Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Nηστίσιμο δείπνο







Σύρε με εδώ
Παράτα με
Τα σκυλιά
όταν νυχτώσει
Θα ρθουν
να γευτούν
σάρκα
και δεν
θα υπάρχει
τίποτα
πέρα
από μια γλυκιά
μελωδία
μακρινή
κι ένα
αντίο.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Αστικός εφιάλτης






Η μέρα κύλαγε προς το βράδυ
Τελείωνε
Χωρίς καμία διαφορά
Τα λεφτά δεν υπήρχαν
Η γυναίκα δεν υπήρχε
Η διάθεση δεν υπήρχε
Το ποτό δεν υπήρχε
Η θέρμανση δεν υπήρχε
Η ποίηση δεν υπήρχε καιρό
Υπήρχαν μόνο
Εικόνες
Από τη δουλειά
Έκλεινες την πόρτα
Κι αυτή – μέρος της –
Εισχωρούσε μέσα στο 34αράκι

Υπήρχαν τα αίματα που ξέρναγε ο μικρός
Που πνιγόταν πάνω στο φορείο
Υπήρχαν οι κόρνες του ασθενοφόρου
Και η σειρήνα
Τα αμάξια που δεν άνοιγαν δρόμο
Υπήρχε η μάνα που έκλαιγε
Η ποδιά η  κόκκινη
Η προσπάθεια μήνες τώρα σε αυτή την πόλη
Να γράψω κάτι
Και να μην βγαίνει

Υπήρχαν οι εφημερίες
Οι ιώσεις
Οι γαστρεντερίτιδες
Ο ψυχίατρος που γέρασε κι έπινε
και ξάπλωνε να πεθάνει στο πεζοδρόμιο
που έκλαιγε όλο το βράδυ για τη ζωή του
στο εφημερείο,
ο πόνος στο στήθος της γυναίκας
που ήταν καρκίνος
κι ό χ ι κ ά τ ι  άλλο

η προσμονή να ξημερώσει 
να γίνει η αλλαγή στο πόστο 

υπήρχε η απορία σου κάθε βράδυ
γιατί είμαι έτσι θλιμμένος
τι έχω
δεν σε σκέφτομαι
δεν σε θέλω
δείχνω αλλού,
εκεί σε σένα
είχε συνέχεια χιόνι
οι μέρες είναι μικρές,
ακούς άσχημα πράγματα για δω,
γιατί δεν γράφω πια,
η ξενιτιά λες είναι ανυπόφορη

υπήρχαν λοιπόν όλα αυτά
καθώς η μέρα τελείωνε
συνηθισμένη μέρα
υπήρχαν αυτά
που με κράταγαν κάποιες ώρες άυπνο
κι ο ύπνος δεν ήταν ποτέ αρκετός

και σηκωνόμουν χωρίς όνειρα
κι ονειρική ζάλη
και
κατουρούσα
κι έπινα νερό
κι έριχνα νερό στο πρόσωπό μου


όχι, έλεγα,
δεν συμβαίνει αυτό.





Bonobo J.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Μπουρμπουλήθρες ονείρων







Κλαίγοντας μπήκε στο υπνοδωμάτιο,

Τη ρώτησα τι έχει,

Με κοίταξε και κάτι πήγε να πει

Μα εξαφανίστηκε μεμιάς.

Ανοιγοκλείνω

Πάλι

τα μάτια μου.

Οι οπτασίες της πληθαίνουν,

Όσο ο καιρός γίνεται πιο ζεστός

Οι οπτασίες της θα πληθαίνουν.

Φυσάω τα όνειρά μου στο ταβάνι

Χτυπάνε άρα εκεί κι επιστρέφουν  θλιμμένα

Ή βρίσκουν κάπου ψηλά στ’αστέρια

Τα δικά της.

Κι έτσι απορώ

Κι έτσι ιδρωμένο με βρίσκει η νύχτα

Να κεντάω τα χέρια σε μια απραξία,

Να κάνω έρωτα

Με μια φευγαλέα οπτασία -

Καθώς μπουρμπουλήθρες ονείρων σπάνε γύρω μου

Με κρότο

Και η χρυσόσκονη βάφει με αίμα τους τοίχους.

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Requiem in D minor






Ξυπνάω με μια ανάσα που πασχίζει δύσκολα να βγει από τα πνευμόνια, αντικρίζω έναν βαρύ μαύρο ουρανό από πάνω μου, είναι έτοιμος για άγρια μπόρα, αλλά πεταρίζω πάλι λίγο τα μάτια και χάνεται, είναι απλά το ταβάνι μου τώρα και από τα πλάγια με χτυπάει το κρύο που μπαίνει από το παράθυρο. Συνέχεια μπατάρω τα κενά μα δεν γίνεται δουλειά και το κρύο βρίσκει τώρα να μπαίνει. Απλά σκεπάζομαι.
Η αιθαλομίχλη είναι περισσότερο μια ιδέα που με βαραίνει, ήρθα σε αυτή την πόλη για να γεράσω, αυτό λέω στον εαυτό μου μέρα με την μέρα καθώς ο χειμώνας κυλάει και μέσα στον Μάρτη και  η ποίηση με αφήνει μέρα με τη μέρα, η πόλη αυτή θα με γεράσει γλυκιά μου μούσα.
Δεν υπάρχουν λεφτά αλλά και τα λίγα που παίρνουμε λέμε κι ευχαριστώ, συμβιβασμός είναι η λέξη για την απώλεια, για την φθορά, για την ήττα, κάνω τσιγάρο κάπου στο Σύνταγμα, απέναντι η Βουλή μοιάζει υπέροχη, αν ήσουν εδώ θα σε πήγαινα για ένα ποτάκι στου Τζέιμς Τζόυς το παλιοστέκι, μα δεν είσαι εδώ και σκέφτομαι όλο τον σκυθρωπό κόσμο που περνάει, όλα τα πρεζάκια που σέρνονται. όλα τα κορίτσια που γαμιούνται για ένα τίποτα, σκέφτομαι αυτά και καπνίζω γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορώ να κάνω. Ούτε να γράψω δεν μπορώ πια, λες κι όταν έφυγα από πάνω χάθηκαν όλα, τα φτερά, η ελπίδα, τα πάντα. Και να φανταστείς ούτε τηλεόραση ανοίγω πια, μου πήραν δώρο οι δικοί μου μια από τις νέες τις επίπεδες και βάζω συνέχεια από κει ραδιόφωνο έναν σταθμό με τζαζ να παίζει, γεμίζω την μπανιέρα και βουλιάζω μέσα.
Έχω σαν σκοπό στο σπίτι να μην καπνίζω, θυμάμαι πως γκρίνιαζες και θλιμμένα με κοιτούσες όποτε έμπαινες μέσα στο παλιό το σπίτι και μύριζες καπνό, τώρα που δεν είσαι εδώ εγώ δεν καπνίζω αλλά τι να το κάνεις πια, ωστόσο το τηρώ με θρησκευτική ευλάβεια καλή μου, δεν θα μυρίσεις ίχνος τσιγάρου στο νέο μου μικρό σπιτάκι. Έτσι για να λες εκεί στα ξένα που θα είσαι ότι κατάφερες κάτι κακό να μου το αλλάξεις, εκεί στα ξένα που θα είσαι, γιατί εδώ δεν σεβάστηκαν την αξιοπρέπειά σου, τον κόπο σου κι όλα αυτά που ονειρευόσουν, που κατακτούσες χρόνια με χρόνια σκληρής δουλειάς, με δάκρυα με πόνους και ανησυχίες, εδώ τα κωλόπαιδα δεν σεβάστηκαν τίποτα, τα σκότωσαν όλα, καθόρισαν τις ζωές μας σε τέτοιο βαθμό που μένω ακίνητος μέσα στο πλήθος κάπου σε μια στάση του μετρό. Δύο λεπτά για να έρθει το τρένο, επόμενη στάση τα 35 χωρίς οικογένεια και δουλειά, επόμενη στάση τα 45 ΄΄ που πήγε η ζωή μου΄΄, επόμενη στάση η θηλιά.
Ανεβαίνω την Κατεχάκη εξαντλημένος, κορνάρουν εδώ και κει. Περιμένω κανά δεκάλεπτο να περάσω απέναντι. Αν ήσουν εδώ θα συμφωνούσες ότι τα πεζοδρόμια σε αυτή την οδό είναι τόσο άθλια. Τόσο άθλια που θες να ουρλιάξεις.