Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

H αίγλη της στιγμής





Ο Μπλεκ έφεγγε με το φακό του
 προς το λιμάνι,
Εκεί στις βαρκούλες  
 νόμιζε ότι ήμασταν.
Μουλωχτά μουλωχτά ,
ίσως και με μια δόση γοητείας,
Η Καλυψώ πήγε προς
την κολώνα κι έφτυσε.
Ανελέητο       
 παιδικό κρυφτό και έρωτες.

Ξυπνάω τρομαγμένος 50 και κάτι χρόνια μετά.


Περπάτησα με πόνο ως το γραφείο,
Μνήμες ημερών έρχονται
σακατεμένες
               τη νύχτα,
Ευλογούν το σώμα
 τη ψυχή με οξύ
Και στέκονται να δουν τον
 χορό σου.
Δεν μπορώ να βάλω φωτιά στον εαυτό μου,
Δεν μπορώ να βάλω ζωή
                 στις λέξεις,
    στο χαρτί.

Χτυπάνε τα παραθυρόφυλλα από τον άνεμο,
             Είμαστε σε έναν κόσμο τόσο μικροί,
Ο βήχας βγάζει αίμα και νιώθω σαν μετάξι
Το ξύλο του γραφείου
  
   να κυλάει κάτω από τα δάχτυλα
       
          σχεδόν όπως η βροχή έξω, σχεδόν.
Μήπως δεν σέρνουνε κι αυτά κάποιο
Όμορφο τραγούδι,
κάποιο χάδι σε γυναικείο λαιμό.

Αύριο το πρωί θα μπει στο δωμάτιο μασκαρεμένος
Καμαριέρα τροφαντή,
Ο θάνατος.
Θα ανοίξει τα παράθυρα να ξεμυρίσει ο χώρος,
Θα τινάξει τα παπλώματα,
Θα μου πει σήκω τεμπέλη ξημέρωσε,
Θα ανακλαδιστώ, θα νιώθω πάλι τόσο νέος,
Θα κάνω ότι δε με νοιάζει.
Ίσως σκάσω κι ένα τρυφερό τσιμπλιασμένο χαμόγελο.

Ξέρω τι είσαι, θα του πω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου