ψάχνουν και τα ιταλικά πλοία.
Έμεινα λοιπόν στο κατάστρωμα και με καλυμμένο το κεφάλι μου με μαύρη κουκούλα παρατηρούσα το έξαλλο πλήθος.Δες πως αυτό το Πάσχα βάφτηκε κόκκινο,σκέφτηκα.Δες που τελικά έσφαξαν εμάς σαν αρνιά.Όμως η καρδιά μου ήταν γαλήνια γιατί ένιωθα ότι η αγαπημένη μου ζούσε και βρίσκονταν μακριά από αυτά.Και τι δεν θα έδινα για να την ξαναέβλεπα,έστω και για λίγο,αλλά ήξερα πως μακριά μου ήταν πιο ασφαλής…
Μα η μοίρα είναι σκληρή και παίζει μαζί μας άσχημα παιχνίδια.Και σαν κάποιος παράφωνας θεός να άκουσε την πρώτη φράση της ευχής μου και βάλθηκε να την εκπληρώσει με τον πιο απαίσιο τρόπο.
Γιατί λίγο πριν φύγει το πλοίο για το βασίλειο της Αχαίας που άνηκε στον βασιλιά μου κι όπου θα έβρισκα καταφύγιο προσωρινά, είδα μια γυναικεία μορφή που ήρθε γρήγορα πάνω σε ένα άσπρο άλογο και σταμάτησε μπροστά στο καράβι.Η μορφή αυτή δεν ήταν άλλη από της Ιουλίας που ξεπέζεψε κι άρχισε να φωνάζει κάνοντας νοήματα προς το κατάστρωμα.Έμεινα έκπληκτος που είχε καταφέρει να με βρει και έτρεξα στον Σαλβατόρε φωνάζοντάς του να ρίξει αμέσως την σκάλα.Αυτός όταν κατάλαβε τι είχε γίνει διέταξε να πέσει η σκάλα πάλι στο λιμάνι.
Αμέσως κατέβηκα και πήγα προς την γλυκιά μου Ιουλία παίρνοντάς την στην αγκαλιά μου.Εκείνη ξέσπασε σε κλάματα και μου φώναξε να φύγουμε αμέσως γιατί οι δικοί της την κυνηγούσαν.Πιάνοντάς την σφιχτά από το χέρι και σπρώχνοντας το πλήθος για να ανοίξω δρόμο έφτασα κοντά στο πλοίο.Αλλά τότε,ενώ μέχρι εκείνη την στιγμή ένιωθα το χέρι της ζωντανό και σφιχτό μέσα στο δικό μου,τότε το ένιωσα να χαλαρώνει απότομα.Γύρισα και την είδα να αιμορραγεί πάνω από το δεξί στήθος της.Αυτή με κοίταξε λίγο θλιμμένα πριν χάσει τις αισθήσεις της και πέσει πάνω μου ξεψυχισμένα.
Θυμάμαι την καρδιά μου να σταματάει.Για λίγο έχασα τον κόσμο γύρω μου.Ο ήχος από τις τρελές καμπάνες έπαψε να υπάρχει ενώ το πλήθος,τα πρόσωπα,όλα πάγωσαν σε μια γυάλινη ακινησία.Μόνο τα μάτια μου κινήθηκαν αργά ψάχνοντας την υπογραφή σε αυτό τον άθλιο πίνακα μπροστά μου.Βρήκα την υπογραφή στο πρόσωπου του απαίσιου ξάδερφου της Ιουλίας όπου στεκόταν λίγα μέτρα πιο πίσω της χαμογελώντας μου με κακία και ανώμαλη ικανοποίηση.Και τότε οι χτύποι της καρδιάς μου άρχισαν να ζωντανεύουν και πάλι.Και καθεμία ξεψυχισμένη ανάσα της Ιουλίας στο λαιμό μου τούς πολλαπλασίαζε κι εκείνοι δεν γέμιζαν το σώμα μου με αίμα αλλά με οργή.Κινήθηκα προς τον δολοφόνο.
Οι κινήσεις μου μέχρι να του μπήξω το σπαθί στον λαιμό μού φάνηκαν πολύ αργές,υπερβολικά αργές.Αλλά όπως μου είπε και ο Σαλβατόρε αργότερα ήμουν γρήγορος σαν τον αέρα ενώ ακατανόητα ουρλιαχτά έβγαιναν από το στόμα μου.
Καθώς ένιωθα την χαρά από το αίμα του δολοφόνου που πιτσίλαγε τα ρούχα μου και το πρόσωπό μου,ένιωσα κάποια γερά χέρια να με αρπάζουν και να με τραβούν προς τα πίσω,ενώ η Ιουλία είχε ήδη χαθεί από τα μάτια μου.Λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου κοίταξα προς το γεμάτο φεγγάρι στον ουρανό.Έμοιαζε τόσο κόκκινο,σκέφτηκα.
Ήταν Μάρτιος του σωτήριου έτους 1282 μετά την Γέννηση Του Χριστού μας..
****


6.
΄΄Χαχα!Φαίνεται πως τώρα έσωσα εγώ εσένα!’’,έλεγε ο Γιάννης καθώς έσκυβε από πάνω μου και μου έριχνε μικρά χαστούκια στο πρόσωπο για να συνέλθω.
Είχα λιποθυμήσει φαίνεται στο σημείο που η κοπέλα πριν είχε κι αυτή χάσει τις αισθήσεις της.
΄΄Τι στο καλό πάθατε όλοι σήμερα και λιποθυμάτε?Τόσο πολύ σας πείραξε ο ήλιος?’’,είπε ο φίλος μου αστειευόμενος.
Σηκώθηκα από το παγκάκι και έπιασα το κεφάλι μου που με πονούσε.Μια ζάλη ακόμα με διακατείχε και δυσκολευόμουν να σηκωθώ.Τελικά τα κατάφερα και αφού αποχαιρέτησα τους μοναχούς,τράβηξα με τον Γιάννη για το αμάξι.
΄΄Οι γκόμενες θα έχουν νευριάσει άγρια με μας έξω.Αργήσαμε..’’,μου είπε ο κολλητός μου και απάντησα με ένα απλό ΄΄ναι’’.
Σκεφτόμουν το περίεργο κι όμως τόσο ζωντανό όνειρο που είχα δει όση ώρα ήμουν αναίσθητος.Σκεφτόμουν επίσης πόσο πολύ έμοιαζε η ξένη κοπέλα που είδα εδώ με αυτή του ονείρου.Η λογική μου απέρριπτε όλα αυτά σαν υπέρμετρη φαντασία του μυαλού και τίποτα άλλο,αλλά βαθιά μέσα μου άρχιζα να καταλαβαίνω τελικά το συσχετισμό όλων των γεγονότων.Υποσυνείδητα αναγνώριζα με φρίκη μια παλιά πραγματικότητα,μια παλιά ζωή,που η μοίρα και οι συγκυρίες με μεγάλη δόση μαύρου χιούμορ είχαν παρουσιάσει μπροστά μου με περίτεχνο τρόπο.Όσο με γοήτευε αυτή η αποκάλυψη άλλο τόσο με τρόμαζε γιατί κουβαλούσε μαζί της τον πόνο και την ένταση άλλης εποχής κάτι που δεν θα ήθελα να ρημάξει το παρόν μου.Αρκετά προβλήματα είχα και τώρα…
Αποφάσισα να μην πω τίποτα στα παιδιά για το ΄΄όνειρο αυτό’’ και παρακάλεσα τον Γιάννη να μην αναφέρει τίποτα και για τις λιποθυμίες μιας και δεν είχα όρεξη να με ζαλίσουν στις ερωτήσεις οι κοπέλες.
Στην πύλη περίμενε η Ιωάννα κάνοντας νευρικά ένα τσιγάρο. Μόλις μας είδε το πέταξε και το έσβησε πατώντας το.
΄΄Καλά τι κάνατε τόση ώρα??Περιμέναμε σαν τους μαλάκες εδώ έξω!’’,είπε κοιτάζοντάς με θυμωμένα.
Ο Γιάννης γύρισε το κεφάλι του προς τα μένα και χαμογέλασε πριν απαντήσει:
΄΄Έλα Ιωάννα !Αφού τον ξέρεις τον Ηλία.Ώρες ώρες τον πιάνουν τα αυτιστικά και δεν λέει να ξεκολλήσει από κάτι.’’
΄΄Δηλαδή τώρα με τι είχε κολλήσει?’’,συνέχισε αυτή δύσπιστη.
΄΄Με την Κοίμηση της Θεοτόκου’’,απάντησα κακόκεφος και μπήκα στο αμάξι.
Η Ιωάννα κατάλαβε ότι αν το συνέχιζε θα ξέσπαγα σε φωνές και έτσι το σταμάτησε.
Σε λίγη ώρα ήμασταν πάλι στο σπίτι στο Βαθύ.


7.
Το ίδιο βράδυ ο Γιάννης ήρθε στην βεράντα και κάθισε δίπλα μου που κάπνιζα.
Γύρισα και κοίταξα τον παλιόφιλο και του γέλασα.
΄΄Ευχαριστώ για σήμερα..’’,του είπα.
΄΄Σιγά ρε συ,τίποτα.’’,μου αποκρίθηκε αυτός.Παρόλα αυτά όμως φαινόταν κάπως σκεφτικός,σαν να τον απασχολούσε κάτι.
Σηκώθηκα και πήγα μέσα για να φέρω λίγο κρασί να πιούμε.
΄΄Οι άλλες έχουν λιώσει στον ύπνο ε?’’,είπα κάπως εύθυμα καθώς μας έβαζα κρασί.
΄΄Ναι..και σε καμιά ώρα θα ξυπνήσουν ορεξάτες και θα θέλουν να πάμε στο μπαράκι..’’,είπε βαριεστημένα ο Γιάννης.
Άναψα πάλι τσιγάρο.Ένα αεράκι έμπαινε από τις πυκνές φυλλωσιές που περιτριγύριζαν το μπαλκόνι και μας έφερνε δροσιά.Τα φύλλα βγάζαν αυτό τον ήχο που μοιάζει λες και σου ψιθυρίζουν λόγια,λες και σου λένε την ιστορία τους κι αυτά.
΄΄Ξέρεις γαλλικά?’’,με ρώτησε απότομα ο Γιάννης.
΄΄Όχι.Γιατί?’’,τον ρώτησα παραξενεμένος αλλά κατά βάθος μάντευα την απάντηση.
΄΄Γιατί κάτι είπες στα γαλλικά μόλις ξύπνησες εκεί στο παγκάκι.’’,μου απάντησε ο φίλος μου.
΄΄Τι είπα?’’,συνέχισα να τον ρωτάω.
΄΄Μου φαίνεται είπες J’ai vis ici.Ή κάτι τέτοιο…’’,μου απάντησε ο Γιάννης.
Και βλέποντας την απορία στο πρόσωπό μου,συνέχισε:
΄΄Που σημαίνει έχω ζήσει εδώ…’’
Ήπια από το κρασί μου και κοίταξα προς το Βαθύ.
΄΄Τι να σου πω?Δεν ξέρω πως μου ήρθε αυτό.Μπορεί να το άκουσα κάπου παλιά.’’,του απάντησα ψυχρά.Δεν ήθελα να συνεχιστεί αυτή η κουβέντα.Μου προκαλούσε μια δυσφορία και μια αμηχανία το όλο ζήτημα.
΄΄Τέσπα,πάω μέσα να ξαπλώσω λίγο.Τράβα κι εσύ για να έχεις δυνάμεις για απόψε’’,μου είπε και σηκώθηκε και μπήκε κουρασμένος στο σπίτι.
Συνέχισα το τσιγάρο μου και το κρασί για αρκετή ώρα ακόμα.Καρφωμένα τα μάτια μου στο βουνό απέναντι,προκαλούσαν την μνήμη και το παρελθόν να έρθουν και να με βρουν πάλι.Μια πόρτα είχε ανοίξει και κλείσει τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να δω ολόκληρο το μυστικό της.Όλη μου η ψυχή κλώτσαγε την πόρτα αυτή να ανοίξει πάλι.Και στο τέλος τα κατάφερα…


8.
Δεν είχα κανένα σοβαρό τραύμα παρά μόνο κάτι ασήμαντες αμυχές στα χέρια.Όπως έμαθα από τον Σαλβατόρε,η Ιουλία ήταν στην καμπίνα του και την φρόντιζε ο γιατρός του πλοίου.Σηκώθηκα και ζήτησα να πάω να την δω.
Βρισκόταν στο κρεβάτι και ήταν ιδρωμένη καθώς ψηνόταν στον πυρετό.Της είχαν βγάλει τα ρούχα και είχαν δέσει την πληγή.Ήταν σκεπασμένη με ένα λεπτό άσπρο σεντόνι.Πρέπει να είχε ανήσυχο ύπνο γιατί παραμιλούσε που και που και μορφασμοί πόνου έσπαγαν το όμορφο πρόσωπό της.Κοίταξα απελπισμένος τον γιατρό.Εκείνος μου είπε ότι το τραύμα ήταν βαθύ και ότι είχε χάσει ήδη πολύ αίμα.Κάπου εκεί στην γωνία του δωματίου,έπιασε το μάτι μου το λευκό φόρεμά της που τώρα πια ήταν κατακόκκινο.
Δάγκωσα τα χείλη μου από οργή και πρέπει να μάτωσαν γιατί ο Σαλβατόρε έκανε να μου προσφέρει το μαντήλι του.Δεν του έδωσα καμία σημασία και τράβηξα προς την αγαπημένη μου που αγκομαχούσε.Έσκυψα από πάνω της και πήρα το ένα χέρι της στο δικό μου.Της το φίλησα και μετά φίλησα το μέτωπό της.Μείνε εδώ,φαίνεται να της είπα καθώς ένα δάκρυ έσταζε από το μάγουλό μου πάνω στο σεντόνι της.
Ο γιατρός μάς παρακάλεσε να φύγουμε γιατί η Ιουλία χρειαζόταν ησυχία και υπήρχε πάντα ο φόβος να επιμολυνθεί η πληγή,να κακοφορμίσει και έτσι να έχουμε ένα πολύ άσχημο τέλος.Βγήκα με τον Σαλβατόρε στην γέφυρα.
΄΄΄Σε μια βδομάδα θα είμαστε στο βασίλειο του Μοριά,εκεί θα είστε ασφαλείς.Θα την αναλάβει και κάποιος καλός γιατρός.Όλα θα πάνε καλά Ιωσήφ’’,μου είπε χτυπώντας με
φιλικά στην πλάτη ο Σάλβο.
΄΄Μακάρι’’,του είπα εγώ συννεφιασμένος ενώ παρακολουθούσα τα μακρινά πια φώτα της Σικελίας και το αχανές μαύρο πέλαγος που ξεδιπλωνόταν μπροστά μας.


9.
Πρωί πρωί σηκώθηκα και πήρα τα κλειδιά του αμαξιού.Προσπάθησα να μην με καταλάβει κανένας,κάτι που ήταν αρκετά εύκολο καθώς όλοι ήταν λιώμα από το χθεσινό μεθύσι μας στο μπαράκι.
Ξεκίνησα να οδηγάω και μόλις βγήκα από το Βαθύ πάτησα πιο κάτω το γκάζι.Ο ήλιος μόλις είχε βγει και υπήρχε αυτή η νυσταλέα ηρεμία στο περιβάλλον γύρω μου.
Πολύ το γούσταρα αυτό.
Σε δέκα λεπτά ήμουν έξω από το μοναστήρι.Η πύλη ήταν ανοιχτή και μπήκα γρήγορα μέσα χωρίς βέβαια να ελπίζω να βρω κανέναν.Δεν μπορούσα ωστόσο να αντισταθώ σε αυτή την παρόρμηση που με είχε πιάσει εκείνο το πρωινό και που μου έλεγε να πάω επειγόντως να επισκεφτώ το μοναστήρι.Έκανα να ανάψω τσιγάρο όταν διέκρινα τον ηλικιωμένο μοναχό που φρόντιζε τα λουλούδια στην πρώτη μας επίσκεψη εδώ.
Είχε ένα ποτιστήρι και ερχόταν στον κήπο.Ξαφνιάστηκε λίγο που με είδε εκεί τέτοια ώρα.
΄΄Πολύ νωρίς εδώ για έναν νεαρό σαν κι εσένα..’’,μου είπε χαμογελώντας μου καλόκαρδα.
΄΄Γέροντα πρέπει να μάθω κάτι…’’,του είπα σοβαρά και ανυπόμονα,βάζοντας το τσιγάρο πάλι στην τσέπη μου.
΄΄Πες μου γιε μου,τι συμβαίνει?’’,είπε ήρεμα ο μοναχός και κάθισε σε ένα πεζουλάκι δίπλα του.
Δεν ήθελα να εκθέσω όλη την αλήθεια στον γέρο γιατί σίγουρα δεν θα με πίστευε και θα με πέρναγε για τρελό.Έτσι του είπα μια κάπως παραλλαγμένη ιστορία που ωστόσο ταίριαζε στον σκοπό μου.
Του μίλησα για έναν πρόγονό μου από την Γαλλία,έναν πολύ παλιό πρόγονό μου που φημολογείται ότι είχε περάσει από το μοναστήρι αυτό σύμφωνα με κάτι οικογενειακά έγγραφα.Και ότι ήταν σημαντικό να μάθω για αυτόν στοιχεία καθώς ασχολιόμουν με την καταγραφή της βιογραφίας του.
΄΄΄Γέροντα είναι σημαντικό καθώς μόνο αυτό το κομμάτι της ζωής του μου λείπει.Πρέπει να μάθω αν όντως ήρθε εδώ και τι έκανε..’’,του είπα με μάτια που είμαι σίγουρος πέταγαν φωτιές.
Αυτός με κοίταξε καλά καλά με σοβαρό πρόσωπο.Μετά έσκασε ένα χαμόγελο,ανασήκωσε τους ώμους του και είπε:
΄΄Γιατί όχι?Θα βοηθήσω όπως μπορώ.Πώς τον λέγανε τον πρόγονό σου?’’
΄΄Ιωσήφ Ματιέ’’,απάντησα αμέσως και σχεδόν ξέπνοα.
Ο γέροντας φάνηκε να το σκέφτεται λίγο και μετά είπε:
΄΄Ξέρεις μου φαίνεται το έχω συναντήσει αυτό το όνομα σε κάτι αρχαία έγγραφα της μονής.Όταν ήμουν νέος συνήθιζα να τα ψάχνω αυτά και να διαβάζω τις ιστορίες τους.Έλα μαζί μου’’
Κι έτσι με οδήγησε σε ένα σπιτάκι που περνώντας το πρώτο δωμάτιό του έμπαινες σε μια πόρτα που είχε κάτι σκαλιά που σε οδηγούσανε σε ένα υπόγειο σκοτεινό και γεμάτο υγρασία.Μύριζε κλεισούρα και στους τοίχους του ήταν ράφια ξύλινα γεμάτα χαρτιά κιτρινισμένα και παλιά βιβλία.Αφού έψαξε για κάμποσο ανάμεσα στα σκονισμένα έγγραφα,τράβηξε μια στιβάδα από κάτι χαρτιά που έδεναν μεταξύ τους με λεπτό σκοινί.Έλυσε τον κόμπο και ελευθέρωσε τα φύλλα.
Έγραφε κάποιος μοναχός Γρηγόριος και ξεκίναγε από το έτος 1278.Έγραφε στα ελληνικά εκείνης της εποχής,τα οποία ο μοναχός δίπλα μου γνώριζε πολύ καλά με αποτέλεσμα να μου τα διαβάζει αμέσως μεταφρασμένα.Άρχισε λοιπόν να διαβάζει ψιθυριστά κάθε σελίδα μέχρι που έφτασε στο σημείο όπου βρήκε αυτό που έψαχνε.Τότε σταμάτησε και μου έδειξε με το χέρι του να κοιτάξω κάποιες γραμμές σε μια σελίδα.Διέκρινα μόνο το όνομα Άγιος Λίνος και μετά τον κοίταξα ικετευτικά να μου εξηγήσει.Εκείνος έβαλε τα γυαλιά του κι άρχισε με βαριά φωνή να διαβάζει:
<<Το έτος 1282 μετά την Γέννηση Του Σωτήρος,2 μέρες μετά τον εορτασμό της Ανάστασής Του,εμφανίστηκε ένα βράδυ στα ανοιχτά του νησιού το πλοίο που αργότερα θα μαθαίναμε ότι ονομαζόταν Άγιος Λίνος.Πάλευε με τον άνεμο,την βροχή και τα τεράστια κύματα για ώρες.Είχαμε δει τα φώτα του και είχαμε όλοι κατέβει στην παραλία του Σταυρού και προσευχόμασταν για την τύχη του.Τελικά με τα πρώτα φώτα της αυγής,η καταιγίδα σώπασε και το πλοίο μπόρεσε να πλησιάσει προς την ακτή.Δύο βάρκες ρίχτηκαν από αυτό και πλησίασαν στην στεριά στο σημείο που βρισκόμασταν.
Στην μία ήταν 3 άντρες και ο καπετάνιος του πλοίου που έρχονταν για εφόδια και στην άλλη μια γυναίκα που φαίνονταν τραυματισμένη και άλλοι 3 άντρες,ένας εκ των οποίων πρέπει να ήταν ο άντρας της γιατί συνέχεια τής μιλούσε και την φρόντιζε ανήσυχος.
Πήραμε την γυναίκα σε ένα φορείο και την κουβαλήσαμε πάνω στην μονή για να φροντίσουμε την πληγή της η οποία είχε ανοίξει βάφοντας κόκκινα τα βότσαλα της παραλίας.
Όπως μάθαμε από τον καπετάνιο,η γυναίκα ήταν Σικελή και ο άντρας δίπλα της ήταν ο αγαπημένος της ο οποίος ήταν Γάλλος και είχε ως θαύμα γλιτώσει από την σφαγή του Σικελικού Εσπερινού.Πήγαιναν στην Αχαΐα αλλά αναγκάστηκαν να προσαράξουν στο νησί μας λόγω του καιρού και της επιδείνωσης της υγείας της γυναίκας. Εμείς πρώτη φορά ακούγαμε για την επανάσταση αυτή στην Ιταλία αλλά τις επόμενες μέρες μάς ήρθαν κι άλλες μαρτυρίες για τον ματωμένο εσπερινό της Σικελίας.
Ο καπετάνιος ο Σαλβατόρε Μαντζιάνι έμεινε στο νησί μας για αρκετές μέρες καθώς ο αέρας δεν του επέτρεπε να φύγει.Στην διάρκεια εκείνων των ημερών η γυναίκα πέθανε αφού η πληγή της είχε κακοφορμίσει άσχημα.Καμία από τις προσπάθειές μας δεν είχε απτέλεσμα.Εν τω μεταξύ ο Γάλλος αξιωματικός που είχε βαφτιστεί ορθόδοξος λίγο μετά αφού πάτησε στην μονή μας,ζήτησε από τον ηγούμενο της μονής η αγαπημένη του να θαφτεί μέσα στο μοναστήρι.Κι έτσι έγινε.Η δεσποινίδα Ιουλία των Μικέλε θάφτηκε με όλες τις τιμές στο κέντρο του κήπου της μονής,εκεί που αργότερα φύτρωσε εκείνος ο πλάτανος και χτίστηκε η νέα εκκλησία της Θεοτόκου…
Ο Γάλλος αξιωματικός έμεινε στη μονή μας όπου χρήστηκε αργότερα αδερφός μας και μοναχός της μονής.Λεγόταν Ιωσήφ Ματιέ και ήταν ο πρώτος αλλόθρησκος μέχρι τότε που βαφτιζόταν και γινόταν αδερφός μας.Έζησε ήσυχα και σιωπηλά για άλλα δέκα χρόνια μέχρι που ο Κύριος τον κάλεσε στην Βασιλεία του ένα βράδυ στον ύπνο του.Έφυγε ήσυχα όπως είχε ζήσει εδώ.
Τα κόκαλά του μεταφέρθηκαν στο χώμα δίπλα από εκείνο που θάφτηκε η αγαπημένη του.Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του…>>

Ο γέροντας τελείωσε την ανάγνωση και με κοίταξε.
΄΄Δεν το ήξερα ότι ο πρόγονός σου ήταν ένας από τους πρώτους μοναχούς εδώ!’’,είπε έκπληκτος.
΄΄Ναι..’’έκανα αφηρημένος καθώς όλη την ώρα που διάβαζε ο μοναχός,οι εικόνες επέστρεφαν μέσα μου ολοζώντανες.
΄΄Πάτερ με συγχωρείς έχω ανάγκη από λίγο αέρα’’,του είπα μετά από λίγο και ανέβηκα έξω στον κήπο.
Μα όταν βγήκα έξω δεν στάθηκα να πάρω αέρα αλλά αμέσως τα βήματά μου με οδήγησαν ανεπαίσθητα προς τα δωμάτια των μοναχών που τώρα πια ήταν άδεια.
Ο μοναχός πίσω μου,είχε μείνει να με κοιτάζει καθώς ανοιγόκλεινα τις πόρτες διάφορων κελιών.Πρέπει να ήμουνα ένα τρελό θέαμα.
Σε ένα κελί η καρδιά μου σταμάτησε.Έκανα πέρα τον ιστό της αράχνης που μου έφραζε τον δρόμο και μπήκα μέσα.Τα μάτια μου σταμάτησαν στην σκοτεινή γωνία που ήταν ένα μικρό κρεβάτι.Πήγα προς τα κει και το έκανα πέρα αποκαλύπτοντας τον τοίχο πίσω του.Έβγαλα τον αναπτήρα μου και φώτισα ένα συγκεκριμένο σημείο στον τοίχο.Εκεί βαθιά χαραγμένα ήταν δύο αρχικά γράμματα : J J
Γύρισα δακρυσμένος στον μοναχό που είχε έρθει πλάι μου και του είπα με συγκίνηση:
“Juliette et Joseph!’’

****
10.
Το παρελθόν με είχε βρει και ζητούσε να μου πει την ιστορία του σε αυτό το μικρό νησί του Οδυσσέα.Κι εγώ,ενώ στην αρχή αρνιόμουν πεισματικά να το ακούσω,τώρα είχα δεχτεί την θέλησή του και είχα κάτσει να το ακούσω.Οι αποκαλύψεις ήταν τρομαχτικές,ήταν τόσο φανταστικές που ούτε σε κάποιον τρίτο τολμούσα να τις πω.Περίμενα στωικά την συνέχεια αυτής της βροχής από αναμνήσεις μιας άλλης ζωής,περίμενα μέχρι επιτέλους να σωπάσει.
Εκείνο το τελευταίο βράδυ στο μπαρ,το τελευταίο βράδυ στο νησί,η ψυχή μου ήξερε ότι την περίμενε και κάτι άλλο ακόμα.Οι λογαριασμοί είχαν μείνει ανοιχτοί και δεν μπορούσα να φύγω έτσι.
Είδα την ξανθιά κοπέλα κάπου στο βάθος του μπαρ,ανάμεσα σε άλλα κεφάλια.Με είδε κι αυτή.Ιουλία,σκέφτηκα από μέσα μου και ένιωσα ένα ρίγος να με διαπερνά.
Έμεινα να κοιτάω το πρόσωπο της κοπέλας που απομακρύνονταν προς της έξοδο του μαγαζιού,πίσω από άλλα άμορφα πρόσωπα και καπνούς από τσιγάρα.Λίγο πριν φτάσει στην έξοδο γύρισε και με κοίταξε.Δεν ξαφνιάστηκα.Ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι θα το έκανε αυτό.Στράφηκα στην παρέα μου και τους είπα ότι πάω έξω να πάρω λίγο αέρα…

11.
Δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα μιλήσαμε εκείνο το βράδυ.Μπορεί στα λατινικά,μπορεί πάλι στα γαλλικά ή τα αγγλικά.Πολύ πιθανόν είναι να μην χρησιμοποιήσαμε σχεδόν καθόλου λέξεις και απλά με τα μάτια,τους καθρέπτες της ψυχής,να τα είπαμε όλα.
Έμοιαζε λες και είχαμε βρεθεί ξαφνικά σε μια ονειρική δίνη και μοιραζόμασταν τα πάθη της και τις αγωνίες της.Εκεί για λίγες στιγμές ήμασταν 2 παλιοί εραστές που είχαν χωρίσει άδοξα κάποτε αλλά ξαναβρέθηκαν μετά από χρόνια,μετά από αιώνες στο ίδιο μέρος.Το πεπρωμένο μάς είχε οδηγήσει εκεί και πρόσταζε να το αντιμετωπίσουμε.Και αυτό κάναμε…
Η μνήμη μου διατηρεί αχνά τον διάλογο,εσωτερικό ή εξωτερικό,που έκανα τότε με την παλιά μου αγαπημένη.

****
Ιουλία,αγαπημένη μου δες πως η ευχή μας μάς έφερε πάλι κοντά..,θυμάμαι να είπα καθώς της χάιδευα τα μαλλιά και καθόμουν δίπλα της.Εκείνη μού χαμογέλασε και με φίλησε απαλά στο στόμα.
Ιωσήφ είναι όλα τόσο ίδια κι όμως τόσο μακρινά,μου είπε με δάκρυα στα μάτια.
Νικήσαμε τον χρόνο αγάπη μου,νικήσαμε την φθορά.Οι ψυχές μας είναι αθάνατες,η αγάπη μας είναι αθάνατη.Μην φοβάσαι πια.,της είπα και την έσφιξα πιο πολύ στην αγκαλιά μου.
Μείναμε έτσι για κάμποση ώρα,αγκαλιασμένοι με την Ιουλία να έχει το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο μου,καθώς η θάλασσα μάς έλεγε αρχαίες ιστορίες από τα χρόνια μας στην Σικελία,από τα ωραία μας χρόνια εκεί.
Mα το παρόν,το τώρα ,πάντα σε τραβάει από το παρελθόν και την παγίδα του.Κι έτσι αφού οι ψυχές μας οι παλιές χαρήκαν και ηρέμησαν από το αντάμωμά τους,ξύπνησαν σαν από όνειρο οι νέες μας ζωές και το αγκάλιασμα χαλάρωσε μέχρι που έμεινα να κοιτάω αμήχανα την κοπέλα δίπλα μου,όπως άλλωστε κι αυτή το ίδιο.Το παρελθόν είχε κάνει τον κύκλο του,το πεπρωμένο είχε εκπληρωθεί και τώρα δεν υπήρχε παρά παρόν και μέλλον.
Ξανά τα πράγματα γύρω μου άρχισαν να παίρνουν πάλι συγκεκριμένη μορφή.Η ομίχλη χάθηκε και αμέσως εμφανίστηκε το Βαθύ και το λιμάνι του.Το βουνό απέναντι σταμάτησε να μου προκαλεί φόβο και ένιωθα μια ανακούφιση μέσα μου που όμοιά της δεν είχα ξαναδοκιμάσει.Η πόρτα είχε κλείσει κι επιστρέφαμε στις τωρινές μας ζωές.
Άναψα τσιγάρο και τράβηξα μία γερή.Το κορίτσι δίπλα μου μού ζήτησε στα αγγλικά να κάνει μια τζούρα.Χαμογέλασα και της έδωσα.
Μετά από λίγο μου γέλασε ,μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και μου είπε :
“Now I must go…See you one day..’’,και σηκώθηκε και τράβηξε σιγά σιγά προς το μπαρ περπατώντας σαν να είχε μόλις βγει από βαθύ ύπνο.
΄΄Ιn an other life again…’’,πρόλαβα να πω πριν χαθεί μες στο μπαρ.
Ένιωθα τεράστια δίψα κι όρεξη για σκόρπισμα με τεκίλα.Τελείωσα το τσιγάρο και κίνησα κι εγώ για το Muppet Bar.Mέσα διέκρινα το όμορφο πρόσωπο της Ιωάννας να μου χαμογελά.Ήταν υπέροχη μέσα στο μαύρο κοντό φορεματάκι της.Έπιασα τον σερβιτόρο και του είπα να μου φέρει μια σκέτη λευκή τεκίλα.
Ο Γιάννης με ρώτησε τι στον διάολο έκανα τόση ώρα έξω και αν είμαι γενικά καλά.
΄΄Ηρέμησε Σάλβο!’’,άκουσα τον εαυτό μου να του λέει.Χαμογέλασα μπροστά στις παραξενεμένες φάτσες όλων τους και άρπαξα το ποτήρι με την τεκίλα που μου έφερνε ο σερβιτόρος.Έχοντας στην αγκαλιά μου την Ιωάννα,σήκωσα το ποτήρι στον αέρα και είπα φωναχτά:
΄΄Στην υγειά μας!!’’.


(Στον Θοδωρή,την Ιωάννα,τον Γιάννη,την Ζωή,την Θωμαή,στον Παναγιώτη και τον Τασούλη)
(Στην Άννα Ζαντ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου