Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Απόγευμα στο Μιλάνο


 
 
 
 
 
 

Συγγνώμη για ό,τι σου έκανα,
Στην αυτοκαταστροφή μου πάνω
Δεν πρόσεξα το τριαντάφυλλο
Και η μανία τα παρέσυρε όλα.

Αργότερα, πολύ αργότερα,
Το ξεραμένο αίμα πάνω μου,
Διηγήθηκε την ιστορία μας
Που ίσως ήταν εύθυμη κάποτε.

 
Τώρα άλλα να σου πω δεν έχω
Και μάλλον δεν θα ξαναπώ
Οι μέρες κολλάνε στο τζάμι
Και με κοιτάνε λυπημένες.

 
Ίσως να αρχίσω να πυροβολώ
Τις μέρες, τη σκάρτη κοινωνία,
Τον απόηχο των σάπιων εικόνων
Που μας σύρανε εδώ στο τέλος.

 
Μα κατά βάθος ξέρω ότι φταίω εγώ,
Διαβάζοντας τα γράμματά σου,
Με ένα πιστόλι στο χέρι κάθε απόγευμα,
Κάπου στο Μιλάνο,
Ψάχνω τη λέξη
Που θα τινάξει
Τα μυαλά μου στον αέρα
Και θα της πω ευχαριστώ.
 
 

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Αλληγορία για φοβισμένα κορμιά - Κίτρινες Ιστορίες






Το αγόρι σταμάτησε παραξενεμένο κι έξυσε το κεφάλι του. Κοίταξε για λίγο
 
τον ήλιο αλλά τυφλώθηκε, γύρισε το βλέμμα του αλλού. Του άρεσε να το κάνει

αυτό, αυτήν τη στιγμιαία παρατυπία, παρόλο που η μάνα του τού φώναζε ότι θα

τυφλωθεί αν συνεχίζει να το κάνει. Του άρεσε αυτή η σκανταλιά κι η έντασή της.

Μα τώρα δεν είχε κέφι για τέτοια, το έκανε από αμηχανία πιο πολύ, έξυσε πάλι το κεφάλι του, κοίταξε προς το δέντρο και γύρισε ξανά αλλού το βλέμμα του.

Εκεί στο δέντρο ήταν αυτός. Τα πόδια του αιωρούνταν κανά μέτρο πάνω από τη γη, έμοιαζε να πετάει μόνο που ήταν στο ίδιο σταθερό αόρατο σημείο πάνω από το χώμα.

Η γλώσσα του ήταν έξω σαν να τη δάγκωνε, το αγόρι τρόμαζε να κοιτάζει το πρόσωπό του, αλλά το έκανε. Ήταν πρησμένο πολύ και είχε πάρει ένα αχνό μπλε χρώμα. Έμοιαζε με περίεργο στρουμφάκι, σκέφτηκε το παιδί, και του ήρθε να γελάσει.

Ξαφνικά δεν κρατήθηκε κι άρχισε να γελάει. Γέλαγε με την παιδική του σκέψη ότι ήταν ένα γιγάντιο στρουμφάκι. Γέλαγε κανά δεκάλεπτο. Μετά με γυρισμένη την πλάτη στον κρεμασμένο, κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Σκάλισε με ένα κλαδί το όνομά του στο χώμα. Το έσβησε και σκάλισε ανθρωπάκια γύρω από ένα δέντρο.

Είπε φωναχτά τρία ονόματα φίλων του και έφυγε προς το χωριό κάτω στην κοιλάδα τρέχοντας.

Όταν γύρισε με την παρέα του ο ήλιος είχε αρχίσει να παίρνει ήδη την κατιούσα πορεία. Τους έδειξε το πτώμα στο δέντρο και κάτι τους ψιθύρισε στα αυτιά. Τα άλλα τρία παιδιά λύθηκαν στα γέλια.

Τον ονόμασαν τον κρεμασμένο, Βρώμικο Στρουμφάκι γιατί είχαν μαζευτεί πολλές μύγες γύρω του. Βούιζαν σαν φθινοπωρινή ξέφρενη συμφωνία σε αυτό το κίτρινο τοπίο. Τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν γύρω του, να κυνηγιούνται. Στο τέλος έκαναν ένα μικρό κύκλο κι έπιασαν να χορεύουν γύρω του.

Κάτω στην κοιλάδα έψηναν κομμάτια κρέας πάνω σε πορτοκαλί πυρωμένες σχάρες οι γονείς τους, μια χαρμόσυνη λάιτ μουσική έπαιζε στον αέρα, οι άντρες έπιναν μπύρα και μιλάγανε από πολιτικά μέχρι κώλους και οι γυναίκες έθαβαν η μία την άλλη.

Σε μια φάση ο Τέρυ κοιτάζει προς τα πάνω τον λόφο με τη γερασμένη ελιά. Μασουλώντας γελάει, φτύνοντας μικρό πολτό από κρέας και μανιτάρια πάνω στο γρασίδι, λέει τα παιδιά χορεύουν γύρω από ένα σκιάχτρο, χαχαχα!

Η γυναίκα του λέει, άστα παιδιά είναι τι περίμενες να κάνουν? Και χαμογελάει απολογητικά στις άλλες. Η αλήθεια είναι ότι το μαλλί της έχει τραβηγμένο χτένισμα και το κραγιόν της κάπως προκαλεί, αλλά οκ τα κάλλη της τα φυλάει για τον Τέρυ, αποκλειστικά και μόνο, από όσο ξέρουμε.

Όταν ο ήλιος έχει σχεδόν δύσει, οι γονείς φωνάζουν στα παιδιά τους να γυρίσουν σπίτι. Η φθινοπωρινή Κυριακή τελείωσε κι αυτή και τα παιδιά κατεβαίνουν τρέχοντας το λόφο.

Το αγόρι φτάνει πρώτο στο νοητό τέρμα. Γυρνάει στους φίλους του και περήφανο κάνει:

Εγώ κέρδισα!!

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Η μάγισσα του Σάλεμ – Κίτρινες Ιστορίες








-Σύντομα, είπε και κοίταξε προς τα πέρα, εκεί που ξεφορτώνανε κάτι έπιπλα σπιτιού, μάλλον φοιτητή που μετακόμιζε στην πολυκατοικία.

Η διαύγειά της ώρες ώρες τον εντυπωσίαζε, ήταν σαν να έβγαινε από τον καθημερινό της λήθαργο και να έπαιρνε γενναίες και έξυπνες αποφάσεις που αφορούσαν συνολικά όλες τις υπόλοιπες ημέρες του ύπνου της. Απίστευτη γυναίκα. Εκείνες τις στιγμές ήθελε να της κάνει σεξ. Με ξύλο κατά προτίμηση.

-Νομίζω σε λίγη ώρα νυχτώνει, της είπε αυτός.

Αυτή του έκανε νόημα να σταματήσει.

Το φορτηγό της μεταφορικής έφυγε και ξανάγινε ησυχία στη γειτονιά. Καθώς έφευγε παρατήρησε την αφίσα που είχε στα πλάγια και φιγουράριζε η στάμπα της εταιρείας επίπλων, μεγάλη αλυσίδα, και μια εικόνα μιας χαρούμενης οικογένειας. Κάπου είχε διαβάσει ότι η ίδια εταιρεία σε μια άλλη χώρα είχε αφαιρέσει την γυναίκα από τις φωτογραφίες της για να μην προκαλέσει. Γαμημένος μεσαίωνας, γαμημένη εταιρεία, σκέφτηκε, πάλι καλά που έχω τον λήθαργο μου και ξεφεύγω.

Ο άντρας της έβγαλε ένα τσιγάρο και με τρεμάμενα χέρια πάλεψε να το ανάψει, εκείνη αηδιασμένη του το πήρε από το ιδρωμένο χέρι του, το έφερε στο στόμα της και ατάραχη το άναψε. Τράβηξε μια ρουφηξιά και του το έδωσε πίσω.

Η γόπα είχε κοκκινίσει από το κραγιόν της και θυμήθηκε την τελευταία φορά που το είχε παρατηρήσει αυτό τι είχε συμβεί έπειτα. Ανατρίχιασε και τον έπιασε πάλι εκείνος ο μυϊκός σπασμός στην περιοχή της καρδιάς.

Η γειτονιά ήταν ήρεμη κατά τα άλλα, λίγα αμάξια εδώ και κει, πολλά λουκέτα στα καταστήματα, ένας λαχειοπώλης έδενε τα κορδόνια του, 2 κοπέλες πίνανε καφέ στο μπαλκόνι τους, ένας Γκάλαχερ έπαιζε δυνατά κάπου, ήρεμη γειτονιά. Σε λίγο όμως το ήξερε, θα σβήνανε όλα και θα έπαιζαν τα νυχτερινά δελτία των καναλιών, κελαηδίσματα εδώ και κει, συνουσίες του μυαλού και της μεθόδευσης, δηλητήριο σύγχρονο. Η Ελ. τούς θαύμαζε, μπορούσαν να κοιμίζουν κόσμο χωρίς να κοιμούνται κανονικά.

Αυτή έπρεπε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της να χαλαρώσει και να κλείσει τα μάτια. Έπρεπε να ονειρευτεί μια αρχή, αυτό είχε και μεγάλη σημασία, η αρχή, να την ονειρευτεί για να μπορέσει να φύγει μετά, να κοιμηθεί. Το χάρισμα αυτό το είχαν οι γυναίκες της οικογένειάς της, πέρναγε από μάνα σε κόρη αιώνες τώρα, αν και ώρες ώρες είχε την εντύπωση ότι μαζί με το χάρισμα πέρναγε και λίγη μνήμη από τα παλιά με την μορφή ονείρων. Δεν ήταν απαραίτητα καλό αυτό και πάντα την τρόμαζε η σκέψη της πρώτης γυναίκας της γενιάς της, που δεν είχε μνήμες, δεν είχε όνειρα ή εφιάλτες από παλιά. Κούνησε το κεφάλι της σαν σε τίναγμα ενοχλητικής μύγας και κάρφωσε το βλέμμα της στο τώρα.

Ο άντρας της έκανε δεύτερο τσιγάρο και έκοβε βόλτες πάνω κάτω.

-Πήγαινε στο αμάξι και φέρ’το του είπε.

Εκείνος σχεδόν τρέχοντας απομακρύνθηκε.

Είχε δύο επιλογές για απόψε. Σκέφτηκε πάλι. Δύο επιλογές. Ποτέ και τις δύο μαζί γιατί είναι κατάχρηση. Ποτέ και τις δύο μαζί γιατί είναι πανικός.

Πήρε το κουτάκι από τον άντρα της που έφτασε λαχανιασμένος, το άνοιξε και έβγαλε κάτι σαν τηλεκοντρόλ. Το κράτησε στο αριστερό της χέρι.

Σκέφτηκε για μια στιγμή την εικόνα. Κάθε κεραία σε όλη την περιοχή θα καταστρεφόταν, θα βγαίνανε τρομαγμένοι οι άνθρωποι από  τα κελιά τους, ζώα πανικόβλητα που στερήθηκαν την δουλεία τους, θα φωνάζανε για αποζημίωση και τέτοια, για ξένους και άλλα τέτοια, θα φτάνανε τα παλικάρια της νόμιμης και μη τάξης, θα επιβάλλανε τάξη με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ο κόσμος θα αισθανόταν πάλι ασφάλεια, μια χαρά γέρο μόνο που στην πυρά πάνω η γκόμενα που καίγεται δεν είναι μάγισσα αλλά η κόρη σου και όλο αυτό είναι μια επανάληψη της ιστορίας του Σάλεμ. Γαμημένος μεσαίωνας σκέφτηκε, γαμημένη νοοτροπία, ψιθύρισε και έσφιξε τα χείλη της.

-Τι είπες αγάπη μου? , την  ρώτησε ο άντρας της.

-Τίποτα, του έκανε απότομα αυτή. Πήγαινε το κουτί πίσω δεν το χρειάζομαι σήμερα.

Παραξενεμένος αυτός αλλά χωρίς να πει λέξη, το πήγε πίσω στο αμάξι.

Θυμήθηκε τη μάνα της να της χαϊδεύει τα μαλλιά, το μέλλον σού ανήκει της είχε πει, αλλά μάνα ο ύπνος μου τρώει το παρόν και το χάρισμα από μέσο προστασίας έγινε κατάρα, σκέφτεται αυτή τώρα. Ο λήθαργος θα σε βοηθήσει να επιβιώσεις αλλιώς θα μαραζώσεις, της είχαν πει οι γυναίκες της οικογένειάς της.

Βλαστήμησε.

Τα κομμάτια δεν ταιριάζουν λέει από μέσα της τώρα. Κοιτάζει τα μπαλκόνια των σπιτιών, τα παράθυρά τους φωτίζονται και από μερικά ανοιχτά ακούγονται οι ειδήσεις ανάμεικτες με διαλείμματα διαφημίσεων και προσφορών.

Βλαστήμησε πάλι.

Του άντρα της του άρεσε όλη αυτή η περιπέτεια, ξύπναγε από τον ύπνο της και τον έσερνε σε διάφορα μέρη και σε αγώνες. Αλλά δεν είναι έτσι πια. Δεν θα πετύχει τίποτα με το να κάψει τις κεραίες των σπιτιών. Η νοοτροπία πρέπει να αλλάξει.

Ο άντρας της ήρθε πάλι. Τον φίλησε απαλά στο στόμα.

-Πήγαινε φέρε μου 2 τσίχλες μέντα, του είπε ήρεμα.

Αυτός πήγε κάτι να πει, τον έκοψε. Την αγαπούσε και σπάνια της χάλαγε χατίρια.

Κοίταξε προς τον ουρανό καθώς αυτός απομακρυνόταν στην στροφή. Ίσως είχε ξαστεριά απόψε.

Ένα βράδυ πριν καιρό είχε πει στην κόρη της ένα παραμύθι. Εκείνη γλυκά της είπε ότι θα θελε να κοιμηθεί βδομάδες στο κρεβατάκι της. Όμως την ξύπνησε το επόμενο πρωί. Και έβαζε τον άντρα της να το κάνει και αυτός κάθε μέρα όσο αυτή ήταν στο λήθαργό της.

Το χάρισμα  λοιπόν πέθαινε απόψε μαζί της.

Άγγιξε το πιστόλι στην δεξιά τσέπη του παλτού της. Ήταν κρύο. Το έβγαλε και το έφερε ήρεμα και σταθερά στον κρόταφό της.

Σκοτώνω τη νοοτροπία, σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια της.

Για μια στιγμή ονειρεύτηκε την αρχή, μια απαλή μουσική και μια  θάλασσα με χρυσή άμμο, για μια στιγμή μόνο πριν βυθιστεί στο σκοτάδι…
 
 
 
 
 
 
Σημείωση Η.Δ: Και κάπως έτσι ξεκινάνε οι Κίτρινες Ιστορίες που φιλοδοξούν να διαδεχτούν τις Μπλε... Δεν ξεχνώ όμως την εκκρεμότητα με τα Κορίτσια της Αφροδίτης, κι ας περάσαμε στο ''κίτρινο'', αυτά θα έχουν τη συνέχεια τους αργά ή γρήγορα...
Καλή σας μέρα!
 

 

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Αγάπη


 

 








Είδα έναν άντρα, έσερνε μια γυναίκα από τα μαλλιά

Με τρόμαξε η σιωπή της

Με τρόμαξε η σιωπή της

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Ανακοίνωση


Εδώ και λίγο καιρό βγαίνουν υπογραμμισμένες κάποιες λέξεις μου σε κείμενα που έχω αναρτήσει, παραπέμπουν πάντα σε διαφημίσεις. Δεν γνωρίζω τον τρόπο που μπορεί να γίνεται αυτό και με εξοργίζει το όλο σκηνικό γιατί το θεωρώ φασιστικό και κατάφορο βιασμό των έργων μου. Πόσο μάλλον όταν ήμουν ανέκαθεν αντίθετος σε όποια μορφή διαφήμισης και επίδειξης του ηλίθιου καταναλωτισμού στην προσωπική μου ζωή και στο ιστολόγιο αυτό.

Ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες του Club Κόλαση και θα προσπαθήσω σύντομα να βρω λύση. Στους υπεύθυνους λέω μόνο πολύ απλά : Nα πάνε στο διάολο.

 

Ηλίας Δεσύλλας

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Κοίταξα το χειμώνα για λίγο, κοίταξα τη νύχτα









Το κρύο μπορεί να σε κάψει
Το ήξερες;
Φύσηξε τον καπνό στο τζάμι.
Κάνε ησυχία μπορεί να ξυπνήσει, του είπα.
Και τι φοβάσαι;
Δεν μίλησα, έξω είναι χειμώνας,
Κοίταξα προς τα έξω για λίγο
Κοίταξα το χειμώνα για λίγο
Κοίταξα τη νύχτα.
Εγώ φταίω, είπα.
Ωρίμασε επιτέλους, δεν  αξίζει, έκανε αυτός.
Τότε γιατί είμαι ακόμα ξύπνιος;
Γύρισα και τον ρώτησα.



Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Τελευταίες μέρες στην Εδέμ

 
 
 
 

Άγγιξε την άκρη της κλωστής,
Τρέμει
Καθώς μας διαπερνάει.
Η άλλη άκρη της βγαίνει κάπου
Πίσω από το μάτι μου,
Δεν τη βλέπω
Μα
Να
Είσαι
Σίγουρη
Πως
Τη νιώθω,
Ειδικά όταν αλλάζει ο καιρός
Και μπαίνει ο τρόμος
Στις ζωές μας.