Τρίτη, 11 Μαΐου 2010

Πρώτα σκοτώνεις την ψυχή σου


Ένιωθα το αίμα ξεραμένο μαζί με λίγη λάσπη στα χείλη μου.Ένιωθα και κάτι τρίχες στο πρόσωπό μου.Σίγουρα δεν ήταν δικές μου.Ένα απίστευτο βάρος με πλάκωνε στο στήθος με αποτέλεσμα να αναπνέω με δυσκολία.Δεν έκανα καμιά κίνηση να απεγκλωβιστώ.Δεν άνοιξα καν τα μάτια μου.Με απογοήτευση σκέφτηκα από μέσα μου,ήμουν ζωντανός πάλι.
Το βράδυ με έσυραν από τον σωρό.Είχαν έρθει εκείνοι οι στρατιώτες να μας ΄΄ξυπνήσουν’’ ξανά και ξανά.Αλλιώς μπορεί να μέναμε εκεί πολλές μέρες.Δεν καταλάβαινα βέβαια γιατί το έκαναν αυτό.Γιατί έρχονταν να μας πάρουν πίσω στο στρατόπεδο.Ίσως αυτή τους η κίνηση να τους έδινε μια αίσθηση τάξης και λογικής στο χάος και την παράνοια που ζούσαμε τα τελευταία χρόνια.Ίσως και μεις εν τέλει να θέλαμε να γυρνάμε πίσω στο στρατόπεδο για να νιώθουμε ότι ανήκουμε κάπου.
Πέντε χρόνια κλείναμε σε λίγες μέρες σε αυτό το καταραμένο μέρος.Και τώρα πια μας φαίνονται σαν αιώνες.Η κάθε μέρα μας φαίνεται σαν αιωνιότητα.Πως μπλέξαμε εμείς σε αυτό το μέρος?Πώς γίναμε έτσι?
Τον πρώτο χρόνο όλα πήγαιναν καλά.Χαμογελάω από μέσα μου.Όσο καλά μπορεί να πηγαίνουν τα πράγματα σε έναν πόλεμο.Εννοώ τον πρώτο χρόνο όλα πήγαιναν φυσιολογικά.Είχαμε τις μάχες μας,είχαμε τους νεκρούς μας,είχαμε τις ελπίδες μας ότι κάποια στιγμή αυτό το σκατόπραγμα θα τελείωνε.Μετά άρχισαν όλα να αλλάζουν.Μέσα σε μια μέρα χάσαμε τα πάντα.Τον πόλεμο,τις ελπίδες μας,την ζωή μας και κυρίως το αύριο.
Οι ΄΄άγγελοι’’ έρχονταν πάντα την ίδια ώρα να μας ξυπνήσουν,να μας σηκώσουν από τον θάνατο.Έναν θάνατο που μας προσπερνούσε συνέχεια.Στην αρχή όταν αντικρίσαμε τους πρώτους νεκρούς μας που είχαν ΄΄ξυπνήσει’’ και είχαν γυρίσει στο στρατόπεδο,ένας πανικός μας έπιασε.Οι στρατιώτες μας άρχισαν να τρέχουνε φοβισμένοι προς όλα τα σημεία.Άλλοι πήγαν προς τα πλοία στην παραλία,άλλοι στο δάσος στα δυτικά του στρατοπέδου και άλλοι απλά έμειναν να κοιτάνε το θέαμα σαστισμένοι.
Θυμάμαι,εκείνη τη νύχτα είχα καταφέρει να μαζέψω κάποιους αρκετά θαρραλέους άντρες από την διμοιρία μου και είχα πάει στον στρατηγό να μου δώσει διαταγές.Αυτός πηγαινοερχόταν τρελαμένος στην σκηνή του βασιλιά.Δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν.Μία έλεγε ο βασιλιάς ότι οι νεκροί που γύρισαν ήταν θείο δώρο και θαύμα,μία έλεγε ότι ήταν τέχνασμα του εχθρού ή ακόμα χειρότερα δαίμονες που ήρθαν να μας ταλαιπωρήσουν.Τελικά πήρε την απόφασή του.Ο στρατηγός βγήκε έξω ιδρωμένος και με ξεψυχισμένη φωνή μού είπε <<Σφάξτους>>.
Οι δύστυχοι οι ΄΄νεκροί’’ απλά περιφέρονταν στο στρατόπεδο χωρίς να πειράζουν κανέναν.Οι ίδιοι έδειχναν πιο σαστισμένοι από μας για την κατάστασή τους.Με βαρύ χέρι και με πληγωμένη καρδιά,άρχισα να πετσοκόβω ό,τι έβρισκα μπροστά μου.Κάποια στιγμή δάκρυα μού ήρθαν στα μάτια.Κάποιους τους γνώριζα,είχαμε πολεμήσει χρόνια μαζί..Αλλά το χέρι δεν σταμάτησε να σκορπάει θάνατο και αμέσως έπνιξα τα δάκρυα.Ο καλός στρατιώτης από κάποιο σημείο και μετά μαθαίνει να αδειάζει την ψυχή του από συναισθήματα.Ο πατέρας μου μού είχε πει,δεν την αδειάζει μόνο την ψυχή του,την σκοτώνει κανονικά.Σε μια μάχη πρώτα σκοτώνεις την ψυχή σου…
Μαζέψαμε τα κομμάτια τους και τα ρίξαμε μέσα σε κείνη την άθλια τρύπα που είχαμε σκάψει από παλιά στο χώμα της παραλίας.Και βάλαμε φωτιά.Και σιγά σιγά μαζεύτηκαν όλοι οι στρατιώτες και κοίταζαν,σιωπηλοί και τυλιγμένοι στους μαύρους μανδύες τους,την μεγάλη φωτιά.Κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ.
Άρχισα κιόλας το επόμενο πρωινό να νιώθω την αλλαγή στον αέρα.Στον άνεμο που έκανε τα φύλα να θροΐζουν,στα άσπρα μικρά κύματα της θάλασσας,στους άντρες που κινούσαν για την μάχη.Υπήρχε κάτι που δεν μου άρεσε.Σαν να έγινε πιο αποπνικτικός ο αέρας,σαν η θάλασσα να τραβήχτηκε πιο μέσα.Και σαν η πόλη εκεί πάνω στον λόφο να έγινε πιο απρόσιτη από ποτέ άλλοτε.
Το ίδιο βράδυ οι νεκροί ξαναγύρισαν.Μαζί με αυτούς που είχαμε αποτεφρώσει την προηγούμενη νύχτα.Ο τρόμος μας έγινε ακόμα πιο μεγάλος.Υπήρχε αυτή η φρίκη στα πρόσωπά μας γιατί δεν ξέραμε πια τι μας γινόταν.Ακολούθησε πάλι σφαγή των σαστισμένων νεκρών και πάλι μια μεγάλη φωτιά.Μετά προσευχηθήκαμε όλοι στον Θεό μας να μας γλιτώσει από αυτή την δυσάρεστη κατάσταση.
Τελικά το καταλάβαμε τις επόμενες νύχτες.Το νιώσαμε καλά στο πετσί μας και μας διαπέρασε φτάνοντας μέχρι την καρδιά και κάνοντάς την να σφιχτεί άγρια.Οι νεκροί ζωντάνευαν και γύρναγαν πάλι σε μας.Ό,τι κι αν εμείς κάναμε.Όσες φωτιές κι αν ανάβαμε.Οι νεκροί επέστρεφαν.Και δεν είχαν κανέναν ίχνος των παλιών τραυμάτων τους και πληγών τους.Επέστρεφαν και ήταν ολοζώντανοι με σάρκα και οστά και ζούσαν ανάμεσά μας.Έπρεπε να το αποδεχτούμε αυτό.
Τότε που είχε γίνει αυτή η τρομερή συνειδητοποίηση,είχε βγει ο βασιλιάς και μας είχε μιλήσει.Ήταν χαρούμενος γιατί όπως έλεγε ο στρατός αυτός ήταν αθάνατος,ευνοούμενος του Θεού και με αυτή την εύνοια θα μπορούσε άνετα να πάρει την πόλη.Ο σκοπός μας έλεγε ήταν ιερός και για αυτό μας ευλογούσε έτσι ο Θεός.Αλίμονο στους εχθρούς μας που αντιμετώπιζαν πια έναν αθάνατο εχθρό.Και όλοι,θυμάμαι,είχαμε ζητωκραυγάσει φανερά χαρούμενοι που δεν θα πεθαίναμε ποτέ.
Τα χρόνια περνούσαν κι ο εχθρός δεν λύγιζε με τίποτα.Η πόλη δεν έπεφτε και απλά παρακολουθούσε με αδιάφορο βλέμμα και κάπως υπεροπτικά,να μετατρέπεται η χαρά μας σε γκρίνια,απογοήτευση και μετά λύπη.Δεν πεθαίναμε ποτέ αλλά και η πόλη ήταν απρόσιτη τελείως για μας.Πεθαίναμε πριν καν πατήσουμε πάνω στα τείχη της.Έμοιαζε κι αυτή να έχει ανεξάντλητο στρατό.
Τώρα πια δεν υπάρχει ούτε λύπη.Κοιτάω τον βοηθό μου.Καπνίζει ένα από τα τσιγάρα που έμαθε πριν καιρό να φτιάχνει μόνος του.Ναι,τώρα πια δεν υπάρχει ούτε λύπη.Υπάρχουν μόνο άδεια μάτια,άνθρωποι-φαντάσματα,σκιές του παλιού καλού εαυτού τους.Άνθρωποι υποταγμένοι στην μοίρα τους.Τίποτα δεν έχει νόημα για μας πια.Η κάθε μέρα μοιάζει ίδια με την προηγούμενη και την επόμενη.
Σκέφτομαι την μέρα που ο βασιλιάς,καταστεναχωρημένος-ηττημένος,αποφάσισε να φύγουμε από αυτό το καταραμένο μέρος.Με την πρώτη που ο άνεμος θα μας το επέτρεπε,θα κινούσαμε για την πατρίδα.Η ελπίδα μέσα μας αναπτερώθηκε τότε…
Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που άγγιξα για τελευταία φορά το όμορφο πρόσωπό σου…Αγάπη μου παλεύω συνέχεια μέσα μου να κρατήσω αυτό το πρόσωπο,τα χαρακτηριστικά του..Να θυμηθώ την μυρωδιά σου..Πώς μας προσπέρασε έτσι βίαια ο καιρός…
Παίρνω ένα από τα τσιγάρα του φίλου μου και κάθομαι δίπλα του στην φωτιά.Κάνει κρύο απόψε.Τον κοιτάω πάλι.Ναι ξέρω φίλε μου,πριν λίγες ώρες κάπου εκεί στην χαράδρα δίπλα στο κάστρο ήμασταν μαζί θαμμένοι με άλλα πτώματα.
Ο άνεμος ποτέ δεν ήρθε και τα καράβια θάφτηκαν μέσα στην χρυσή άμμο.Η θάλασσα τραβιόταν ολοένα μακριά μας.Λες και κανείς δεν μας ήθελε.Λες και ήμασταν μιασμένοι με κάτι πολύ άσχημο.
Οι άντρες προσπάθησαν να μπουν στο δάσος για να βρουν διαφυγή από κει.Αλλά τρελαμένοι γύρναγαν πάντα στο σημείο που είχαν ξεκινήσει.Κάποιοι πήγαν προς την πύλη του κάστρου.Αν δεν τους σκότωνε κάποιος από κει ψηλά και κατάφερναν να φτάσουν μέχρι εκεί,τότε χτύπαγαν με μανία την πόρτα και φώναζαν για έλεος.Γελάω λυπημένα μέσα μου.Κανείς δεν τους άκουγε.Και αυτή η καταραμένη πόλη δεν είχε ούτε ένα σημείο από όπου μπορούσες να μπεις.Χτυπάγαν με μανία οι μηχανές μας τα τείχη της αλλά δεν κατάφερναν να κάνουν τίποτα.
Έτσι έγινε συνήθειά μας να πηγαίνουμε να σκοτωνόμαστε εκεί πάνω στα τείχη και μετά να έρχονται οι συγκεκριμένοι στρατιώτες,οι ΄΄άγγελοι’’,να μας ξυπνάνε για να μας μεταφέρουν πίσω στο στρατόπεδο.Υπήρχε αυτή η πειθαρχία σε ένα πρόγραμμα,σε μια ρουτίνα που κάπως μας κράταγε από την παράνοια.
Αρκετοί προσπάθησαν να βάλουν οι ίδιοι τέλος στην ζωή τους μήπως κι έτσι καταφέρουν να αλλάξουν κάτι.Να σπάσουν αυτόν τον φαύλο κύκλο.Χαϊδεύω τις γραμμές στο χέρι μου.Σημάδια που χάραξε το σπαθί μου παλιότερα σε μια προσπάθεια να ξεφύγω από αυτά.Τελικά κατέληξα να ξυπνήσω απογοητευμένος σε μια λίμνη από αίμα που είχε στραγγίξει από τις φλέβες μου.Η ειρωνία είναι ότι τα σημάδια αυτών των πληγών δεν φεύγουν,μένουν.Μένουν για να σου θυμίζουν βασανιστικά ότι και σε αυτό απέτυχες.Ότι είσαι καταδικασμένος σε μια αιώνια φθορά που δεν λέει να σταματήσει με τίποτα.
Τα λόγια του πατέρα μου με χτυπούν κι απόψε σαν βροχή από φωτιά που καίει όλο μου το σώμα…
Πρώτα σκοτώνεις την ψυχή σου…



2 σχόλια:

  1. Μια ακόμη μοναδική σύλληψη.
    Ένα ακόμη μπράβο.
    Τα υπόλοιπα στο logo.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ενα μικρό έπος είναι τούτο το μικρό διήγημα, ένα αριστούργημα από μια πένα που όσο περνάει ο καιρός βαθαίνει εκστατικά και απλώνεται δημιουργικά, εκδιπλώνει ένα αστείρευτο ταλέντο, μια ψυχή γεμάτη, ανήσυχη, αιμάσσουσα, παλλόμενη... εύγε φίλε μου... με καθήλωσες και μου προσέφερες μοναδικές στιγμές...

    ΑπάντησηΔιαγραφή