Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Όταν σαπίζουν οι τρελοί,το φεγγάρι χαμογελά



Ο βασιλιάς ρώτησε,
τι είναι καλύτερο
να αγαπάς και να πεθαίνεις γι'αυτό
ή
να αγαπάς και να ζεις γι'αυτό.

Όλοι οι αυλικοί του απάντησαν
το πρώτο.
Μόνο ο τρελός εκεί στο βάθος,
που έπαιζε όλη μέρα με τα σκυλιά,
εκείνος ο τρελός,
του απάντησε το δεύτερο.

Κρίμα,του είπε ο βασιλιάς
και διέταξε να τον κρεμάσουν.
Πέθανε γι'αυτό που αγαπούσε,
κράζαν τα κοράκια γύρω από τη θηλιά.
Καθώς οι κόλακες ψιθύριζαν
ύμνους λατρείας στον αέρα,
καθώς οι πόρνες ανοίγαν τα σκέλια τους
στο ξεφτισμένο πουθενά,
και το φεγγάρι τολμούσε να λάμψει
για άλλη μια φορά..

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Καταρράκτες στο πρόσωπό της




Ο Νίκος έκλαιγε για μια γυναίκα που ήξερε
Αλλά δεν την γνώρισε ποτέ
Κι εγώ νευρίαζα για μια γυναίκα που γνώρισα
Αλλά δεν την έμαθα ποτέ…
Μόνο οι αράχνες καθώς κατέβαιναν στο ποτό μας,
Να κατανοούσαν λίγο από αυτή την ιστορία,
Αφού κάθε βήμα τους άφηνε σημάδια από ιστό στον αέρα.

Εκεί γύρω στα μεσάνυχτα,
Ίσως λίγο πριν ξεφύγει ο τρίτος λυγμός του φίλου μου,
Εκεί γύρω,
Μίλησα για το μότιβο της γυναίκας που όλοι
Παλεύουμε να βρούμε σε μια ζωή μέσα.
Το δικό μας μότιβο,η δικιά μας Παναγιά
Λαξεμένη στο υποσυνείδητό μας και στα όνειρα εκείνα
Που πεθαίνουν λίγο πριν ξυπνήσεις.
Οι επιλογές μας μόνο τυχαίες δεν είναι
Κι ας μοιάζουν έτσι…κι ας θέλουμε να πιστεύουμε έτσι…

Στις ακτές της Γροιλανδίας φύσαγε ο άνεμος με μανία
Καθώς τα κύματα έσκαγαν με φόρα πάνω στους βράχους.
Και μίλια μακριά σε ένα μικρό μπαράκι
Ο Νίκος έπιασε να λέει κάτι για διλήμματα και συναισθήματα.
Ποτέ δεν βρίσκουμε φίλε μου αυτό που αληθινά θέλουμε,
Μάλλον ποτέ δεν θα μας βρει αυτό που θέλουμε
Γιατί απλά δεν υπάρχει..
Για αυτό άκου την βροχή εκεί έξω που πέφτει
Και σκέψου πως μόνο αυτή είναι αλήθεια.

Αγαπάμε κομμάτια της ψυχής μας πάνω σε άλλους
Και χαρίζουμε κιόλας αρκετά από αυτά.
Αγαπάμε την ηρεμία της μονότονης βραδινής βροχής
Και της χαρίζουμε λίγη από τη θλίψη μας.
Αγαπάς εκείνο το κορίτσι με τους καταρράκτες στο πρόσωπο
Και της χαρίζεις λίγη από την ποίησή σου..
Πάντα θα αγαπάς και πάντα θα γυρνάς εδώ στο μπαρ,
Να τα πίνεις και να κλαις και να βρίζεις..

Έχεις πάντα λίγη ψυχή να δώσεις
Και να πάρεις…
Ας τελειώσουμε λοιπόν την τεκίλα μας
Κι ας πάμε για ύπνο.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Καθώς οι μέρες αγκυλώνονται στον ουρανό

Τα περιστέρια πέταξαν προς την παλιά καμάρα
Και το γέρικο σκυλί σαν να ξύπνησε λίγο
Από το ξαφνικό αυτό τίναγμα.
Ανάμεσα σε πόδια ανθρώπων βιαστικών
Σήκωσε το κεφάλι του βαριεστημένα για μια στιγμή
Πριν χαθεί πάλι στα σκυλίσια όνειρά του.

Είναι περίεργο πως τα περιστέρια αλλάζουν,
Πως παίρνουν το χρώμα της πόλης σταδιακά.
Αυτό μου είχες πει αιώνες πριν,
Καθώς η γη έφερνε στροφές γύρω από τον εαυτό της
Και οι μέρες αγκυλώνονταν κάπου εκεί ψηλά
Στον ουρανό.

Τώρα το μεσημέρι αυτό πήρε την γκρίζα απόχρωση
Που του αξίζει και οι στίχοι βγαίνουν αυθόρμητοι,
Ρέουν άνετοι στο χαρτί,γεμίζοντάς το με λέξεις.
Ανάμεσα στον ήχο από ένα βιολί και ένα πιάνο
Η ψυχή στάζει τις δικές της σταγόνες στη θάλασσα.
Δεν σε ξέχασα ποτέ,μοιάζει να λέει.
Δεν σε έχασα ποτέ,μοιάζει να κλαίει.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Οι δαίμονες κολυμπούν στα νερά αυτά


Το τελευταίο τρένο πέρναγε πάντα αφότου ο ήλιος είχε δύσει.
Φύλαγε το μοναδικό τσιγάρο της ημέρας για την ώρα αυτή
Το άναβε τη στιγμή που ένιωθε τη γη να τραντάζει
Και τράβαγε την πρώτη τζούρα όταν το φως έσκιζε τα πεύκα
Και έβγαινε στο άνοιγμα του γκρεμού.
Η θάλασσα κάτω έμοιαζε να καλωσορίζει το πέρασμα αυτό
Με ένα μουγκρητό και με ένα κύμα γροθιά πάνω στο βράχο.
Οι άγγελοι έρχονται εδώ πάνω να ξαποστάσουν,σκέφτηκε.
Και οι δαίμονες κολυμπούν στα νερά αυτά με γυμνές γοργόνες.
Ποτέ δεν φαίνονται όμως οι μορφές των ανθρώπων στα βαγόνια
Λες και το τρένο είναι ένα άψυχο φίδι που τυλίγει την ακτή.

Στις τρεις ρουφηξιές όλα γύριζαν πάλι στην ησυχία τους
Εκτός από την ανάσα του που έβγαινε πιο γρήγορη
Εκτός από τη ψυχή του που κυλιόταν στο χώμα.
Γύρισε προς το ξύλινο σπίτι.Έχουν σβήσει τα φώτα.
Κι όμως είναι ακόμα εκεί μέσα.
Κλειδωμένα.
Φυλακισμένα.


(Στο φίλο και δάσκαλο Αντώνη Μυκονιάτη)