Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι




Έκανα μια βουτιά στα παγωμένα νερά της θάλασσας να νιώσω λίγο.Να ξυπνήσω λίγο.Είναι περίπου 7 το πρωί.Ο πατέρας μου έφυγε πριν από λίγο για το χασάπικο.Τον παρατηρούσα καθώς έπινε αργά τον καφέ του,λίγο πριν φύγει.Γέρασε κι αυτός.Γέρασε και το πάλαι ποτέ πρότυπό μου,αυτό που πάντα νόμιζα ότι είχε δίκαιο σε όλα.Δεν σε κατηγορώ πατέρα,απλά με τον χρόνο όλοι έτσι καταλήγουμε.Και καταλαβαίνουμε ότι κανείς δεν έχει δίκαιο σε όλα και κανείς δεν είναι τελικά το ιδανικό και το απόλυτο είδωλο.
Στα μάτια ενός παιδιού όλα μοιάζουν όμορφα,ιδανικά πλασμένα.Αλλά μεγαλώνοντας οι επιλογές και οι καθημερινότητες,οι συναλλαγές με άλλους,σε αλλάζουν.Σου γκρεμίζουν πρότυπα αλλά και σου δημιουργούν άλλα.Απλά άμα είσαι λίγο μάγκας και λίγο έξυπνος,εν τέλει δεν πιστεύεις στα είδωλα.Διαλέγεις το κομμάτι που σου ταιριάζει καλύτερα από όλο αυτό το πάνθεον και φτιάχνεις την δική σου ιστορία.Και αν είσαι ακόμα πιο έξυπνος δεν πιστεύεις καν την δική σου ιστορία.Γιατί απλά κι αυτή δεν είναι καν δική σου.Δεν πιστεύεις σε τίποτα.Απλά ζεις.Δύσκολο πολύ όμως αυτό.Και όποιος λέει ότι το έχει πετύχει είναι είτε τρελός είτε μεγάλος υποκριτής.Κι από αυτούς έχουμε όλοι πήξει.Οπότε ας πάνε να γαμηθούνε.
Ο πατέρας μου μού έκανε ένα δώρο όταν έγινα 6 χρονών.Ήταν ένα μικρό βιβλίο που λεγόταν ‘’Μια φορά κι έναν καιρό’’.Ήταν το πρώτο μου βιβλίο και για αυτό θυμάμαι είχα γράψει πάνω την ημερομηνία που μου το είχε χαρίσει.Ήταν παραμύθι αλλά ένα περίεργο παραμύθι.Δεν μπορούσα να το καταλάβω,ήταν κάπως σκοτείνο και το τέλος του δεν μου φάνηκε για καλό.Ωστόσο υποσχέθηκα στον εαυτό μου να το διαβάσω όταν μεγάλω να κάπως.Πίστευα τότε πως οι μεγάλοι τα ξέρουν όλα,τα καταλαβαίνουν όλα.Να άλλη μια μαλακία που όταν μεγάλωσα διαπίστωσα ότι δεν ισχύει καθόλου.
Ο γέρος έβγαινε με την ψαρόβαρκά του να μαζέψει τα δίχτυα.Έσκιζε η βάρκα του την ήρεμη θάλασσα και εγώ έμεινα να επιπλέω με κλειστά τα μάτια προσπαθώντας να σκεφτώ αυτή την εικόνα που είδα.Την εικόνα χωρίς λέξεις.Μα να οι λέξεις με πρόδωσαν και μπήκαν στο μυαλό μου κι από κει στο χαρτί.Οι λέξεις πάντα σε προδίδουν γιατί ποτέ δεν είναι αρκετές για να ντύσεις την σκέψη σου,γιατί ποτέ δεν είναι αντάξιες των περιστάσεων και γιατί πάντα επιμένουν όμως να εμφανίζονται.Οι καλύτεροι ποιητές είναι αυτοί που δεν κατάφεραν να γράψουν ούτε έναν στίχο.Οι καλύτεροι παραμυθάδες είναι εκείνοι που δεν τόλμησαν ποτέ να πουν ένα παραμύθι.Τα καλύτερα ποιήματα είναι αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ.Αυτό το τελευταίο μού φαίνεται το έχουν ξαναπεί.
Αυτές οι μέρες κυλάνε έτσι.Κάπως μονότονα,ήρεμα.Μου αρέσει όμως γιατί είμαι σχετικά μακριά από τον πολύ κόσμο.Από τις παραλίες τους τις μεγάλες,από τα γεμάτα μπαράκια τους,από τα χαζοπάρτι τους.Είμαι εγώ,η θάλασσα και ο ουρανός.Α ναι και αυτός ο ήλιος.Ταξίδεψα μέρες και γύρισα στο καταφύγιό μου πάλι.Κουβεντιάζω πολύ καλά με τον εαυτό μου και ταξιδεύοντας αλλά και εδώ ηρεμώντας.Κι αυτό είναι κάτι καλό αρκεί να μην σε σπρώχνει προς την τρέλα και την αυτοκτονία ώρες ώρες.
Σε αυτό το μέρος την είχα φέρει παλιά.Λάθος μου το ξέρω.Δεν σέρνεις την αγάπη σου στο μέρος όπου είναι η ιαματική πηγή για όλα τα πάθη σου.Είναι σαν να στιλατεύεις κάτι ιερό.Γιατί όταν η αγάπη φύγει μένουν οι αναμνήσεις και είναι σαν περιττώματα σε ένα καταπράσινο δικό σου λιβάδι.Οι αναμνήσεις σε κυνηγάνε ανελέητα παντού,όχι όμως και στο δικό σου προσωπικό καταφύγιο.Απλά μπαίνεις μέσα και κλείνεις την πόρτα πίσω σου.Λοιπόν εγώ έκανα το λάθος να αφήσω την πόρτα ανοιχτη για να μπει η αγάπη μέσα και να τα διαλύσει όλα.Ήταν μεταμφιεσμένη φίλε μου.Ύπουλη όπως πάντα.
Αλλά τελικά η μαγεία και η δύναμη αυτού του μέρους-καταφύγιου είναι ότι καταφέρνει εν τέλει να γιατρέψει και να εξαλείψει και το μίασμα.Τα περιττώματα της αγάπης καλύφτηκαν από χορτάρι και κόκκινες παπαρούνες κι έτσι ανασαίνω πάλι ελεύθερος.Ο τρόμος και ο ιδρώτας που με έπιανε συχνά παλιά,τώρα έχει περιοριστεί κατά πολύ.Περιορίζω την σκέψη και αυτό προάγει τον καλύτερο εσωτερικό διάλογο που οδηγεί σε μια γλυκιά ηρεμία…
Η γυναίκα δίπλα έχει 2 μικρά παιδάκια που είναι όλο χαρά και φασαρία.Επίσης έχει και καρκίνο στο κεφάλι.Η γιαγιά με δάκρυα στα μάτια μού είπε ότι οι μέρες της είναι μετρημένες.Κι όμως η γυναίκα αυτή δεν δείχνει να φοβάται ή να είναι λυπημένη.Δείχνει να έχει μια απολύτως φυσιολογική ζωή.Τώρα βέβαια κανείς δεν ξέρει αν τα βράδια κλαίει στο κρεβάτι της ή κάπου απόμερα.Και κανείς δεν μπορεί να ορίσει τι είναι φυσιολογική ζωή.Θα έλεγα ότι ο καθένας έχει την δική του ΄΄φυσιολογική΄΄ αντίδραση στα διάφορα δεινά που του παρουσιάζονται.Οι ήρωες ξεχωρίζουν επειδή η δική τους φυσιολογική αντίδραση είναι συνήθως τρελή για τους πιο πολλούς.
Οι δικοί μου ήρωες ήταν παλιά ιππότες,βασιλιάδες,στρατηγοί και ..ποδοσφαιριστές.Τώρα είναι άλλοι.Αυτοί οι ξένοι,αυτοί οι απλοί που ποτέ δεν χρειάστηκε να σκοτώσουν κανέναν παρά μόνο τον εαυτό τους όταν έβλεπαν ότι δεν τους άντεχε ο κόσμος και τα πράγματα γύρω τους.Είναι καθημερινοί άνθρωποι που απλά τόλμησαν να που το αυτονόητο με τις αληθινές λέξεις,απογυμνωμένες από διάφορα φορέματα.Το γυμνό πάντα είναι ωραίο και πάντα αθώο.Δεν προκαλεί παρά μόνο τα μάτια των υποκριτών και των δειλών.
Σε αυτούς τους ήρωες τους δικούς μου ανήκει ο γέρο Τσαρλς,ο τραγικός Φερνάντο,ο παλαβιάρης Σκαρίμπας,ο οργισμένος Κέιβ και διάφοροι άλλοι.Σ αυτούς ανήκει,ναι, και ο πατέρας μου και η μάνα μου που ξημεροβραδιάζονται στο χασάπικο για λίγα φράγκα προκειμένου να μορφώσουν τα παιδιά τους,που θυσιάζουν τα καλοκαίρια τους και τα όμορφα βράδια τους πάνω από λογαριασμούς και κουτσουρεμένους μισθούς.Στους ήρωές μου ανήκει εκείνος ο γέρος με τα μακριά μαλλιά και τα άσπρα μούσια που δουλεύει όλη την μέρα στον περιπτερά κάτω από το σπίτι μου,που κουβαλάει όλη μέρα νερά και κουτιά αναψυκτικά με αντάλλαγμα ένα κρύο σάντουιτς και μια μπύρα.Και που ποτέ δεν βλέπω το πρόσωπό του λυπημένο και κουρασμένο.Ένας σύγχρονος Ζορμπάς που ποτέ δεν θα διαβάσουν γι’αυτόν καθωσπρέπει κυρίες και κύριοι δίπλα από μια κυριλέ πισίνα καθώς θα πίνουν το δροσιστικό μοχίτο τους.
Ο δικός μου ήρωας είναι ο λαχειοπώλης ο Νίκος που γυρνάει σε όλους τους δρόμους της πόλης πάντα με το όμορφο χαμόγελό του και δεν πουλάει μόνο λαχεία αλλά και μια αισιοδοξία που μας χρειάζεται αυτούς τους καιρούς.Είναι η Ιζαμπέλα και η Άννα που ήρθαν από μακριά για εδώ,για το όνειρό τους,και που παρόλα τα σκατά που τους κέρασαν,παρόλη την τρύπα που χορεύουν κάθε βράδυ ξεγυμνώνοντας το κορμί τους μπροστά σε σάπια αντρικά βλέμματα,παρόλα αυτά μου μίλαγαν για τα όνειρά τους ένα ήρεμο βράδυ σε μια παραλία της Λευκάδας.
Βλέπεις Φερνάντο,δεν είναι κακό να έχεις όνειρα.Το θέμα είναι να τα κρατάς ακόμα κι όταν οι άλλοι τα φτύνουν και στα σκοτώνουν.Ακόμα κι όταν εσύ ο ίδιος κατουράς πάνω τους.Τα όνειρα ποτέ δεν έβλαψαν κανέναν.Μόνο τους μεγάλους.
Έλεγα με τα παιδιά,έλεγα με την παλιοπαρέα πόσο χαμηλά έχει πέσει αυτή η κοινωνία.Πόσο καταρρέει κάτω από το βάρος της διαφθοράς,της μεγαλομανίας και της ηλιθιότητας.Δεν γουστάρω να γράφω για πολιτική και για οικονομία.Έγραφα πάντοτε παραμύθια για τον εαυτό μου και για τις γυναίκες που κατά καιρούς αγάπησα.Αλλά οι άνθρωποι αλλάζουν.Τους αλλάζουν.Και δεν μπορώ να μην πω αυτό που βλέπω,αυτό που αισθάνομαι συνεχώς αυτές τις μέρες.
Τα πράγματα έχουν αγριέψει.Η κοινωνία έχει αγριέψει.Έχει συσσωρευτεί μια οργή εδώ και χρόνια που φοβάμαι σύντομα θα ξεσπάσει.Που πρέπει να ξεσπάσει.Το θέμα είναι πάνω σε ποιον.
Τα χρέη,τα λεφτά και οι μισθοί που όλο και λιγοστεύουν,οι νέοι που δεν βρίσκουν δουλειά,οι νέοι που εργάζονται όλο και πιο μικροί για ένα φράγκο,οι νέοι που ψάχνουν την επανάστασή τους.Η ξεπουλημένη γενιά του Πολυτεχνείου που κυκλοφορεί με μερσεντές,σακάκια και μαύρους χαρτοφύλακες,που έθρεψε τα παιδιά της με βιντεοπαιχνίδια και τηλεόραση,που τα έκανε μαριονέτες στα χέρια της.Όλα αυτά ψάχνουν τον δρόμο τους προς την σύγκρουση και την κάθαρση.Και ο καιρός φτάνει γιατί ο κόσμος άρχισε να πεινάει.Και ο άνθρωπος σαν ζώο που είναι,όταν πεινάσει αντιδρά βίαια,ξυπνά για να βρει την τροφή του,αυτούς που του την στέρησαν,που του την έκλεψαν.
Η όλη φάση μου θυμίζει παιδάκια του δημοτικού.Ο ταμίας μας και ο πρόεδρος της τάξης είναι δύο καλά βουτηρόπαιδα με γυαλάκια και πόλο μ πλουζάκια που ταυτόχρονα είναι και οι πιο καλοί μαθητές.Τους βγάλαμε γιατί πιστέψαμε ότι εξαιτίας της σωστής μόρφωσής τους από το σπίτι θα ξέρουν κάτι παραπάνω για να κάνουν κάτι για την τάξη.Για να μαζέψουν κανένα λεφτό για τίποτα αφίσες και εκδρομές.Τους βγάλαμε γιατί μας επηρρέασε και η δασκάλα αλλά και γιατί είναι και τα αγαπημένα παιδιά της δασκάλας,οπότε θα μπορέσουν να αποσπάσουν κάποια ευνοικα ναι για μας από αυτήν.
Αλλά οι εκδρομές δεν ήρθαν ποτέ,ούτε οι αφίσες.Τα λεφτά που δίναμε είπαν πως τα έχασαν.Αλλά εγώ για να τα μαζέψω δεν έτρωγα το κουλούρι μου για μέρες,ενώ αυτή συνέχισαν και μετά την απώλεια να τρώνε το burger τους με τον χυμό πορτοκάλι δίπλα τους.Η δασκάλα έκανε τα στραβά μάτια γιατί δεν τολμούσε να κατηγορήσει τα καλά αυτά παιδιά ανοιχτά.Αλλά γιατί ίσως και επειδή το νέο της βραχιόλι να ήταν ένα μικρό δωράκι από αυτά.
Και οκ το χειρότερο δεν είναι αυτό.Το χειρότερο είναι ότι μια μέρα τα παιδιά αυτά έρχονται και μας λένε ότι χρωστάμε κι από πάνω κι ότι για το καλό της τάξης πρέπει να πληρώσουμε κι άλλα λεφτά σε αυτούς.Και προσέξτε,προσέξτε,εδώ συμφωνεί η δασκάλα...
Η οργή ξεχειλίζει από μέσα μου καθώς νιώθω το στομάχι μου να γουργουρίζει σαν γάτα και καθώς σκέφτομαι και τα επόμενα χαμένα κουλουράκια μου.Βγάζω τα κέρματα από την τσέπη μου και τα κοιτώ.Μετά κοιτώ τα ροδαλά μαγουλάκια του προέδρου και του ταμία μας.Μετά σκέτομαι το θυμωμένο πρόσωπο του πατέρα μου καθώς του ζητάω παραπάνω χαρτζιλίκι για το σχολείο.Και αυτός μου δίνει απρόθυμα αφού έχει σκουπήσει τα χέρια του από τα αίματα στην άσπρη ποδιά του χασάπη.
Κοιτάω και τους άλλους συμμαθητές μου και πάνω κάτω βλέπω το ίδιο βλέμμα.
Αλλά ξέρω μέσα μου πως η οργή βράζει.Γιατί πια καταλάβε τι παίζεται.Και ξέρω πολύ καλά πως τα φλωρόπαιδα αυτά θα τα περιμένουμε στο διάλειμμα εκεί έξω.Θα τα περιμένουμε....Και έτσι όλοι απλά περιμένουμε να χτυπήσει το κουδούνι...
Δεν μας νοιάζει η μετά τιμωρία,δεν μας νοιάζει η βία.Μας νοιάζει η κοροιδία και η ατιμωρησία.Και ξέρω ότι αυτά τα παιδάκια μετά από το διάλειμμα αυτό θα φοβούνται να κυκλοφορούν στο προαύλιο χωρίς την δασκάλα μαζί τους.
Απλά το βράδυ πριν ξαπλώσουμε στο κρεβάτι μας και κλείσουμε τα μάτια για την χώρα των ονείρων ή την χώρα του τίποτα,θα σκεφτούμε για λίγο και την δική μας ηλιθιότητα σε αυτό που έγινε.Την δική μας επιλογή να τους βγάλουμε εκπροσώπους μας.Αυτό ίσως να μας αγχώσει κάπως και να καθυστερήσει τον Μορφέα.Να τον αφήσει για κανά δεκάλεπτο να κάνει ένα τσιγάρο στην γωνιά του δωματίου μας...
Ιζαμπέλα σου έταξα ένα διήγημα..Οκ δεν είναι ακριβώς διήγημα αυτό αλλά ελπίζω να σου αρέσει..

(στην Ιζαμπέλα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου