Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Η νύχτα μου






Ιούνιος του 1822


΄΄Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις το αίμα σου να βράζει.Μια προσμονή και μια άγρια χαρά σε έχει κυριεύσει.Στα μάτια μου είμαι σίγουρος ότι έφεγγαν μικρές φωτιές.Τίποτα δεν κρατούσε τα χέρια που κωπηλατούσαν γρήγορα και χωρίς σταματημό.Οι συνεχείς αναπνοές δυνάμωναν περισσότερο την ανυπομονησία μου.
Κάποτε ο πατέρας μου είχε πει να φοβάμαι τις γαλήνιες και χωρίς φεγγάρι νύχτες.Μα αυτή η νύχτα ήταν δική μου,σύμμαχός μου.Το ένιωθα στα ήρεμα νερά της θάλασσας και στις σκοτεινές ακτές του νησιού πίσω στον ορίζοντα.Νύχτα δικιά μου,εκδικητής στον εχθρό μου.
Από το καράβι του Καρά Αλή ακούγονταν τραγούδια και φωνές χαρούμενες.Έμοιαζε λες και όλος ο κόσμος γιόρταζε κάτι.Κοίταξα προς το νησί μας προσπαθώντας να κρατήσω τα δάκρυα που μου ήρθαν.Σε κείνο τον βράχο πάνω πριν λίγες μέρες ακουγόταν θρήνος και έτρεχε ποτάμι το αίμα.Τώρα ακόμα και οι φωτιές σταμάτησαν να καίνε.Μέσα μας όμως δεν σταμάτησαν ποτέ.Δάγκωσα τα χείλη μου.
Ένα απαλό αεράκι χάιδεψε το πρόσωπό μου.Μαζί του έφερε και την μορφή της.
Ήταν ακόμα εδώ και μου συμπαραστεκόταν.Ήταν ακόμα στις παραλίες που πηγαίναμε,στα φιλιά που δίναμε.Μα το φεγγάρι έλειπε,λες και τρομαγμένο κρύφτηκε κάπου.Θα ζω στο φεγγάρι μού είχε πει λίγο πριν φύγει.Και σε κείνο το φεγγάρι ορκίστηκα εκδίκηση με το αίμα της στα χέρια μου.Τα χείλη μου μάτωσαν.
Όλη η Ελλάδα καιγόταν από άκρη σε άκρη.Ο θάνατος έγινε καλός μας φίλος.Δεν με νοιάζει τίποτα πια.Κοίταξα τον Κανάρη που καθόταν στην πλώρη της βάρκας.Φαινόταν τόσο γαλήνιος,τόσο αγέρωχος.Δεν μίλαγε καθόλου παρά σε όλη την διαδρομή μας κοίταζε στα μάτια.Λες και μας εμψύχωνε από κει.
Λίγα μέτρα μας χώριζαν από την ναυαρχίδα.Από την εκδίκηση μας.Φέρναμε τον θάνατο στον εχθρό μέσα σε λίγα κιβώτια μπαρούτι.Ο Κανάρης σηκώθηκε και στράφηκε προς το καράβι του Αλή.Σήκωσε το δεξί του χέρι κάνοντάς μας νόημα να πάμε πιο σιγά και μετά μας έδειξε το σημείο που θα βάζαμε τα εκρηκτικά.
Δεν θυμάμαι καλά εκείνες τις στιγμές τις τελευταίες πριν την μεγάλη έκρηξη.Το μόνο που θυμάμαι είναι τον Κανάρη να σκύβει και να φιλάει απαλά το τοίχωμα του πλοίου πριν πυροδοτήσει τα εκρηκτικά.Και την προσπάθειά μας να ξεφύγουμε όσο πιο γρήγορα γινόταν από κει.
Λίγη ώρα αργότερα μέσα στην ησυχία της νύχτας ακούστηκε μια μεγάλη έκρηξη.Η ναυαρχίδα πήρε φωτιά αμέσως.Τα τραγούδια κόπηκαν απότομα και κραυγές φόβου και απελπισίας άρχισαν να ακούγονται από το καράβι.Φλόγες τεράστιες και διάφορα πράγματα τινάσσονταν στον αέρα και έπεφταν στην θάλασσα.Στρατιώτες βουτούσαν σαν αναμένες λαμπάδες στο νερό για να σωθούν.Ο καπνός έκανε πιο σκοτεινή την βραδιά.Και έμοιαζε λες και με τον καπνό φεύγαν στον ουρανό και οι ψυχές τον αγαπημένων μας,απελευθερωμένες πια.
Κανείς δεν πανηγύρισε.Όλοι κοίταγαν ανέκφραστοι την καταστροφή μπροστά μας.
Κράτησε ώρες η φωτιά μέχρι που πήρε μαζί της το καράβι στα βαθιά νερά της θάλασσας σκεπάζοντας και τους τελευταίους ήχους της σφαγής.Και μετά σιωπή…’’

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου