Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Requiem in D minor






Ξυπνάω με μια ανάσα που πασχίζει δύσκολα να βγει από τα πνευμόνια, αντικρίζω έναν βαρύ μαύρο ουρανό από πάνω μου, είναι έτοιμος για άγρια μπόρα, αλλά πεταρίζω πάλι λίγο τα μάτια και χάνεται, είναι απλά το ταβάνι μου τώρα και από τα πλάγια με χτυπάει το κρύο που μπαίνει από το παράθυρο. Συνέχεια μπατάρω τα κενά μα δεν γίνεται δουλειά και το κρύο βρίσκει τώρα να μπαίνει. Απλά σκεπάζομαι.
Η αιθαλομίχλη είναι περισσότερο μια ιδέα που με βαραίνει, ήρθα σε αυτή την πόλη για να γεράσω, αυτό λέω στον εαυτό μου μέρα με την μέρα καθώς ο χειμώνας κυλάει και μέσα στον Μάρτη και  η ποίηση με αφήνει μέρα με τη μέρα, η πόλη αυτή θα με γεράσει γλυκιά μου μούσα.
Δεν υπάρχουν λεφτά αλλά και τα λίγα που παίρνουμε λέμε κι ευχαριστώ, συμβιβασμός είναι η λέξη για την απώλεια, για την φθορά, για την ήττα, κάνω τσιγάρο κάπου στο Σύνταγμα, απέναντι η Βουλή μοιάζει υπέροχη, αν ήσουν εδώ θα σε πήγαινα για ένα ποτάκι στου Τζέιμς Τζόυς το παλιοστέκι, μα δεν είσαι εδώ και σκέφτομαι όλο τον σκυθρωπό κόσμο που περνάει, όλα τα πρεζάκια που σέρνονται. όλα τα κορίτσια που γαμιούνται για ένα τίποτα, σκέφτομαι αυτά και καπνίζω γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορώ να κάνω. Ούτε να γράψω δεν μπορώ πια, λες κι όταν έφυγα από πάνω χάθηκαν όλα, τα φτερά, η ελπίδα, τα πάντα. Και να φανταστείς ούτε τηλεόραση ανοίγω πια, μου πήραν δώρο οι δικοί μου μια από τις νέες τις επίπεδες και βάζω συνέχεια από κει ραδιόφωνο έναν σταθμό με τζαζ να παίζει, γεμίζω την μπανιέρα και βουλιάζω μέσα.
Έχω σαν σκοπό στο σπίτι να μην καπνίζω, θυμάμαι πως γκρίνιαζες και θλιμμένα με κοιτούσες όποτε έμπαινες μέσα στο παλιό το σπίτι και μύριζες καπνό, τώρα που δεν είσαι εδώ εγώ δεν καπνίζω αλλά τι να το κάνεις πια, ωστόσο το τηρώ με θρησκευτική ευλάβεια καλή μου, δεν θα μυρίσεις ίχνος τσιγάρου στο νέο μου μικρό σπιτάκι. Έτσι για να λες εκεί στα ξένα που θα είσαι ότι κατάφερες κάτι κακό να μου το αλλάξεις, εκεί στα ξένα που θα είσαι, γιατί εδώ δεν σεβάστηκαν την αξιοπρέπειά σου, τον κόπο σου κι όλα αυτά που ονειρευόσουν, που κατακτούσες χρόνια με χρόνια σκληρής δουλειάς, με δάκρυα με πόνους και ανησυχίες, εδώ τα κωλόπαιδα δεν σεβάστηκαν τίποτα, τα σκότωσαν όλα, καθόρισαν τις ζωές μας σε τέτοιο βαθμό που μένω ακίνητος μέσα στο πλήθος κάπου σε μια στάση του μετρό. Δύο λεπτά για να έρθει το τρένο, επόμενη στάση τα 35 χωρίς οικογένεια και δουλειά, επόμενη στάση τα 45 ΄΄ που πήγε η ζωή μου΄΄, επόμενη στάση η θηλιά.
Ανεβαίνω την Κατεχάκη εξαντλημένος, κορνάρουν εδώ και κει. Περιμένω κανά δεκάλεπτο να περάσω απέναντι. Αν ήσουν εδώ θα συμφωνούσες ότι τα πεζοδρόμια σε αυτή την οδό είναι τόσο άθλια. Τόσο άθλια που θες να ουρλιάξεις.

3 σχόλια:

  1. "ήρθα σε αυτή την πόλη για να γεράσω"

    κι εγώ που το έχω όνειρο μια ολόκληρη ζωή απ' την απέναντι όχθη του Ατλαντικού.....μην κάνεις το νόστο να μοιάζει μ' εφιάλτη. :(

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ηλία καλημέρα,
    ...η πόλη είναι γερασμένη ,δώστης ζωή!!!!

    Υ.Γ κοίτα να έρθω σπίτι και να μυρίζει τσιγαρίλα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συνοδοιπόροι όλοι σε ένα καράβι που κάθε μέρα μπάζει νερά και οι επιβάτες μοιάζουν να τους μαυρίζει τα μάτια η υγρασία ενός μόνιμου καιρού από τίποτα φτιαγμένο... όμως ας θυμάσαι πάντα πως τον επίγειο παράδεισο του τον φτιάχνει ο καθένας με τα χρώματα της ψυχής του ακόμα και αν ζει μέσα σε μια κόλαση!
    Την νυχτερινή μου καλησπέρα αφήνω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή