Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Νεάπολη


Tα σπίτια ήταν φτωχικά.
Στέκονταν οι ξύλινες παράγκες
Δίπλα δίπλα η μία στην άλλη
Λες και πάλευαν για μια γωνιά
Στο μικρό λόφο.
Μια γωνιά να χτυπάει ο ήλιος.
Από πίσω και κάτω απλωνόταν η πόλη
Με το λιμάνι της και τα εμπορικά της,
Ασάλευτα πάνω στη θάλασσα.
Λες και περίμεναν κάτι
Για να ζωντανέψουν,
Να συρθούν στο ξεθωριασμένο γαλάζιο.
Ένα κάλεσμα,μια φωνή,κάτι…

Θυμάμαι κάτι με ρώτησες
Καθώς οδηγούσες,
Αλλά τα λόγια δεν τα άκουσα.
Ίσως γιατί χάζευα έξω το μεσημέρι,
Ίσως γιατί δεν υπήρξαν ποτέ λόγια.
Μοιάζαμε πάντα σαν θλιμμένα αγάλματα
Αφημένα σε μια κίνηση
Πάνω σε άγριες λεωφόρους.
Πάντα αφήναμε ένα κομμάτι μας
Στο δρόμο.
Πάντα γυρνάγαμε σπίτι λειψοί.


Τα χαμόσπιτα χάθηκαν σε μια στροφή
Το ίδιο και η πόλη με το λιμάνι.
Λίγο πριν βάλεις την αγαπημένη σου
Μουσική στο ραδιόφωνο,
Γύρισες και με κοίταξες.

Ήταν η κούραση της ημέρας,
Ήταν η φαντασία μου,
Μα φάνηκαν στα μάτια σου
Ξεθωριασμένες θάλασσες
Να ανοίγονται.
Και πάνω τους εμπορικά ασάλευτα,
Ακίνητα,
Λες και περίμεναν κάτι να ζωντανέψουν.
Ένα κάλεσμα,μια φωνή…

4 σχόλια:

  1. το 'κλέβω' για την περιοχή Μ ή το Νημερτή φίλε μου... λατρεύτηκε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπεροχή νοσταλγιαα
    Πάντα περιμένεις κάτι ...
    Όλοι κάτι περιμένουμε περιμένουμε...
    Χάθηκα μέσα στο κείμενο διαβάζοντας το ξανα και ξανα ....
    Μπράβο σας ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή