Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Σίριαλ αγάπης και φόνου





Κάποιος επέβλεπε πέρα από τον φράχτη ενώ οι άλλοι σέρνανε τα κομμάτια από χαλκό στις πλάτες τους, έκανα τα στραβά μάτια κι ας με κατάλαβαν εκείνοι, κοντοστάθηκαν και με ζύγισαν, δεν ήμουν τέτοιο καρφί, τους άφησα να κάνουν τη δουλειά τους και συνέχισα τη δική μου. Με κατάλαβαν κι αυτοί, δεν θέλανε φασαρίες βραδιάτικα, με άφησαν να συνεχίσω μέσα στη βροχή.
Υπήρχε κι εκείνος ο γέρος με τη φυσαρμόνικα ένα στενό πιο δίπλα τους, έπαιζε που και που κάποιον ήχο, του φωνάζανε όμως από πάνω κάτι κυράτσες με όμορφα βαμμένα νύχια και ξανθά μαλλιά, με χοντρές κοιλιές και πεσμένα βυζιά, αυτές με την έτοιμη ατάκα ΄΄δεν μ αρέσει η θάλασσα, προτιμώ το βουνό’’ και συ αν είσαι συμβιβασμένος αποδέχτης όλων των σκατών της καθημερινότητας, αποδέχεσαι και αυτό και χαμογελάς ευγενικά στην οικτρή ατάκα τους περί βουνών – και ίσως πεις κι ένα καλό κοπλιμέντο του στυλ ΄΄μμμ σας αρέσουν πιο εναλλακτικά μέρη, πιο ίσως ψαγμένα…’’
Μα είναι αστείο και το ξέρεις, αν είσαι τρελός απλά τις φτύνεις στην μάπα και στρίβεις ή απλά ξερνάς στο επόμενο στενό, ή απλά γίνεσαι ο γέρος με τη φυσαρμόνικα που παίζει που και που θλιμμένες νότες και τον βρίζουν οι κυράτσες από τα γύρω παράθυρα, μια του πετάει μήλο, μια άλλη λέει για αστυνομίες, μετά όμως μαζεύονται σιγά σιγά και κουρνιάζουν στους καναπέδες τους καθώς αρχίζουν τα σίριαλ αγάπης και φόνου και ανεκπλήρωτου έρωτα, προέκταση των βιβλίων που διαβάζουν τα μεσημέρια ή πριν κλείσουν το φως και γυρίσουν πλάτη στον ευνουχισμένο σύζυγό τους – αγάμητες άλλο ένα βράδυ κλιμακτηριακό – αυτών των βιβλίων με τα πανομοιότυπα εξώφυλλα  - μια γυναίκα πανέμορφη, το πρόσωπό της, ένα πέπλο και μια θάλασσα ή ένα ηλιοβασίλεμα – αυτών των βιβλίων με τα χαμένα καλοκαίρια, τους χαμένους έρωτες, τα διλήμματα της Σίλβιας και της τάδε άλλης γκόμενας, αυτά με τις τόσες χιλιάδες ανατυπώσεις και πορδές ψευτοερωτισμού και προβληματισμού, που γράφουν άλλες χειρότερες αγάμητες κυράτσες.
Είναι είδος τελικά και παίζει να είναι και το κυρίαρχο πάνω στη γη. Στην χώρα αυτή σίγουρα. Οι αγάμητες κυράτσες κυβερνούν, καθορίζουν τα πάντα, καθορίζουν τα ράφια, τις διαφημίσεις, τα σεντόνια που θα κοιμηθείς, τις ειδήσεις που θα δεις, τις ΜΚΟ που θα ιδρυθούν, τις ΜΚΟ που θα διαλυθούν, τα όνειρα που θα κάνουν τα παιδιά τους, τα όνειρα που θα σκοτώσουν τα παιδιά τους.
Απομακρύνομαι με την φυσαρμόνικα να με συνοδεύει, μπαίνω στο θέατρο, είναι κάτι σαν υπνωτικό με δόση κουλτούρας το έργο, κοιτάζω γύρω μου, τις βλέπω παντού καθώς εκτελούν το έργο του Παπαδιαμάντη, όλες είναι εκεί, φκιασιδωμένες τίγκα, χαζεύουν με βλέμμα 1000 σοφών το έργο που εγώ δεν καταλαβαίνω, που με ξενίζει γιατί δεν είναι αυτό που διάβασα στο βιβλίο και ναι είμαι ιδιότροπος αλλά δεν με αγγίζει και ξεφυσάω εδώ και κεί, ιδρώνω. Μια με κεραυνοβολεί με βλέμμα αυστηρό, την αγνοώ. Ο Παπαδιαμάντης πεθαίνει και μαζί του και η Φόνισσα μπροστά στα μάτια μου κι εγώ κοιτάζω ανήμπορος, ξέροντας γιατί, ξέροντας και τον δολοφόνο, μα δεν έχω δύναμη να αντισταθώ, να φωνάξω, γιατί το ξέρω δεν θα αλλάξει κάτι, κι αυτό είναι ένα θλιβερό ρέκβιεμ για την ποίησή μου εδώ και καιρό, αυτή η πόλη εδώ και καιρό με έχει αλλάξει. Με παρασέρνει στη δίνη της, συμβιβασμός, είναι τόσα πολλά τα ερεθίσματα, αυτά τα άσχημα, που σε αφοπλίζουν από το χαρτί και τις λέξεις, κλείνεσαι και παραδίνεσαι στο εαυτό σου, διαβάζεις λίγο Σάλιντζερ ό,τι υπάρχει από την αρχή πάλι, διαβάζεις λίγο τα Παρίσια του Μίλερ, λίγο Χέμινγουέι και ηρεμείς κάπως. 
Οι κυράτσες σηκώνονται και χειροκροτούν, ακούω μία πίσω μου να αναφωνεί ΄΄εξαίσιο !!’’, μία άλλη ρωτάει αν τελικά η Φόνισσα ήταν μήπως η μάνα του Παπαδιαμάντη, βλαστημώ και φεύγω.
Πάω στα σκέλια της Τζ. και μένω εκεί όλο το βράδυ απαρηγόρητος μα και συνάμα ανακουφισμένος, με χαϊδεύει και μου τραγουδάει Χατζιδάκι, χαϊδεύει την πλάτη μου, φιλάει το λαιμό μου, ξανακάνουμε έρωτα. Υπάρχουν φορές που θέλω να πεταχτώ και να αρχίσω να γράφω μα είναι σαν μια κλεψύδρα με σκόνη λαχτάρας μέσα που όμως τελειώνει γρήγορα. Την ξαναγυρνάω να χυθεί μα έχει κολλήσει στην βάση. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα τώρα τελευταία.
Μου λέει ότι είμαι ένας γκρινιάρης και να αποδεχτώ πως κάποια πράγματα δεν πάνε επιτέλους με τα νερά μου, της λέω ότι απλά το άσχημο με πονάει, και δεν εννοώ ομορφιά και εξωτερικά γνωρίσματα και τέτοια, εννοώ άλλα, αυτά που είναι μέσα και βγαίνουν προς τα έξω και χαλάνε τις μέρες. Μου λέει ότι φταίει η κρίση μα της λέω τα λεφτά μου αρκούν και δεν έχω πρόβλημα, κάτι άλλο φταίει. Γελάει και με παίρνει αγκαλιά. Έχει μαύρα μαλλιά και μπλε μάτια και είμαστε μια τραγωδία σκέφτομαι.
Κλαίγοντας σχεδόν της λέω για την κλεψύδρα που έχει κολλήσει, της λέω για τις κυράτσες, τις λέω για τον γέρο σε κείνο το σοκάκι και για τη φυσαρμόνικα. Με ρωτάει σε ποιο στενό τον είδα, της απαντάω αμέσως. Με σφίγγει στην αγκαλιά της.
Έπειτα ντύνεται και χάνεται στη νύχτα και στη βροχή.

Το επόμενο βράδυ είμαι πάλι στη Τζ. και της κάνω έρωτα. Μετά ξαποσταίνω και κάνω τσιγάρο. Με πλακώνει το ταβάνι. Της το λέω. Δεν αποκρίνεται.
Κυκλοφορεί ένας δολοφόνος σε αυτή την πόλη, βγαίνει τα βράδια και σκοτώνει ανθρώπους. Μοναχικούς ανθρώπους. Οι τελευταίες ειδήσεις λένε ότι ίσως πρόκειται για γυναίκα. Έτσι λένε.
Γελάει και μου σκάει ένα φιλί. Την ρωτάω που ήταν όλο το βράδυ χτες και γύρισε με βρεγμένα ρούχα μέχρι το κόκαλο. Με λέει χαζό.
Σηκώνομαι και πάω στο σαλόνι. Κάνω ζάπινγκ στα κανάλια ενώ τρώω το παγωμένο φαγητό μου. Κυράτσες παντού εκθέτουν με σοβαρό ύφος τα προβλήματά τους. Αλλάζω κανάλια συνέχεια μέχρι που πέφτω σε μια είδηση. Νεκρός ένας ηλικιωμένος άστεγος, είχε μια φυσαρμόνικα λένε κάποιες γειτόνισσες περίλυπες. Ο δολοφόνος της πόλης χτύπησε και πάλι, προσθέτει ο δημοσιογράφος. Ζαλίζομαι και ανακατεύομαι.
Έλα στο κρεβάτι, μου λέει απαλά η φωνή της από μέσα.
Σηκώνομαι και πάω.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Μωβ χαλάσματα





Ήμουν κάποτε η ψυχή της παρέας
-          Είπα στον εαυτό μου -
Τώρα βλέπω τα παλιά στο ταβάνι
Βλέπω και τη ψυχή μου.
Έχουμε κάπως αλλάξει
Έγινε ιδιότροπη όλο γκρίνια.
Σκαρφαλώνει εκεί ψηλά
Και με αρνείται.
Μόνο όταν της τραγουδάω μερεύει
Και κατεβαίνει.

Η νύχτα σκύβει πάνω μου
Σαν θάλασσα κι όλο με ρωτά
Ηλίθιες ερωτήσεις
Που πονάνε.

Οι γυναίκες πονάνε.
Μα μην τους το πεις
Θα περηφανεύονται όπως οι μύγες
Πάνω από τα ψοφίμια
Ένα ζεστό μεσημέρι του Αυγούστου.

Το τραγούδι ήρθε στο μυαλό από τα χαλάσματα
Το πάπλωμα ήταν μωβ
Και ήσουν κουλουριασμένη με αυτό
Σε μια γωνιά.
Είχε μια αναθεματισμένη ζέστη
Όπως απόψε,
Ίσως πιο πολύ.
Έκλαιγες κι έλεγες διάφορα λογικά πραγματάκια
Λογικά όλα
Κανείς δε σε κατηγόρησε.

Βγήκα από τα χαλάσματα λειψός.
Περπάτησα στην πόλη
Για ώρα,
Περπάτησα χρόνια,
Μεγάλωνε το σώμα
Ωρίμαζε
Άλλαζε κι η πόλη.

Εκείνο το μωβ δωμάτιο που σε αγάπησα
Τσαλακώθηκε
Έγινε μουτζούρα
Έγιναν χαλάσματα.
Έγινε πληγή στα μάτια
Και ποίηση στην καρδιά.
Έγινε τραγούδι.

Η ψυχή μου ήρεμη

Θαρρώ πως κατεβαίνει σιγά σιγά.

Έρχεται προς τα κάτω.






Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Oδυσσέας





Τις προάλλες ήμουν στο μαγαζί
Ενός παιδικού φίλου
Μπήκε ένας γέρος μέσα
Και μάς άρχισε την πάρλα
Κατά βάση αυτά που μας είπε
Ήταν ένα μάτσο μαλακίες
Αλκοολικές μαλακίες
Αλλά δύο ιστορίες
Τις κράτησα
Από τη μία
Άρχισα να καπνίζω καρέλια
Από την άλλη
Έγραψα αυτό το ποίημα
Η δεύτερη πήγαινε κάπως  έτσι:

Ήξερα μια γυναίκα
Που κάθε  μήνα άλλαζε πρόσωπο
Την θυμάμαι από παιδί κοντά μου
Κολλημένη
Το κεφάλι της δίπλα στο δικό μου
Κοιμόμασταν μαζί
Μου έλεγε ιστορίες
Με φίλαγε όποτε δάκρυζα
Από παιδικές ανοησίες
Και εφιάλτες

Οι δικοί μου με πήγαν σε γιατρό
Μου λέγαν πως δεν υπάρχει καμία
Έκανα πως συμμορφώνομαι.

Όσο μεγάλωνα άλλαζε πρόσωπο
Και κάθε φορά της έλεγα
Ψέματα ότι την αγαπούσα
Δεν ασχήμαινε
Ίσως μάλιστα να γινόταν και πιο ωραία
Αλλά εγώ έμενα ερωτευμένος
Με την πρώτη της μορφή
Έκανε πως με πίστευε
Όταν της έλεγα πως την αγαπώ
Μέχρι που χάθηκε εκεί γύρω στα 20

Τυχαία ένα βράδυ, δεκαετία μετά,
Σε μια παρέα πίναμε κρασί
Ήρθε μια κοπέλα
Ήταν αληθινή
Γιατί την είδαν κι άλλοι
Μου είπε ξέρω σχεδόν τα πάντα για σένα
Και με κέρασε κρασί
Της είπα
Εγώ δεν ξέρω τίποτα για μένα
Μόνο κάπου θυμάμαι
Το πρόσωπό σου.

Την γύρισα σπίτι της με το αμάξι
Μου έλεγε πόσο νευρικά οδηγάω
Και πώς να προσέχω
Όταν έφυγε δεν γύρισε να με κοιτάξει

Τώρα πια καταλαβαίνω ποια ήταν
Ήταν αυτή που αγαπούσα
Κι όμως την άφησα να φύγει
Ίσως να ήθελα από όλες τις μεταμορφώσεις της
Να κρατήσω την τελευταία
Ίσως απλά φοβήθηκα τη δύναμή της.

Ο γέρος αυτά είπε και συνέχισε με άλλες ιστορίες

Άρχισα από τότε να καπνίζω καρέλια
Σαν μανιακός

Μετά από λίγο καιρό άρχισα και να την ψάχνω.