Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Προς το φεγγάρι






O Σαλάνι έβγαινε κάθε πρωί – σχεδόν γυμνός –
Διέσχιζε όλο τον κήπο του με τον καφέ να χύνεται
Εδώ και κει,
Το τσιγάρο στο άλλο χέρι,
Τις μπλε παντόφλες,
Κι τράβαγε προς τον στάβλο.
Έβρισκε τον μαύρο του επιστάτη σκυφτό να ρίχνει ζάρια,
Τα κόκκαλα χτύπαγαν στην μεγάλη πόρτα
Και σπάνια έφερναν διπλές
Τις ώρες που ο Σαλάνι έλεγε Καλημέρα.
Η Μουλάτα του μέσα χλιμίντριζε χαρούμενη
Στον αφέντη της
Και ήταν μια καλλονή – είναι η αλήθεια –
Μια καλλονή από τις πέρα πεδιάδες,
Που κανείς όμως δεν καβάλησε ποτέ,
Ούτε ο Σαλάνι
Ούτε ο ίδιος ο Θεός.
Και πέρναγαν τα πρωινά έτσι
Ο Σαλάνι ρώταγε πάντα τον νέγρο βοηθό του
Είναι έτοιμη η Μουλάτα
Έτοιμη αφεντικό
Μα ποτέ δεν την καβαλίκευε,
Έλεγε στους γνωστούς του
Δεν ήρθε η ώρα
Και ήταν αστείο πια στο χωριό
Ο Σαλάνι που 'χασε τη γυναίκα και τους γιους του
- Εκτός από μια παιδική ζωγραφιά με ένα φεγγάρι -
Έχασε και το μυαλό του.
Μα ο νέγρος κούναγε το κεφάλι του
Ξέροντας,
Και οι μέρες πέρναγαν όσο να γίνουν χρόνια
Ώσπου ένα πρωινό
Ο Σαλάνι και η Μουλάτα έφυγαν,
Σαν δαιμόνια χάθηκαν σκοτώνοντας
Κάθε έναν που έβρισκαν
Στο διάβα τους.
Κανείς δεν ξέρει που πήγαν,
Ίσως προς την Κόλαση 
Αν κρίνεις από τα κεφάλια των νεκρών
Που γέρναν έτσι θλιμμένα προς τα κάτω.
Μα εγώ ήξερα
Τράβαγαν προς το φεγγάρι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου