Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Τα παιδιά της Θέτιδος






Το πρόσωπό μου είναι ανέκφραστο,
Μια σταγόνα σκάει στη μύτη, διαλύεται.
Νιώθω λίγη δροσιά να ξαπλώνει στο μάγουλο,
Μυρίζω γη φρεσκοποτισμένη από βροχή.
Η καρδιά μου, η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα,
Ο παλμός, ο χτύπος ταξιδεύει σε όλο το σώμα
Κι ένας κόμπος στο στομάχι σφίγγεται πιο πολύ.


Πεθαίνω, λέει μια φωνή μέσα μου σιγανή

Γεννιέμαι, λέει μια άλλη πιο απαλή.


Το σκοτάδι στα μάτια μου διαλύεται σιγά σιγά
Χέρια με τραβούν γυμνό έξω από αυτό
Πνίγομαι, Μητέρα πνίγομαι , πεθαίνω
Ένας πόνος μού σφίγγει στο στήθος την καρδιά,
Πεθαίνω , λέει μια φωνή μέσα μου σιγανή
Καθώς οι χτύποι σταματούν, ο παλμός χάνεται.
Σιγή .
Θαμπό φως.
Τα πνευμόνια συρρικνώνονται για ύστατη φορά
Και μετά με έναν βρόντο τινάζεται το σώμα
Το στέρνο ανυψώνεται εκατοστά πιο πάνω
Και το στόμα μου αφήνει μια μεγάλη κραυγή,
Το πρώτο κλάμα, το πρώτο δάκρυ.
Μυρίζω γη φρεσκοποτισμένη από τη βροχή.
Γεννιέσαι , μου λέει μια απαλή φωνή μέσα μου.



Κι όμως, απαντάει μια άλλη….






Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Γυναίκα









Ο Κρααλ νευρίασε καθώς είδε το ψέμα στα μάτια της και δίνοντάς της μία κλωτσιά την έριξε στη Γη όπου λένε  ότι χάθηκε για πάντα μέσα στα πυκνά μαύρα σύννεφα των ηφαιστείων και του μάγματος , τότε η γη δεν είχε ακόμα πάρει την τωρινή της μορφή .Υπήρχαν κάποιοι σχηματισμοί , κάτι μικρά βουνά και όρη αλλά ήταν όλα ρευστά ακόμα , και μέσα σε αυτά και οι εκρήξεις , οι φωτιές , τα σύννεφα , καμία ζωή.

Φαντάσου λοιπόν πως θα ήταν για μια γυναίκα μόνη της όλο αυτό το σκηνικό , σκέτος εφιάλτης που κράταγε δισεκατομμύρια χρόνια ,μέχρι να εμφανιστούν δειλά δειλά οι πρώτες βροχές και να σχηματίσουν τα πρώτα ρυάκι , τις πρώτες μικρές λασπολίμνες .Σκέψου το πρώτο εύθραυστο κοντό χορταράκι που κάλυψε το μαύρο χώμα εμφανίστηκε μετά από εκατομμύρια νύχτες . Σκέψου το σκοτάδι , το απόλυτο σκοτάδι της νύχτας.

Δεν είναι μόνος ο τρόμος και η μοναξιά που έζησε τα πρώτα χρόνια στη γη ,η γυναίκα αυτή , είναι και το πριν από την πτώση της σκηνικό , ένας άντρας που την εξουσίαζε , ένας θεός δυνάστης που της φέρθηκε τόσο άσχημα. Είναι η γυναικεία οργή που φώλιαζε μέσα της ατέλειωτες μοναχικές νύχτες , είναι πιο σκληρή και φοβερή από όλα τα ηφαίστεια του πρώτου καιρού , αυτά σίγησαν με τον καιρό , όμως η καρδιά της γυναίκας πάντα θυμάται , δεν ξεχνά ποτέ τον δήμιο της .

Ώστε λοιπόν έχεις 2 στοιχεία , έζησε τον Τρόμο πιο από σένα , όταν εδώ δεν υπήρχε τίποτα παρά μόνο τρόμος . Έζησε τον Τρόμο πριν ακόμα τον Τρόμο της Γης στα δεσμά μιας ανελευθερίας στους ουρανούς .

Κι έχεις και ένα τρίτο στοιχείο . Θα ζήσει τον τρόμο και μετά από σένα , από τα παιδιά σου , τα εγγόνια σου , μέχρι ο τελευταίος ανθρώπινος ήχος να σωπάσει , η τελευταία εκπνοή του ανθρώπινου γένους να σβήσει , και μετά να σβήσουν όλες οι κραυγές των ζώων , οι θάλασσες να εξατμιστούν , να λιώσουν όλα , να εμφανιστούν οι γνώριμοι πέτρινοι όγκοι , να της πουν γεια σου γλύκα !, να έρθουν οι ίδιες τρομαχτικές νύχτες , μετά όλα να γίνουν μάγμα ευκίνητο , υγρό …

Πώς φαντάζεσαι την ψυχή μιας τέτοιας γυναίκας ? Λες την είδες σε κείνη τη λίμνη να κάνει μπάνιο γυμνή , λες μοιάζει με την Θεά που έπεσε από κει ψηλά , λες θα πας να της μιλήσεις . Καταλαβαίνεις πόσο μικρή κι ασήμαντη είναι η παρουσία σου δίπλα της ? Καταλαβαίνεις το μέγεθος που πας να προσβάλλεις εσύ που η πορεία σου στη ζωή , στο μυστήριο αυτό , στο σύμπαν , είναι μηδαμινή?

Κοίταξα τον γέρο , καταλάβαινα , μιλούσα σωστά , αλλά στην όλη αυτή την ιστορία , είναι και η δικιά μου ψυχή μέσα . Την λατρεύω ακριβώς για αυτό το λόγο , για την τόσο δα μικροσκοπική παρουσία της σε όλο αυτό το χάος , και για αυτό το λόγο θα της χαρίσω ευχαρίστηση , έρωτα , και μόνο με κείνη τη γυναίκα θα τα έχω αυτά .

Ο γέρος διάβασε την σκέψη μου και κούνησε ψιλοαπελπισμένος το κεφάλι του .Κάτι σκάλισε στο χώμα , κοίταξε προς τη Γη , πράγματι από τη Σελήνη η Γη ήταν μια οπτασία γαλάζιου μέσα στο απόλυτο μαύρο . Εκεί ήταν η γυναίκα που αγαπούσα ,ανέπνεε , ένιωθε , άγγιζε.

Ένας μικρός μετεωρίτης έπεσε κάπου εδώ μακριά , άρχισε να τραντάζεται όλη η επιφάνεια της Σελήνης . Ο γέρος μου είπε άντε καιρός να γυρίσεις στο σώμα σου .

Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου .

Μου λέει η ψυχή σου είναι η ψυχή του Άντρα. Θέλει να αγγίξει έστω και για λίγες στιγμές την αιωνιότητα μέσα από την επαφή με τη Γυναίκα .

Κάνω να φύγω αλλά κοντοστέκομαι , γέρο γιατί θύμωσε ο Κραάλ και την πέταξε τι ψέμα είδε στα μάτια της , δεν σε ρώτησα.

Ο γέρος χαμογελάει , πετάει μια πέτρα προς τη Γη και αυτή χάνεται σταδιακά προς το κενό διάστημα .

Την ρώτησε αν τον αγαπάει κι αυτή του είπε ναι , μου κάνει.

Κατάλαβα , του κάνω θλιμμένος .

Όχι δεν κατάλαβες , μου λέει .Ξέρεις όταν όλα πάλι πεθάνουν , όταν σβήσουν όλα και γίνει αέρας η Γη , αυτή θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά . Γιατί εν τέλει πάντοτε εκεί είναι η θέση της .Μέσα στο Χρόνο – Κρααλ .

Έμεινα σκεφτικός στην τελευταία του φράση καθώς ετοιμαζόμουν για το ταξίδι της επιστροφής .




Φεύγω προς τη Γη , η ψυχή μου ταξιδεύει στο μεταξύ διάστημα Σελήνης – Γη, αλλά η σκέψη μου είναι σε εκείνο το γυμνό κορίτσι στις όχθες μιας λίμνης .

Τώρα ξέρω τα πάντα , ξέρω την ιστορία , ξέρω τους παίχτες . Αρκεί μόνο ένα άγγιγμα στην αιωνιότητα για να νιώσεις τη μαγεία . Ένα τόσο δα άγγιγμα …


Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Κλικ







Η ποιήτρια έβαλε δυο στίχους Ελύτη
Κι από κάτω ένα τραγούδι του Χατζηγιάννη.
Ένας άλλος καταξιωμένος συγγραφεύς
Έβαλε στη σελίδα του έτσι ακέραια αντιγραφή
Τη σφαγή της κοπέλας στην Καστοριά
Έτσι ζουμερή ζουμερή σάλτσα κόκκινη
Σοταρισμένη σε λάδι κίτρινου τύπου.
Ξέρει τι κάνει ο συγγραφεύς , κυνηγάει κλικς
Αυτοαυνανίζεται με τα κλικς ,γαμάει γυναίκες
Που γουστάρουν τύπους με πολλά κλικς.
Φοράει κασκολάκια και φουλάρια,
Στήνεται με ύφος δίπλα σε τζάκια ,
Είναι συγγραφέας , είναι ποιητής , είναι κλικ.
Η άλλη γράφει για παιδάκια Αφρικής
Και ανεβάζει φωτογραφίες με πισίνες κυριλέ
Με κοσμήματα χρυσά στο λαιμό,
Φορέματα κολλητά , κώλους , χείλη , βυζιά
Παρίσια , Νέες Υόρκες , σαλόνια , δείπνα .
Αγόρασε το βιβλίο μου,λέει για αγάπη παλιά
Και ναι πιστεύω στην ανθρωπιά, στη σελήνη
Στα ταξιδιάρικα σε ουτοπίες πουλιά. Κλικ.
Πάω για ύπνο πιτσουνάκια μου. Κλικ.


Όλος αυτός ο συφερτός με εξοργίζει ,
Νομίζει ότι περνάει σαν εκείνον τον βασιλιά,
Νομίζει ότι φοράει εξαίσια λεπτά ρούχα,
Μα ο ηλίθιος είναι γυμνός και τον βλέπω.
Οι κόλακες γύρω μου τον χειροκροτούν
Στην πλατεία της πόλης στήνουν ήδη την πυρά
Το πλήθος ουρλιάζει εκστατικό καθώς
Μια γυναίκα σέρνουν προς τα κει απ’τα μαλλιά
Είναι η Αλήθεια , μου λέει ψιθυριστά
Ένας δαίμονας στο αυτί .


Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι θάλασσες.
Έχει χιόνια στη σελήνη, ρώταγες παλιά.
Άγγελε, τείνω να πάψω να πιστεύω.
Ζούμε στην πιο παρανοϊκή εποχή μετά τους
Tελευταίους παγετώνες στο φεγγάρι .


Ο δαίμονας χαμογελάει στο αυτί μου ειρωνικά
Είσαι και συ γυμνός, το ξέρεις ?, μου λέει .

Κλικ .

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Μπλε






Άρχισα να γράφω διήγημα για σένα
Μα κατάλαβα πως ένα ποίημα
Πάντα μας ταιριάζει καλύτερα.
Ήσουν αυτό που λέμε πρώτη αγάπη
Και μπόλιαζες μέσα στη καρδιά μου
Από τα παιδικάτα μου,καθώς λένε οι παλιοί.
Ήσουν τυλιγμένη από ακριβό μετάξι,
Βυθισμένη ευλαβικά στα θαμπά νερά
Μιας λίμνης ,κάπου στο κορμί μου μέσα.
Τα χρόνια που πέρναγαν έριχναν λίγο
Στάλα στάλα τη μαγεία στο πέπλο σου,
Καθώς στιγμές μονολογούσα σκεφτικός,
Να εκείνο το κορίτσι χαμογελάει σε μένα,
Σε κείνο το σινεμά Μπλε στην Πάτρα,
Να,χαμογελάει, κοκκινίζω, είμαι ευτυχισμένος. .

 
 
Τα χρόνια πέρασαν, έφυγα προς το Βορρά,
Οι γυναίκες που ήρθαν στη ζωή μου
Έφεγγαν και έκαιγαν μετά τα πάντα,
Εσύ σιωπηλά στη γωνιά της ψυχής
Μονομαχούσες ασυνείδητα με όλες .
Το ποιος κέρδιζε δεν ξέρω , μάλλον όλοι
Χάναμε από κάτι , έτσι ?


Το ίδιο λάθος κάνουμε πάντα.
Κι ας μας το λένε οι άλλοι οι σοφοί,
Το ίδιο λάθος,
Κυνηγάμε την πρώτη αγάπη
Μπας και τη ξαναβρούμε,
Και όταν τη βρούμε, αυτή πεθαίνει .
Σκοτώνουμε το χτες ψάχνοντας το αύριο
Κι αυτό είναι μια πολύ θλιβερή ιστορία.


Τα ξανθά σου μαλλιά είχανε γίνει κόκκινα,
Τα μάτια σου κύκλους μπλε από κάτω
Και ανάσα αλκοόλ τα ρούχα σου .
Δεν σε γνώρισα , Καθώς οι φίλοι
Μάς σύστηναν ξανά σαν παλιούς γνωστούς,
Σε ένα γωνιακό μπαράκι της Αθήνας,
Και μια μελαγχολική Beth Gibbons σκόρπιζε
Ανάμεσα στα ποτήρια,γύρω στον μπλε αέρα
Τη ραγισμένη της φωνή…

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Σου ψιθυρίζω «μη φοβάσαι»







Δεν στο είπα χτες,
Είδα πως δάκρυσες.
Οι νύχτες πέφτανε νεκρές
Από σφαίρες παιδιών
Και στα πόδια μας
Γνέφανε οι κολασμένοι
Να πέσουμε στη φωτιά.
Η πόλη έλιωσε σαν κερί
Έξω απ’το παράθυρό μας,
Μωρό μου δεν είναι για μας,
Μου είπες, αυτοί οι καιροί.
Ο κόσμος έλιωσε σαν κερί
Έξω απ’το παράθυρό μας.


Έρχομαι στο κρεβάτι
Κοιμάσαι ,σού ψιθυρίζω
Μη φοβάσαι ,
Μικρός έγραφα στίχους
Σε μια ηλιόλουστη αυλή,
Θυμάμαι το δέντρο,
Οι ρίζες του έσκαβαν τη γη.


Χαμογέλασες στον ύπνο σου,
Οι εφιάλτες κυλούν στον Άδη
Και οι κολασμένοι σωπαίνουν.
Η πόλη παίρνει τη μορφή της πάλι.
Καθώς η αυγή ξημερώνει ,
Ένα δάκρυ σου , μου λέει
Καλημέρα …




Στην Ι.





Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Ανατροπή







Το χτες ήρθε και ρώτησε που είναι το αύριο με ύφος πολύ εκνευρισμένο . Δυσκολεύτηκα να απαντήσω , σάστισα κι εγώ , ένα τσιγάρο δεν υπάρχει εδώ γύρω , μήτε εκείνο το πακέτο που είχα σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη σαν αρχαίο μνημείο αλλοτινών μεγαλείων . Κοίταξα τα άδεια μπουκάλια από μπύρες , κυρίως Bud ,  κι αυτά σκονισμένα περασμένα φοιτητικά χρόνια που ξεμένουν στοιχειωμένα σε μπουκάλια άδεια . Η προσπάθεια του ανθρώπου να συγκρατήσει εγωιστικά τον χρόνο , να τον δαμάσει , να τον κάνει το μπολερό του σε μια ανέλπιδη μάχη προς το τέλος.

Το χτες ρώτησε που είναι το αύριο και δεν είχα τι να του απαντήσω , του λέω να ρώτα εκείνον τον ασπρομάλλη δημοσιογράφο στην TV που τα ξέρει όλα , αυτόν με τα γυαλιά και το στόμα ξεχειλωμένο μουνί , το όνομά του θυμίζει υποκρισία σε ξένη γλώσσα. Του λέω να ρώτα εκείνον τον χοντρό πολιτικό που βαφτίζει λαΪκισμό την απλή πραγματικότητα , που γελάει όλη την ώρα και η καλοφαγομένη κοιλιά του σέρνεται σαν γιγάντια αμοιβάδα πάνω στο τραπέζι . Ρώτα την τυχοδιώκτρια πιο δίπλα τους που για αυτή ο θεσμός που ζει είναι η κληρονομούμενη ανοησία , γιατί το μήλο κάτω από την μηλιά θα πέσει και γιατί όλα εν τέλει είναι θέμα εγωισμού και φιλοδοξίας .

Ρώτα εμένα τέλος γιατί ακόμα δεν έχω σηκωθεί από αυτόν τον καναπέ και να φυτέψω μια σφαίρα από κραυγές στο σύστημα , ρώτα τους άλλους γιατί παραμένουν ακόμα σιωπηλοί . Γιατί σιωπούν ακόμα.

Το χτες λέει οι καιροί είναι δύσκολοι , οι δαίμονες γύρισαν και διψούν για αίμα , ίσως το αύριο μού πει κάτι, λέει , μα το αύριο λείπει , κάπου χάθηκε , το ψάχνω παντού .

Ξέρω , λέω , φαντάζομαι ..

Από ιστορίες φαντασμάτων , εκείνων των σκιών που μιλάνε μεταξύ τους ψιθυριστά στο σκοτάδι , από τις ιστορίες τους άκουσα νύχτες μετά για το χτες και την αναζήτησή του . Γέλαγαν κάπως πικρά , σαν εκείνο το γέλιο που είναι κλάμα στην ουσία , στην καρδιά του μέσα είναι δάκρυ , ίσως το πιο βαρύ από όλα , το πιο μαύρο από όλα . Πλησίασα σιγά σιγά , πλησίασα το δωμάτιο το άδειο του σπιτιού μου , δεν άνοιξα το φως μόνο έστησα αυτί να ακούσω τι λένε οι σκιές .

Το χτες  λοιπόν γύρισε τον κόσμο , δεν βρήκε το αύριο , πήγε στο φεγγάρι και στη φωτεινή και στη σκοτεινή πλευρά του , αλλά τίποτα , πήγε στον κόκκινο Άρη αλλά ούτε κει βρήκε το αύριο , καθώς τραβούσε προς το μάτι του Δία  μια λάμψη από τη Γη το έκανε να γυρίσει πίσω . Το χτες προσγειώθηκε με δύναμη σε ένα δάσος κάπου στο βορρά , στην πορεία του τη ξέφρενη πήραν φωτιά τα δέντρα γύρω του , άνοιξε δρόμο από στάχτη , αλλά το χιόνι περιόρισε την καταστροφή .

Εκεί πίσω από ένα μεγάλο βράχο άκουσε το αύριο να του μιλά , γνώριζε τη φωνή του, αδέρφια από καταβολής στιγμών , πλησίασε αργά και πήγε πίσω από το βράχο . Η φωνή του κάνει εδώ μπροστά σου στέκομαι χτες  και το χτες τρομαγμένο ρίγησε και έπεσε στη γη ξέπνοο .

Γιατί τι είδε ?, ρώτησε μια σκιά δίπλα στο κρεβάτι .

Είδε έναν καθρέπτη και μέσα τον εαυτό του , απάντησε μια άλλη.


Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Μου θύμησες μια αρχαία χορεύτρια ...







Στο χέρι σου αποκεφαλίζονται
Οι μέρες, σαν φτωχοί προφήτες
Προδομένες από ένα χορό ξωτικό,
Άγαρμπα τσαλακωμένες στο μυαλό,
Ως να βρεθούν οι σκιές τους στην όχθη
Και τα σώματά τους στο ποτάμι,
Σε αυτό το ποτάμι της Λήθης που λένε,
Γιατί οι σκιές πάντα μένουν πίσω
Να σου φέρνουν κύκλους στα μάτια,
Συννεφιασμένα πρωινά,νεκρές νύχτες.
Λες καρδιά ίσως είναι καιρός πια,
Μα εκείνη σε δίνει συνέχεια κάθε φορά,
Παίζει τον ρουφιάνο της ζωής σου,
Μέχρι με έναν χτύπο να σε καληνυχτίσει .
Να σε καληνυχτίσει .


Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Το Τρίτο Πνεύμα






Το φάντασμα κάθισε δίπλα μου

Πήρε το κοντρόλ κι άρχισε να αλλάζει

Κανάλια στην τηλεόραση

Έμεινε τελικά να κοιτά ένα με κάτι

Χαλιά , λέγανε περσικά.

<<Πόσο θα ήθελα να ξαπλώσω

Σε ένα από αυτά , να μην σκέφτομαι

Πρέπει να αγοράσεις κι εσύ ένα>>, μού είπε.

<<Φάντασμα άσε τις βλακείες και πες μου

Υπάρχεις στα αλήθεια ή φταίει το ποτό?>>

<<Ποια η διαφορά man ?>>

Γελάω , έξω έρχονται Χριστούγεννα

Στη πόλη μας ,

Στη χώρα μας ,

Στην Γαμημένα Ενωμένη Ευρώπη μας,

Στον ανθρωπισμό του ανθρώπου .

<<Φάντασμα…>>, κάνω να  πω.

<<Πνεύμα είμαι >>, με διορθώνει.

<<Πνεύμα Χριστουγέννων παλιών , τωρινών

Αυριανών ,

Δεν ξέρω τι θες από μένα

Αλλά δεν κρύβω πουθενά λεφτά

Κάτι ψιλά έχω, πάρτα και φύγε.

Μόνο σε παρακαλώ μην μου χαλάς

Το βράδυ.>>

Το Πνεύμα πήγε προς τη βρύση

Έριξε λίγο νερό στο θολό πρόσωπό του

Πέταξε την πετσέτα μακριά

Είπε <<οκ man σε αφήνω

Δεν ξέρω τι με έπιασε , μια στάση έκανα>>.

Ίσως το σκουπιδιάρικο άρχισε να φορτώνει

Τους κάδους έξω,

Ίσως ήταν το αίμα που στροβιλιζόταν

Στα μελίγγια,

Ίσως η πόλη μύριζε πάλι καμένο δέρμα.

Το Πνεύμα τράβηξε στη πόρτα λυπημένο,

Πριν φύγει γυρνάει,

Με ήρεμη μπάσα φωνή μου λέει,

<<Δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω πια

Βλέπω τους φτωχούς ok

Αλλά οι άλλοι δεν φαίνονται

Όλοι στο χαμόγελό τους , στα κοστούμια τους

Στις φιλανθρωπίες τους

Τέλειοι για τα υπόλοιπα πνεύματα>>

<<Ο κόσμος αλλάζει πρόσωπα φίλε>> , του κάνω

και μια πρόποση δικιά μου φεύγει στον αέρα.

<<Και του χρόνου >>, του λέω

Πριν χαθεί τελείως μέσα στη πόρτα.

Τα φωτάκια στο απέναντι σπίτι

Αναβοσβήνουν.

Η κοπέλα μέσα μού φωνάζει

Νυσταγμένη πότε θα έρθεις ?

Και στην τηλεόραση ένας δημοσιογράφος

Ρωτάει

<<Τι φοβάστε?>> σε ένα πολιτικό

Γελάω πάλι

Το Τρίτο Πνεύμα , απαντάω σχεδόν φωναχτά..

Η κοπέλα μου μέσα αναστενάζει

Και το σκουπιδιάρικο έχει ώρα που έφυγε…