Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Η.Δ


Είναι Κυριακή βράδυ.Στον λόχο επικρατεί εδώ και ώρα ησυχία.Όλοι ετοιμάζονται για την αναφορά.Κοιτάω την Εγνατία απ’έξω και καπνίζω.Είναι θλιβερό πως πέρασαν τόσα χρόνια.Όλα δείχνουν ότι έμειναν ίδια στο πέρασμα του χρόνου.Μα τέτοιες νύχτες καταλαβαίνεις ότι τελικά όλα άλλαξαν.
Κάποτε σε αυτό το τσιμεντένιο προαύλιο είχα κλείσει τα όνειρά μου σε μια παραλλαγή και ένα στραπατσαρισμένο κράνος.Έτρεχα σε ασκήσεις όλη μέρα,ίδρωνα,κουραζόμουν.Μα είχα τους φίλους μου εκεί δίπλα μαζί μου,να μου δίνουν δύναμη οι ματιές τους,να εμψυχώνει ο ένας τον άλλον με έναν αόρατο μυστικό τρόπο.Μάς φτάνανε στα άκρα,προσπαθούσαν να μας λυγίσουν,να μας σπάσουν το ηθικό.Ήταν ο τρόπος τους,ο λογικός τους τρόπος να κρατήσουν τους πιο ΄΄δυνατούς’’.
Μα εκείνη την στιγμή που φαινόταν ότι το βάρος των όπλων και των εξαρτήσεων σε σπρώχνανε για τα καλά κάτω,εκείνη την στιγμή μια φωνή μέσα σου σού έλεγε όχι δεν θα πέσω…Και μεμιάς ερχόταν αυτή η δύναμη και σε σήκωνε από το έδαφος και κοίταγες στα μάτια περήφανος τον δήμιο σου.
Εκείνες τις μέρες είχα μια αισιοδοξία μέσα μου,παρά την άθλια ζωή που κάναμε.Παρά το γεγονός ότι είχα κόψει τα μακριά μου μαλλιά και είχα σκοτώσει τα ανέμελα καλοκαίρια μου δίπλα στην θάλασσα.Είχα μια αισιοδοξία και μια ελπίδα.Πάλευα για αυτές τις εξόδους στην πόλη,στην πόλη που φαινόταν να ζει έναν τελείως διαφορετικό ρυθμό από τον δικό μας.Κοίταζες έξω από τον ψηλό τοίχο και έβλεπες μια ζωή,μια κίνηση,μια ανεμελιά που σε γέμιζε λαχτάρα να βγεις και συ και να την δοκιμάσεις όσο μπορείς.
Η ζωή αυτή ΄΄έξω’’ και οι γυναίκες απασχολούσαν τα βράδια μας στον θάλαμο.Με τσιγάρο και κανένα απαγορευμένο μπουκάλι,μιλάγαμε γ’αυτά,μαλώναμε γι’αυτά,ζούσαμε γι’αυτά.Κι όλα εκεί έξω ήταν ένας μαγικός απαγορευμένος κόσμος.
Μέχρι που ένα βράδυ σαν και αυτό,ο φρράχτης έπαψε να είναι εμπόδιο για μας.Αδιαφορώντας για τις τιμωρίες σε περίπτωση που μας έπιαναν,αδιαφορώντας μην σκίσουμε τα παντελόνια μας ή μην τσακιστούμε στα 2 μέτρα ύψος,αδιαφορώντας για όλα αυτά τα ΄΄ασήμαντα’’,εμείς σκαρφαλώναμε τον τοίχο και βγαίναμε έξω.Και λίγο πριν σημάνει το εγερτήριο ξαναγυρνάγαμε σιγά σιγά και αθόρυβα μέσα.
Θυμάμαι πόσο ενθουσιασμένοι ήμασταν τότε,που είχαμε βρει τρόπο να ζούμε την νύχτα.Θυμάμαι μετά όμως,καθώς πέρναγαν οι μέρες,θυμάμαι αυτή την απογοήτευση να μπαίνει ύπουλα στην ψυχή μας.Είχαμε αρχίσει να καταλαβαίνουμε ότι αυτός ο αγγελικά πλασμένος για μας κόσμος έξω,δεν ήταν και τόσο μαγικός όσο είχαμε φανταστεί.Τα τσιγάρα στον θάλαμο έδωσαν την θέση τους στα μελαγχολικά τσιγάρα σε μπαράκια και στα ατέλειωτα μεθύσια.Μεθύσια που το επόμενο πρωί σού ψιθύριζαν στο αυτί ΄΄Πάλι πούλησες τη νύχτα σου’’…
Κάποτε βαρεθήκαμε και αυτά.Είχαμε μεγαλώσει άλλωστε και βγαίναμε όποτε θέλαμε σχεδόν.Και τότε αρχίσαμε να κλεινόμαστε στα σπίτια μας.Να χανόμαστε ο ένας από τον άλλον.Ανταμώναμε σπάνια.Ήταν και τα νοσοκομεία όλη μέρα,το διάβασμα,η κούραση.Ποτέ μου όμως δεν κατάλαβα πως αφήσαμε τους εαυτούς μας σε αυτή την μοναξιά.Πως πουλήσαμε έτσι άσχημα τα παλιά μας όνειρα.Μάλλον ο άνθρωπος συμβιβάζεται με την πραγματικότητα.Και όπως είχε πει ένας μεγάλος,η πραγματικότητα μάς προδίδει όλους.
Κοιτάω τον φράχτη στο βάθος.Ίδιος τόσα χρόνια.Αλλά,σκέφτομαι,τώρα η δικιά μου φυλακή δεν είναι τούτη εδώ.Αυτή μοιάζει πια με ένα γέρικο αστείο στοιχειωμένο πλοίο ξεβρασμένο σε μια απόμερη ακτή.Η δικιά μου φυλακή είναι έξω.Η δικιά μου φυλακή είναι οι ίδιες και απαράλλαχτες μέρες μου.Η δικιά μου φυλακή είμαι εγώ.
Βγαίνω από το γραφείο μου και πάω προς τα σκαλιά.Το βλέμμα μου σταματάει στην πόρτα του διοικητή του λόχου.Χαμογελάω θλιμμένα.Εκεί πάνω της ακόμα διακρίνονται 2 γράμματα που καμιά μπογιά δεν μπόρεσε να εξαλείψει τόσα χρόνια.Ακόμα διακρίνονται τα αρχικά ΄΄Η.Δ’’.
Έλα σιγά μην το κάνεις Ηλία…Δεν έχεις το θάρρος..
Χαχα!Νομίζεις..
Τι κάνεις εκεί?Μην κάνεις καμιά βλακεία!Αν το μάθουν ότι το κάναμε εμείς,θα μας τιμωρήσουν άσχημα!
Σου είπα θα γράψω μόνο τα αρχικά σου,δεν θα καταλάβει κανείς τίποτα κούκλα μου..
Όχι!όχι!Γράψε τα δικά σου τουλάχιστον.Μην την πληρώσω εγώ…

Αυτό το κορίτσι μετά από μήνες,με είχε αφήσει άδειο και μόνο μου να κοιτάω σαν νεκρός το ταβάνι και να καπνίζω πακέτα τσιγάρα στον θάλαμο.Οι φίλοι μου είχαν παρατήσει τις προσπάθειές τους να με κάνουν να γελάσω έστω και απλά με κοιτούσαν λυπημένα και με προσπερνούσαν.Αυτό το κορίτσι με έκανε ένα τέτοιο βράδυ να πιάσω το στυλό και να αρχίσω να γράφω στίχους.Ώσπου κάποια μέρα οι φίλοι μου μπήκαν στον θάλαμο και ξαφνιάστηκαν που με είδαν να τους χαμογελάω.Είχα βρει την ποίηση.
Από το προαύλιο ακούγονται φωνές.Άρχισαν να μαζεύονται οι μικροί κάτω.Ένας δευτεροετής με πλησιάζει,ανεβαίνοντας γρήγορα τα σκαλιά.
΄΄Κύριε Λοχία,ο λόχος είναι έτοιμος για αναφορά’’,μου λέει ξέπνοα.
΄΄Έρχομαι…’’,του απαντάω και τον βλέπω να εξαφανίζεται το ίδιο γρήγορα όπως ήρθε.
Τι τραγική ειρωνεία…Ο μπαμπούλας που άλλοτε φοβόμουν σαν μικρός εδώ,τώρα είμαι εγώ.Κοιτάω πάλι τα χαραγμένα αρχικά στην πόρτα.Ο διοικητής την επόμενη μέρα είχε χαλάσει τον κόσμο.Έψαχνε μανιωδώς να βρει ποιος ΄΄αλήτης’’ και αναρχικός χάραξε αυτά τα γράμματα που τον έβριζαν…Ο κακομοίρης πίστευε ότι σήμαιναν ΄΄Ηλίθιος Διοικητής’’…
Το κορίτσι εκείνο είχε φύγει,όμως τα αρχικά είχαν μείνει,το ίδιο και η ανάμνηση.Με τον καιρό έπιασα και γω τον εαυτό μου να αναρωτιέμαι αν όντως σήμαιναν κάτι άλλο.Χα!..Την απάντηση μου την έδωσε πάλι ένα κορίτσι.Ένα χλωμό κορίτσι πριν λίγο καιρό…
Ηττημένος Δούλος σημαίνουν τα αρχικά Ηλία!Γιατί αυτό είσαι!Και δεν πρόκειται να αλλάξεις ποτέ…
Η κοπέλα αυτή έφυγε,όπως και η πρώτη,και με άφησε με έναν γνώριμο παλιό πόνο.Δεν υπήρχαν πια τσιγάρα στον θάλαμο και οι φίλοι να σε παρακολουθούν.Ζούσα τον πόνο στωικά,βαθιά μέσα μου…
Ο μικρός ξαναήρθε ανεβαίνοντας γρήγορα τα σκαλιά.Του έκανα νόημα με το χέρι ότι κατέβαινω…

****

Την άλλη μέρα το πρωί,με φώναξε ο διοικητής στο γραφείο του.Ένας νέος άντρας που όμως το βλεπες στα μάτια του,πίσω από τα διακριτικά γυαλιά μυωπίας του,το βλεπες ότι πνιγόταν μέσα σ’αυτή την στολή.
΄΄Όλα καλά χτες,ε?’’,με ρώτησε σχεδόν αδιάφορα.
΄΄Μάλιστα…’’,του απάντησα το ίδιο αδιάφορα κι εγώ.
΄΄Ευχαριστώ Δεσύλλα…’’,μου είπε και γω έκανα να φύγω.Αλλά πριν βγω έξω από το γραφείο του,η φωνή του με σταμάτησε.
΄΄Α!Κάτι γράμματα είναι χαραγμένα πάνω στην πόρτα μου.Μου φαίνεται ήταν από παλιά αλλά φαίνεται κάποιος τα ξαναέξυσε πάλι.Έπεσε τίποτα στην αντίληψή σου χτες?’’,με ρώτησε.
Κοίταξα τα γράμματα έξω στην πόρτα και μετά στράφηκα στον διοικητή.
΄΄Όχι κύριε λοχαγέ…’’
΄΄Καλά..θα βάλω να τα καλύψουν με λίγη μπογιά..’’,μου είπε ανοίγοντας έναν φάκελο μπροστά στο γραφείο του.
΄΄Καλά θα κάνετε νομίζω.’’,του αποκρίθηκα παρατηρώντας τον στυλό του να βάζει κάτι υπογραφές στα έγγραφα.
΄΄Ναι..μμμ..ξέρεις αναρωτιέμαι τι τελικά να σημαίνουν αυτά τα αρχικά?Τόσο καιρό είναι εδώ..Κάποιοι μου λέγανε ότι κράζανε τον παλιό σας διοικητή.Τι λες εσύ?’’,με ρώτησε λίγο σκεφτικός.
Κοίταξα τον στυλό του που είχε σταματήσει τις παρδαλές χορευτικές πορείες του πάνω στα χαρτιά.Μετά κοίταξα αυτά τα αδιάφορα μάτια πίσω από τα μικρά γυαλάκια.
΄΄Ηλίας Δεσύλλας’’,του απάντησα.

3 σχόλια:

  1. φίλε μου Ηλία, καλημέρα... τα περισσότερα στα έγραψα ήδη στο Λογο... αισθάνομαι πως τούτο το αφήγημα που στην ουσία είναι το αποτύπωμα ενός εσωτερικού διαλόγου, σε φέρνει πια σε συνάντηση με τον πυρήνα σου... θυμήθηκα και τους στίχους ενός ωραίου τραγουδιού... χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε... να σαι πολύ καλά φίλε μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή