Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Μυστικός Δείπνος

''εδώ
σε στάση μάχιμου νεκρού
φονεύω
και φονεύομαι...''

Αντώνης Μυκονιάτης




Ήπια τη λίγη τεκίλα που είχε μείνει στο ποτήρι μου και κοίταξα προς το γκαρσόνι στην μπάρα.Του έκανα νόημα να φέρει άλλο ένα.Άνοιξα το πορτοφόλι μου να δω αν μου έφταναν τα λεφτά.Οκ μου έμεναν κάτι ψιλά για να πάρω ταξί για το σπίτι.
Ο μικρός έφερε το ποτό και το άφησε διακριτικά στην άκρη του τραπεζιού.Έξυπνο παιδί.
Κοίταξα έξω από τη θαμπή τζαμαρία του μαγαζιού.Πρέπει να έβρεχε.Κάποιοι έτρεχαν να προλάβουν να κρυφτούν κάπου για να μη βραχούν.
Εδώ έβρεχε και σε κάποια άλλη γωνιά του κόσμου τώρα κάποιος θα ρέμβαζε κοιτάζοντας τη νυχτερινή θάλασσα.Κάπου στο βορρά οι Εσκιμώοι θα κούρνιαζαν στις κουβέρτες τους από τομάρια και στην Ανατολή ένας πατέρας θα έθαβε το παιδί του.
Περίεργες σκέψεις σου φέρνει το ποτό.
Ένιωθα να λύνεται αυτός ο κόμπος στον λαιμό μου που με ρήμαζε,με έπνιγε κάθε μέρα.
Εδώ στο μικρό μπαράκι,στο ‘’Νερό που καίει’’,ένιωθα ήρεμος.Σαν ένα καταφύγιο μέσα στη πόλη όπου άφηνα τις έγνοιες έξω από την πόρτα.Και το πιο σημαντικό άφηνα το χρόνο έξω.Όταν έμπαινα μέσα στο ξύλινο στέκι μου,γύρναγα ήσυχα κι ωραία και με τρόπο έλεγα στον σπασίκλα,στον ξερόλα χρόνο που ήταν δίπλα μου,του έλεγα <<Έι φίλε φτάνει!Ως εδώ..Δεν πας παραμέσα..>>
Κι ένιωθα έτσι κάπως ελεύθερος.Κάπως προστατευμένος από τη δίνη της ζωής έξω.
Δεν μίλαγα σε κανέναν εκεί μέσα.Ήξερα φάτσες αλλά δεν μίλαγα σε κανέναν.Και ούτε και οι άλλοι με ενόχλησαν ποτέ.Υπήρχε αυτός ο αμοιβαίος σεβασμός που μπορούσες να τον βρεις μόνο σε εκείνα τα μέρη.
Κατά τις 3 φεύγαν όλα τα ζευγαράκια,όλα τα άσχετα πρόσωπα που κατά καιρούς επισκέπτονταν αυτό το μέρος.Έμεναν μόνο οι γνωστοί άγνωστοι θαμώνες.Όλοι κι όλοι ήταν δεν ήταν δώδεκα άτομα.
Αυτός ο τύπος στη μέση του μαγαζιού που έπινε συνέχεια κόκκινο κρασί.Είχε κάτι μακριά μαύρα μαλλιά και σε συνδυασμό με τα γένια του μού θύμιζε κάτι από ασκητή ή από αρχαίο προφήτη.
Πιο δίπλα του ήταν ένας νέος,με θηλυπρεπή κάπως χαρακτηριστικά προσώπου.Σε κάθε γουλιά βότκα που έπινε,έμοιαζε να μορφάζει από πόνο και χαλούσε η ήρεμη όψη του από τις συσπάσεις.Άκουγα το γκαρσόνι που τον φώναζε Γιάννη ώρες ώρες.
Υπήρχε και κείνος ο χοντρός τύπος με το άγριο παρουσιαστικό.Κάπνιζε σα φουγάρο και κατέβαζε τις μπύρες μία μετά την άλλη.Αυτός καθόταν στο τραπεζάκι αριστερά του ‘’προφήτη’’ και θυμάμαι μια φορά που τράβηξε μαχαίρι σε έναν νεαρό που πέρασε δίπλα του και έχυσε κατά λάθος το ποτό του πάνω του.Εμένα πιο πολύ μου έμοιαζε για σκυλί που γαβγίζει αλλά δεν δαγκώνει.
Οι άλλοι βαριέμαι να τους περιγράψω τώρα,αλλά το θέμα είναι ότι όλη αυτή η βραδινή μάζωξη στο Νερό Που Καίει φάνταζε να είναι ιερή.Αν κάποιο βράδυ έλειπε κάποιος από τη θέση του,έβλεπες την ανησυχία στα μάτια των άλλων.Κι όταν αργότερα έκανε την εμφάνισή του ή ερχόταν έστω τις επόμενες ημέρες,έβλεπες καθαρά την ανακούφιση και την κρυφή χαρά στα μάτια όλων.
Εκείνο το βράδυ όμως,όλα ήταν διαφορετικά.Ίσως ήταν η ξαφνική ανοιξιάτικη βροχή που έπεφτε έξω,ίσως ήταν το μελαγχολικό τραγούδι των Portishead που έπαιζε χαμηλόφωνα στα ηχεία,ίσως ήταν χίλιοι άλλοι λόγοι που είχαν συνωμοτήσει κατά της χαράς εκείνη την ώρα…
Ο ‘’προφήτης’’ είχε ιδρώσει και τα χέρια του ψιλοέτρεμαν κάθε φορά που άγγιζε το κρασί του.
Ο νεαρός με το ωραίο πρόσωπο κοίταζε ανήσυχα προς το μέρος του και κάποια στιγμή πήγε προς αυτόν,έσκυψε και κάτι τον ρώτησε στο αυτί.Ο ‘’προφήτης’’ του απάντησε και μου φάνηκε σαν να τον καθησύχαζε για κάτι.
Ένιωσα την αόρατη θηλιά να με σφίγγει γύρω από το λαιμό καθώς κάποια ανησυχία,κάποιος φόβος παράλογος με έπιασε.Κατέβασα γρήγορα την τεκίλα και ζήτησα κι άλλο ποτήρι.Κοίταξα προς την πόρτα εξόδου και με φρίκη διαπίστωσα ότι ο χρόνος δεν με περίμενε εκεί απέξω.Ήταν πια μέσα και είχε διαχυθεί στο χώρο αυτό,τον τόσο ιερό για μένα.
Εκείνη τη στιγμή το γκαρσόνι ήρθε και με έκπληξη διαπίστωσα ότι μού είχε φέρει ένα ποτήρι κόκκινο κρασί αντί για τεκίλα που του είχα ζητήσει.Του το έδειξα και πήγα να του το πω όταν με σταμάτησε με το χέρι του και μου είπε <<Κερασμένο από τον κύριο στο κέντρο..Επέμενε..>>
Κοίταξα τον ΄΄προφήτη’’ και του έκανα νόημα ευχαριστώ.Δεν πειράζει,αρκεί που ήταν τζάμπα.Κερδισμένο αλκοόλ,κερδισμένα λεφτά.
Έχοντας φτάσει στο μισό το κρασί στο ποτήρι μου,είδα ξαφνιασμένος ότι και οι υπόλοιποι γνωστοί θαμώνες έπιναν από το ίδιο κόκκινο κρασί που έπινα εγώ και ο ΄΄προφήτης’’.Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό.Δεν φαινόταν να γιορτάζει τίποτα ο τύπος για να κερνάει το μαγαζί ολόκληρο.Βασικά το αντίθετο.Έμοιαζε να είναι αρκετά λυπημένος για κάτι.
Όταν κόπασαν οι αστραπές έξω και έγινε πάλι σκοτάδι μέσα,ο τύπος με τα μακριά μαλλιά και τα γένια σηκώθηκε όρθιος με το ποτήρι στο χέρι του και το σήκωσε ψηλά σαν να έκανε μια πρόποση.Έμεινε εκεί σε αυτή τη στάση για λίγα λεπτά χωρίς να πει τίποτα και όλοι τον κοιτάζαμε ασάλευτοι με τις ανάσες μας σταματημένες κάπου στη μέση της τραχείας.
<<Αυτό το κρασί είμαι εγώ!Να με θυμάστε γιατί αύριο θα φύγω…>> είπε και σωριάστηκε στην καρέκλα του ξέπνοα καθώς ένας μικρός λυγμός έβγαινε από τα στήθη του.
Είχαμε όλοι κοκαλώσει και είμαι σίγουρος ότι ένιωσα τον σώμα μου να ανατριχιάζει μόλις πρόφερε αυτά τα λόγια.
Ο χοντρός έριξε κάτω το ποτήρι του και το έσπασε σε μικρά κομμάτια,αφήνοντας να του ξεφύγει μια τρομερή βρισιά.Ο όμορφος νεαρός έκλαιγε στη γωνιά του και οι άλλοι κοιτάζονταν μεταξύ τους απορημένοι.
Εγώ είχα αρχίσει να ιδρώνω και να νιώθω σαν να πνίγομαι μέσα στο πουκάμισό μου.
Κοίταξα προς τον ‘’προφήτη’’ και τον είδα να με έχει καρφώσει με τα μάτια του.Να με παρατηρεί με ένα απόκοσμο βλέμμα.Μου φάνηκε να μου γνέφει καταφατικά και τότε ένιωσα τους τοίχους να σωριάζονται πάνω μου,το όλο μέρος να μαζεύει και να με τυλίγει,να με πνίγει χωρίς έλεος.Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου αστραπιαία και τότε,ΤΟΤΕ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΟΛΑ.
Σηκώθηκα από το τραπέζι και περπάτησα τρεκλίζοντας προς την πόρτα.Δεν άφησα καν λεφτά για τα ποτά μου.Κανένας δεν με φώναξε να πληρώσω.
Άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω στον αέρα χωρίς να κοιτάξω πίσω μου.
Η νύχτα έβρεχε.Έβρεχε αίμα από ψηλά…

(Στα αδέρφια μου)


4 σχόλια:

  1. "...Εδώ έβρεχε και σε κάποια άλλη γωνιά του κόσμου τώρα κάποιος θα ρέμβαζε κοιτάζοντας τη νυχτερινή θάλασσα.Κάπου στο βορρά οι Εσκιμώοι θα κούρνιαζαν στις κουβέρτες τους από τομάρια και στην Ανατολή ένας πατέρας θα έθαβε το παιδί του.
    Περίεργες σκέψεις σου φέρνει το ποτό..."

    "...Κοίταξα προς την πόρτα εξόδου και με φρίκη διαπίστωσα ότι ο χρόνος δεν με περίμενε εκεί απέξω..."

    Το ρίγος της ανάγνωσης δεν είναι κάτι που μπορεί να αποτυπωθεί με λέξεις φίλε μου... το ρίγος που μου μετέδωσες... κάτι το μοναδικό... είσαι σπουδαίος 'γραφιάς' Ηλία... κάθε φορά το λέω και κάθε φορά που σε διαβάζω ανατριχιάζω... δεν στο λέω με υπερβολή, τούτο το μικρό σου αφήγημα με καθήλωσε πάλι... το ξεδίπλωσες με τρόπο που ακυρώνει όλα τα άλλα... τελικά, σπουδαίος συγγραφέας είναι αυτός που καταφέρνει να ακυρώσει το χρόνο στον αναγνώστη, να τον μεταθέσει στο δικό του τόπο που είναι μαζί και χρόνος... να τον αρπάξει με την πρώτη φράση και να μην τον αφήνει με τίποτα! με με τίποτα!
    δεν έχω προς στιγμήν άλλα να πω... σπεύδω να απολαύσω ξανά την ιστορία σου...
    ένα όμορφο Σαββατοκύριακο να έχεις! [ευχαριστώ και για την τιμή με τους στίχους μου... σα να απέκτησαν ξαφνικά μια άλλη διάσταση...]

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Nα 'σαι καλά φίλε μου Αντώνη..
    Με τιμούν και με συγκινούν κάθε φορά τα λόγια σου!
    Δεν μου ήρθαν στο μυαλό πιο κατάλληλοι στίχοι από τους δικούς σου,που να μπορούν να περιγράψουν το ρόλο του ήρωα στο συγκεκριμένο διήγημα..Τον τραγικό ρόλο του ''Ιούδα''...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ηλία, για μια ακόμη φορά μια αληθινή στην τραγικότητά της ιστορία! Με κατέπληξες πάλι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή