Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Βρικόλακες


΄΄ Εκείνο το πρωί δεν ήμουν ακόμη ένα βαμπίρ, και είδα την τελευταία ανατολή μου. Το θυμάμαι εντελώς, κι όμως δεν μπορώ να θυμηθώ καμία προηγούμενη ανατολή. Παρακολούθησα όλη τη μεγαλοπρέπειά της για τελευταία φορά σαν να ήταν η πρώτη μου. Και τότε είπα αντίο στο φως και τον ήλιο, και έθεσα ως στόχο να γίνω αυτό που έγινα...’’
Louis,Ιnterview with the Vampire



Το κορίτσι είχε πιει τόσο πολύ που δεν καταλάβαινε τι του λέγαμε.Είχε σωριαστεί μισοαναίσθητη στον καναπέ,με το ένα της χέρι να αιωρείται άψυχο λίγα εκατοστά πάνω από το πάτωμα.Το λεπτό της άρωμα το κάλυπτε αυτή η ξινή ανάμικτη μυρωδιά του αλκοόλ και του τσιγάρου.
Της έφερα να δοκιμάσει λίγο μέλι αλλά ίσα που το άγγιξε.Πήγα στο δωμάτιο μου και πήρα μια κουβέρτα.Μέχρι να γυρίσω είχε κοιμηθεί.Την σκέπασα προσεχτικά.
Κοίταξα την ξαδερφή μου απορρημένος.Αυτή απλά μου χαμογέλασε ηλίθια και τράβηξε στο κρεβάτι της.Γύρισα ξανά προς την κοπέλα.Έμοιαζε τόσο ήρεμη και γαλήνια μέσα σ’αυτόν τον παράλογο και έκπτωτο ύπνο της.Έψαξα στις τσέπες μου για τα τσιγάρα και τράβηξα ένα.Λίγο πριν το ανάψω,η κοπέλα φάνηκε να κουνιέται.
Και λίγα δευτερόλεπτα μετά είπε ψιθυριστά,χωρίς να ανοίξει τα μάτια της:
΄΄Το φως..Δεν θέλω φως..’’
Πλησίασα από πάνω της αλλά είχε βυθιστεί ξανά στον ύπνο της.Περπατώντας προσεχτικά και αθόρυβα έφτασα στο παράθυρο.Έξω ξημέρωνε Κυριακή.Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου έκαναν την εμφάνισή τους πίσω από τις μεγάλες πολυκατοικίες.Άναψα το τσιγάρο και έμεινα για λίγη ακόμα ώρα έτσι,πριν κατεβάσω τελείως τα ρολά και το σαλόνι βυθιστεί στο σκοτάδι.
Δεν θυμάμαι πότε σταμάτησα κι εγώ να χάνω τις ημέρες και να ζω το βράδυ.Πρέπει να ήταν περίπου 2 χρόνια πριν,τότε που απογοητευμένος και βαθιά πληγωμένος από αυτό που λένε αγάπη,άρχισα να βγαίνω τις νύχτες και να κοιμάμαι τις ημέρες.Έβγαινα μόλις έπεφτε ο ήλιος,έπινα,κάπνιζα,πάλευα να ξεχαστώ,και μετά γύρναγα στο σπίτι λίγο πριν την ανατολή,σέρνοντας τα πόδια μου στα διάφορα σοκάκια της πόλης.
Η προσπάθεια αυτή της κάθαρσης και της επούλωσης των πληγών μου,έγινε σιγά σιγά συνήθεια.Ακόμα και όταν σταμάτησα πια να βγαίνω,όταν κουράστηκα να κυνηγάω την νύχτα,ακόμα και τότε δεν μπορούσα να ηρεμήσω.Έμενα ώρες ξάγρυπνος με τα τσιγάρα μου σαν να θρηνούσα κάτι που οριστικά έχασα.Κάτι που πούλησα φτηνά σε έναν ψεύτη θεό δίχως πρόσωπο.
Το πακέτο και το κρασί τελείωνε την στιγμή που χάραζε και ακούγονταν οι πρώτοι πρωινοί ήχοι.Τότε εγώ σηκωνόμουν,έκλεινα όλα τα ρολά,έσβηνα τα φώτα και ξάπλωνα.Και άνοιγα τα μάτια μου συνήθως όταν ο ήλιος είχε ήδη πέσει.
Καθώς ο καιρός περνούσε,στα τσιγάρα και το κρασί προστέθηκε και ο υπολογιστής.Είχα ξεχάσει κι εγώ ο ίδιος τον λόγο για τον οποίο έμενα ξύπνιος το βράδυ.Απλά δεν μπορούσα να κλείσω τα μάτια μου,να κοιμηθώ αν δεν έβλεπα πρώτα το χάραμα.
Αργότερα,με φρίκη συνειδητοποίησα ότι δεν ήμουν ο μόνος που ζούσε έτσι.Ο μόνος που είχε πουλήσει τα βράδια του και είχε σκοτώσει τις ημέρες του.Αρκετοί φίλοι μου ζούσαν σαν κι εμένα.Περπατούσαν τα βράδια και τρέφονταν με την απώλεια τους.Με την πτώση τους.Και τα πρωινά που έπρεπε να βγουν έξω,περπατούσαν χαμένοι,υπνωτισμένοι μέσα στο πλήθος.Με δυο μαύρους κύκλους να βαραίνουν κάτω από τα μάτια τους.Το μόνο που σκέφτονταν είναι πότε θα γυρίσουν σπίτι και θα κοιμηθούν μέχρι να έρθει και πάλι το σκοτάδι και να ζήσουν.
Το κορίτσι που έρχεται τώρα και με επισκέπτεται στα βράδια μου,δίνει λίγο χρώμα στην δικιά μου απώλεια.Αφού κάνουμε έρωτα,μετά σιγά σιγά αποκοιμιέται στην αγκαλιά μου.Την παρατηρώ στον ύπνο της,προνόμιο γλυκό που στερήθηκα.Της χαιδεύω τα μαλλιά και την φιλώ στο μέτωπο.Και μετά σηκώνομαι και κάθομαι στον καναπέ ανάβοντας τσιγάρο.Και περιμένοντας.Περιμένοντας την αυγή.
Ώρες ώρες στο μυαλό μου γυρνάει αυτή η ερώτηση που μού είχε κάνει η μάνα μου σαν αστείο,ένα πρωινό που είχα μόλις γυρίσει σπίτι με τον αδερφό μου.΄΄Καλά τι ώρα είναι αυτή που γυρνάτε?Τι είστε?’’
Κοιτάω τον δρόμο έξω από το παράθυρο του σπιτιού μου.Αχνοχαράζει.Και τότε σαν να απαντάω σε ένα αόρατο πρόσωπο που στέκεται εκεί,ψιθυρίζω:
΄΄Βρικόλακες’’…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου