Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Μέθυσες κι εσύ




Πες μου αν αυτή η αηδία
θα με συντροφεύει
σε όλη μου τη ζωή
ή είναι απλά παροδική
νεανική
Πες μου ότι δεν θα φύγει
σαν ρθουν τα σκουλήκια
πάνω στο σώμα μου
και τρυφερά το μασήσουν
σε χώμα
Δεν μιλάς,
μέθυσες κι εσύ.


Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Τιτιβίσματα








Τώρα ο γέρος έχει πεθάνει χρόνια
Κι αυτό που έμεινε ήταν ένα άδειο
Καβούκι,
Έμπαινε η μέρα μέσα και ξεχνιόταν
Αιώνες
Ίσως μαγικούς – δεν έχει σημασία –
Μα όλοι είχαν κάτι να πουν
Κι όσοι δεν είχαν
Απλά σώπαιναν. 

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Προς το φεγγάρι






O Σαλάνι έβγαινε κάθε πρωί – σχεδόν γυμνός –
Διέσχιζε όλο τον κήπο του με τον καφέ να χύνεται
Εδώ και κει,
Το τσιγάρο στο άλλο χέρι,
Τις μπλε παντόφλες,
Κι τράβαγε προς τον στάβλο.
Έβρισκε τον μαύρο του επιστάτη σκυφτό να ρίχνει ζάρια,
Τα κόκκαλα χτύπαγαν στην μεγάλη πόρτα
Και σπάνια έφερναν διπλές
Τις ώρες που ο Σαλάνι έλεγε Καλημέρα.
Η Μουλάτα του μέσα χλιμίντριζε χαρούμενη
Στον αφέντη της
Και ήταν μια καλλονή – είναι η αλήθεια –
Μια καλλονή από τις πέρα πεδιάδες,
Που κανείς όμως δεν καβάλησε ποτέ,
Ούτε ο Σαλάνι
Ούτε ο ίδιος ο Θεός.
Και πέρναγαν τα πρωινά έτσι
Ο Σαλάνι ρώταγε πάντα τον νέγρο βοηθό του
Είναι έτοιμη η Μουλάτα
Έτοιμη αφεντικό
Μα ποτέ δεν την καβαλίκευε,
Έλεγε στους γνωστούς του
Δεν ήρθε η ώρα
Και ήταν αστείο πια στο χωριό
Ο Σαλάνι που 'χασε τη γυναίκα και τους γιους του
- Εκτός από μια παιδική ζωγραφιά με ένα φεγγάρι -
Έχασε και το μυαλό του.
Μα ο νέγρος κούναγε το κεφάλι του
Ξέροντας,
Και οι μέρες πέρναγαν όσο να γίνουν χρόνια
Ώσπου ένα πρωινό
Ο Σαλάνι και η Μουλάτα έφυγαν,
Σαν δαιμόνια χάθηκαν σκοτώνοντας
Κάθε έναν που έβρισκαν
Στο διάβα τους.
Κανείς δεν ξέρει που πήγαν,
Ίσως προς την Κόλαση 
Αν κρίνεις από τα κεφάλια των νεκρών
Που γέρναν έτσι θλιμμένα προς τα κάτω.
Μα εγώ ήξερα
Τράβαγαν προς το φεγγάρι.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

O νάνος ονειρεύεται







Η πείνα έτρωγε τα νύχια μου κι ο φόβος το μυαλό μου
Σκέψου, είμαι ένα ψωριάρικο άλογο
Που γέρνει να το φάει ο θάνατος
Σε μια πλατεία αυτής της  ένδοξης χώρας.
Ένας επαίτης νάνος βγαίνει από την κοιλιά μου,
Χοροπηδάει μπρος στο σαστισμένο πλήθος
Στο τέλος βγάζει το καπέλο και ζητάει λεφτά,
Απογοητευμένος κυλάει μες στο κουφάρι μου πάλι.
Ο ήλιος κρύβεται σιγά σιγά πίσω από μάρμαρα,
Πονάει τόσο πολύ όταν οι τελευταίες αχτίδες
Το άψυχο αλογίσιο σώμα μου τρυφερά αγγίζουν.
Σκέφτομαι η ομορφιά είναι εκεί ψηλά – αλλά –
Αλλά
Είναι παραπλανητική γιατί κάποτε μου είπαν
-Μου έδειξαν-
Εκεί ψηλά υπάρχει μόνο σκοτάδι και κρύο
Κι ένα ατέλειωτο τίποτα.
Ο νάνος ξαναβγαίνει έξω στο μαζεμένο πλήθος
Χοροπηδάει, μοιάζει με παιδί  σκέφτομαι.



Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Στα χαρακώματα της Γαλλίας με ένα εύθυμο θεατρικό – Μπλε Ιστορίες




 

Πόσα σπίρτα μπορείς να χαλάσεις για να ανάψεις ένα τσιγάρο με χέρι που τρέμει;

Μέτρησα πέντε και η γκόμενα έσκασε από ψηλά, μαζί με τη ζέστη, έσκασε στο χώμα σαν έκπτωτος άγγελος – κι ας μην έχω δει ποτέ κανέναν από αυτούς τους φτερωτούς τυπάδες του ουρανού, έστω κι αν πολλές φορές θαρρώ πως τους συναντώ μεταμφιεσμένους σε πρόσωπα γνωστών και αγνώστων γύρω μου.

Τίναξε την άμμο από πάνω της, μάζεψε τα καστανά μαλλιά της πίσω, έκανε έναν λεπτό κότσο, μού χαμογέλασε, παρατηρώ το χαμόγελό της, είναι τέλειο, σχηματίζεται απαλά, δεν τραβιέται κανένα δέρμα πίσω, δεν εμφανίζεται κανένας μορφασμός πόνου, απλά χαμογελάει και της χαμογελάω κι εγώ. Με πλησιάζει και κάθεται στην καρέκλα μπροστά μου, δεν μου ζητάει την άδεια και αυτό είναι κάτι που μου αρέσει πολύ, αυτή η πρωτοβουλία , η κίνηση πυγμής, δύναμης, είναι κάτι το θελκτικό.

Το διαολεμένο τσιγάρο ανάβει και είναι κάτι που φανερώνει την αδυναμία μου να κόψω τις κακές συνήθειες, τείνει να καλύψει με το χέρι της την φλόγα του σπίρτου, να την προστατέψει μα έχω καταφέρει να το ανάψω. Την ευχαριστώ μουρμουρίζοντας και πετάω το ξυλάκι πέρα μακριά μας, εκεί που σαπίζουν τα πτώματα στον ήλιο.

-Περίεργο μέρος να βρεθούν δύο άνθρωποι, μου λέει.

Κοιτώ γύρω μας, ο ουρανός σαν να έχει χιλιάδες μάτια που μας κοιτούν παγωμένα μέσα από μια γυάλινη σφαίρα, είναι τρομαχτικά ακίνητα όπως και τα σώματα των στρατιωτών κάτω στην γη. Μέσα από τις καρδιές τους, μέσα από το αίμα που πήζει, βγαίνουν μαρμάρινοι σταυροί με ημερομηνίες και ονόματα. Κάπου κάπου σε κάποιον τυχερό μπαίνει και μια φωτογραφία από πάνω.

Υπάρχει ένας ασυρματιστής σε μια γωνιά ενός χαρακώματος, εκεί που το σκάψιμο στρίβει για να συναντήσει τη δύση του ηλίου στο βάθος, πίσω από τα σακιά με την άμμο. Κι αυτός ακίνητος, νεκρός.

-Δεν σκέφτηκα κάτι καλύτερο, συγγνώμη , απολογούμαι χωρίς ωστόσο να με νοιάζει.

Χαμογελάει πάλι σαν να λέει δεν πειράζει.

-Πού είμαστε τώρα; , με ρωτάει.

-Νομίζω σε έναν λόφο με νεκρούς που σαπίζουν.

-Είναι καλοκαίρι, έτσι δεν είναι, μου λέει.

-Ναι, ήταν καλοκαίρι, αλλά δεν υπάρχει καμία θάλασσα εδώ κοντά.

-Το καλοκαίρι μαζεύω τα μαλλιά μου κότσο πίσω και αφήνω μια αφέλεια μπροστά, σου αρέσουν;

-Τα λατρεύω, της λέω αμέσως

-Ευχαριστώ… Τι γράφεις;

-Ένα σενάριο για εύθυμο θεατρικό.

-Και πώς πάει; Έχεις προχωρήσει;

-Ναι, σχεδόν το τελείωσα αλλά δεν θα παιχτεί .

-Γιατί έτσι?

-Να βλέπεις , τα παιδιά που μου το ζήτησαν είναι όλοι νεκροί , δεν υπάρχουν παίχτες, της λέω.

-Πίσω στην πατρίδα ίσως βρεις όμως, κάνει και αγγίζει τον πάκο με τα χειρόγραφα, τα κοιτάει σαν να διαβάζει μέσα από αυτά.

-Πίσω είναι διαφορετικά όλα, ο αέρας θα κάψει τις λέξεις, τα χαρτιά που αγγίζεις θα λιώσουν, και βέβαια το σκηνικό θα είναι πολύ διαφορετικό, της κάνω λυπημένα.

-Αυτό συμβαίνει όταν ζεις σε δύο κόσμους, ίσως και σε πιο πολλούς, μου απαντάει.

-Γιατί ήρθες, την ρωτάω ξαφνικά.

-Με κάλεσες νομίζω, μου λέει.

-Χα, αυτό κι αν είναι ψέμα, της αποκρίνομαι.

-Εγώ βλέπω γρασίδι γύρω μας, πεταλούδες χοροπηδάνε από άνθος σε άνθος και δεν υπάρχει ούτε ένα πτώμα γύρω μας. Εσύ λες ψέματα.

-Μα δεν βλέπεις, δεν υπάρχει τίποτα! Ο λόφος είναι γεμάτος διαμελισμένα κορμιά και τα χαρακώματα έχουν γεμίσει καμένους. Είμαστε στη βόρεια Γαλλία αρχές του Μεγάλου Πολέμου και τα χαρακώματα αυτά είναι η ζωή μας, κάνω αγανακτισμένος.

-Κάπου εδώ υπάρχει και μια θάλασσα, είμαι σίγουρη, λέει συνεχίζοντας να με νευριάζει.

Σκύβω  πάνω από το σενάριό μου, να σκεφτώ το τέλος, ένας φίλος μού έλεγε αγνόησε τις γυναίκες όταν γίνονται παράλογες, προσπαθώ να κάνω κάτι τέτοιο, όταν ύπουλα αυτή σκύβει μπροστά μου. Μυρίζει φρούτα του δάσους ή κάτι παρόμοιο, με μεθάει, βράζει το αίμα μου και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

Εκείνη την ώρα κάτι χτυπάει, ένας σπαστικός ήχος, επίμονος, αλγεινός, με το δεξί μου χέρι αγγίζω μια συσκευή στον αέρα και την φέρνω μηχανικά στο αυτί.

-Ναι;

-Έλα ρε, θα πάμε τελικά το βράδυ για ψάρεμα ε;, με ρωτάει από την άλλη άκρη της γραμμής ο παλιόφιλος.

-Ναι ρε, αφού το είπαμε, του λέω.

-Α οκ, να φέρεις και τα δολώματα και κανά μαχαίρι.

-Οκ, του απαντώ.

-Τι κάνεις τώρα;

-Είμαι σε κάτι χαρακώματα και γράφω ένα εύθυμο θεατρικό.

-Ρε μαλάκα τι πίνεις;

-Έλα λέγε τι άλλο θες;, του κάνω νευριασμένος

-Τίποτα, λοιπόν τα λέμε το βράδυ παπαράκο.

-Ναι ρε, bb..

-Α ακούς, χτες πήγα στο Thea, χαμός ρε, μου κάνει πριν κλείσει το τηλέφωνο.

-Ναι ε?

-Ναι πολλοί κώλοι, όλα έξω.

-Έκανες τίποτα, τον ρωτάω, αν και ήξερα την απάντησή του.

-Όχι μωρέ, χαλαρά, δεν είχα όρεξη, μου απαντά.

-Ναι του λέω, ενώ για αυνανισμό έχεις…

-Έλα άι στο διάολο, αφού έχω αρκετά.

-Οκ…

-Λοιπόν μιλάμε ρε..

-Ναι…α! Μην ξεχάσεις τον φακό, του λέω τελευταία στιγμή.

-Δεν χρειαζόμαστε φακό, μου κάνει.

-Καλά μαλάκας είσαι; Και με τι θα βλέπουμε; Με το φεγγάρι;

-Έχει εκεί στο λιμάνι φώτα, μου λέει.

-Άκουσε με καλά….θα φέρεις φακό μαλάκα αλλιώς θα νευριάσω πολύ. Οκ;

-Οκ.., μου απαντά.

-Λοιπόν τσάγια πουτσούλα, μιλάμε.

-Γειά…, κάνει και κλείνει το τηλέφωνο.

Αφήνω το κινητό στην άκρη του τραπεζιού. Κοιτάω απέναντι , η γκόμενα έχει φύγει φυσικά, καμία δεν σε περιμένει στις προσωπικές σου βλακείες.

Όταν γίνεσαι παραμυθάς, μαζεύονται γύρω σου, γύρω από τη φωτιά, όταν η ζέστη υπάρχει είναι καλή, όταν φεύγει, τότε γίνονται όλα δύσκολα.

Πήρα το πακέτο με τα τσιγάρα μου και το κουτάκι με τα σπίρτα και τράβηξα στην παραλία. Ήταν μεσημέρι και δεν υπήρχε ψυχή ακόμα. Βούτηξα μέσα αμέσως και καθώς έκλεινα τα ρουθούνια, καθώς τα σφάλιζα να μην μπει νερό στους πνεύμονες, σκέφτηκα, κάπως έτσι είναι όταν είσαι μακριά μου, μια ανάσα πνιγμένη που πασχίζει στην επιφάνεια να βγει.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Σαχ Ματ - Μπλε Ιστορίες







Προσπάθησα να ηρεμήσω με λίγη Φάντο μουσική. Είναι απίστευτοι αυτοί οι Πορτογάλοι, ενώ η γλώσσα τους η πεζή είναι τραχιά και άσχημη στην ακοή, όταν γίνεται τραγούδι και μελωδία είναι σαν γλυκό μέλι στη ψυχή. Αυτό σε συνδυασμό με το ουίσκι δίπλα μου και το ζεστό αεράκι που έρχεται από τα κάστρα πάνω, αυτά τα πολύτιμα συστατικά δίνουν πνοή στην παρακάτω ιστορία. Α και λίγη δόση πόνου πάνω στα πλήκτρα, όπως έλεγε ο βρωμόγερος.

 ****

Strange things blow in through my window on the wings of the night wind and I don't worry about my destiny.
Carl Sandburg

****





Ο  τύπος τον πλησίασε εμφανώς ευδιάθετος με ένα τζιν στο χέρι. Το ποτό του αλκοολικού σκέφτηκε από μέσα του σχεδόν μηχανικά . Ο τύπος φόραγε ένα παρδαλό πολύχρωμο πουκάμισο σε στυλ Χαβάης και είχε τα μαύρα του μαλλιά σε μικρό κότσο πίσω πιασμένα. Μύριζε βρεγμένο χώμα από βροχή και φρέσκα φρούτα, ναι την ήξερε αυτή την μπλε κολόνια.
-Γεια χαρά φίλε!, του έκανε και τσούγκρισε ελαφρά το ποτήρι του στο δικό του.
-Γεια σου και σένα, έκανε αυτός κάπως απρόθυμα. Δεν είχε διάθεση από πολλά πολλά, ήταν εξαντλημένος από το ταξίδι και έπρεπε σε λίγο να γυρίσει πίσω στο δωμάτιο, τον περίμενε η Tζ.
-Με λένε Φου, πρώτη φορά στο νησί μας?, συνέχισε ο τύπος με την μικρή κοτσίδα.
-Ναι , σήμερα ήρθαμε, αποκρίθηκε αυτός.
-Α δεν είσαι μόνος σου ε? Η κυρία ?, ρώτησε ο Φου
Για μια στιγμή σκέφτηκε μήπως ο άντρας αυτός ήταν κανένας πούστης και του κόλλαγε, αλλά την έδιωξε αμέσως αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Τώρα τελευταία πολύ καχύποπτος είχε γίνει, για το Θεό του χρειαζόταν αυτό το ταξίδι.
-Δεν ένιωθε καλά μετά το ταξίδι, είπε να ξεκουραστεί το πρώτο βράδυ, αποκρίθηκε.
-Α καλά έκανε, πάντα συμβαίνει αυτό σε όσους έρχονται πρώτη φορά εδώ. Οι γραμμές είναι άθλιες και δεν έχουν αλλάξει τα τελευταία 50 χρόνια τα πλοία που χρησιμοποιούν. Δεν πειράζει! Εις υγεία!
Τσούγκρισαν πάλι τα ποτήρια τους, τελικά ο Φου είχε μια ικανότητα να σου μεταδίδει κάπως το κέφι του, την ευδιαθεσία του, χαμογέλασε κι αυτός παρά την βαρεμάρα του.
-Δεν μου είπες το όνομά σου…, του έκανε καθώς τσίμπαγε μια σταφίδα από το πιατάκι μπροστά τους στην μπάρα.
-Αύγουστος, απάντησε κοιτώντας την μικρή ορχήστρα που έπαιζε κάτι λάτιν κομματάκια. Μισούσε τα λάτιν.
-Χα, είσαι αυτοκράτορας και καλοκαίρι φίλε! , είπε γελώντας ο Φου. Τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο.
-Συνήθως τα πιο πολλά βράδια εδώ υπάρχουν αρκετές ωραίες γυναίκες , ντόπιες, και μεθυσμένες, έτοιμες για τον Αύγουστο της καρδιάς τους! Χα!, συνέχισε ο κοτσίδας με το παρδαλό πουκάμισο.
-Μόλις παντρεύτηκα ξέρεις…, τον κοίταξε νευριασμένος, τι στο διάολο ήταν κανένας νταβατζής τώρα?
Ο Φου μάλλον κατάλαβε το λάθος του γιατί σοβαρεύτηκε κάπως και βάζοντας το χέρι στην καρδιά του πάνω ζήτησε ειλικρινά συγγνώμη.
-Συγγνώμη ώρες ώρες με παρασέρνει το κλίμα και αυτό εδώ το παλιόπραμα, είπε δείχνοντας το τζιν που τελείωνε. Συγγνώμη Αύγουστε.
-Δεν τρέχει τίποτα, οκ… Έψαξε με τα χέρια τις τσέπες του, έβαλε το ένα στην δεξιά και ίσως έψαξε πιο πολλή ώρα από ότι θα έπρεπε για τον μπλε αναπτήρα του. Άναψε τσιγάρο.
-Έχει άλλα προγράμματα πέρα από λάτιν το μαγαζί?, ρώτησε τον κοτσίδα, όχι από τυπικότητα για το πάγωμα που είχε πέσει ανάμεσά τους αλλά από αληθινή περιέργεια και ενδιαφέρον. Αν ήταν να περάσει τις διακοπές του σε αυτό το νησί, έπρεπε να ξέρει πότε και που να πηγαίνει.
-Έχει ναι, συνήθως τις Τετάρτες παίζει τζαζ ένα ωραίο γκρουπάκι από το γειτονικό νησάκι, τις Πέμπτες έχει κάτι ροκ νεανικά συγκροτήματα και το ΠΣΚ είναι γεμάτο…λάτιν!, χαχαχα. Αν θες όμως πιο ήρεμα έχει και το άλλο μπαράκι ΄΄Seaside’’ λέγεται και πιστεύω θα σου αρέσει με την κυρά σου.
-Ευχαριστώ, του είπε και έκανε νόημα στον μπάρμαν για άλλο ένα ουίσκι.
-Φέρε και για τον φίλο μου εδώ ένα τζιν με λίγο τόνικ. Σωστά?, γύρισε προς τον Φου και τον κοίταξε, εκείνος χαμογελαστά έγνεψε καταφατικά στον μπάρμαν.
-Αλλά ότι κι αν παίζει Αύγουστε, πάντα θα την ακούς…, έκανε ο Φου γυρνώντας και καρφώνοντας το βλέμμα του στο βάθος, πέρα από τα τραπέζια με τον κόσμο, πέρνα από τα γκαρσόνια που πηγαινοέρχονταν με ποτά, πέρα από την λάτιν μπάντα.
-Ποια?, ρώτησε αυτός.
-Μα την θάλασσα!Ποια άλλη?, έκανε εύθυμα ο κοτσίδας και πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο του Αύγουστου. Εκείνος του πάσαρε τον αναπτήρα του να το ανάψει.
-Βλέπεις το νησί μας τα παλιά χρόνια ήταν απομονωμένο, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και κοινωνικά και πολιτιστικά. Θα μου πεις αναπόφευκτο αφού είναι πολύ έξω από το σύμπλεγμα των άλλων νησιών αλλά όχι δεν ήταν αυτό. Ήταν οι άνθρωποι που δεν γούσταραν να πατάνε το πόδι τους εδώ.
-Γιατί έτσι?,ρώτησε ο Αύγουστος κάπως περίεργος να ακούσει την ιστορία του Φου.
Τον πλησίασε κάπως πιο κοντά και του ψιθύρισε:
-Μαύρη μαγεία και τελετές….Είχανε περίεργα έθιμα παλιά οι ντόπιοι εδώ…
-Κατάλαβα…, είπε κι ένιωσε μια ανατριχίλα στο σβέρκο του.
Ο Φου τον χτύπησε στον ώμο πάλι και εύθυμα κατέβασε το ποτήρι του στο μισό.
-Έλα ας αλλάξουμε κλίμα!,βλακείες μου που στα λέω αυτά. Μετά από κείνον τον παραμυθά ναυαγό που έγραψε για το νησί αυτό στον υπόλοιπο κόσμο, γίναμε τουριστικός προορισμός. Ξέρεις για κείνον ε?
-Ναι κάτι έχω ακούσει, έλεγε για κάτι πέτρες σαν συμπληγάδες που τον ξέρασαν εδώ στις παραλίες σας, κλεμμένη ίσως η ιστορία του αλλά τράβηξε κόσμο.
Εκείνη τη στιγμή έσβησαν κάποια φωτάκια και έγινε πιο σκοτεινή η ατμόσφαιρα, μερικά ζευγάρια σηκώθηκαν για χορό. Το φεγγάρι ψηλά έκαιγε φως.
Ο άγνωστος φίλος του το παρατήρησε.
-Once in a blue moon, είπε χαμογελαστός.
-Τι?, έκανε ο Αύγουστος σα να μην κατάλαβε.
-Σπάνια έχουμε διπλό γιομάτο φεγγάρι μέσα σε ένα μήνα, μετά από 5- 6 χρόνια νομίζω θα γίνει πάλι κάτι τέτοιο, του απάντησε και έδειξε προς τα πάνω.
Εκείνη τη στιγμή έσκασε στο μπαρ ένας ψηλός τύπος, μυώδης και τρομαχτικός. Ήταν μαύρος και έμοιαζε με βουνό.
-Ρουκ , έτσι τον λένε, έρχεται εδώ που και που και τα πίνει μόνος του. Περίεργος και με ιδιοτροπίες, δεν θες να σε πιάσει στα χέρια του, έκανε ο Φου που ήταν λες και τους ήξερε όλους εκεί πέρα.
-Σίγουρα δεν θα το ήθελα αυτό, αποκρίθηκε αυτός.
-Ναι. Και ξέρεις ποιο είναι το αστείο? Ο ψηλός έχει κόλλημα με το σκάκι. Το νησί μας γενικά λατρεύει αυτό το παιχνίδι, είπε ο Φου.
-Είναι ένα παιχνίδι που δεν θέλει καθόλου τύχη, εσύ ορίζεις τις κινήσεις σου, την μοίρα σου κι αυτό είναι κάτι καλό. Κι εμένα μου αρέσει, έκανε ο Αύγουστος και άδειαζε το ουίσκι του.
Αυτή τη φορά ο Φου έκανε νόημα στον μπάρμαν.
-Χρειάζεται όμως η τύχη στη ζωή, δε νομίζεις?, τον ρώτησε ο κοτσίδας.
-Πιστεύω ναι χρειάζεται αλλά είναι πολύ ύπουλη ώρες ώρες.
-Χα!, ο Φου άναψε κι άλλο τσιγάρο γελώντας πάλι.
-Θα σου πω μια ιστορία φίλε Αύγουστε με αφορμή αυτό που μου είπες μόλις τώρα. 
Τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους κι ο περίεργος φίλος του άρχισε να μιλά – τελικά του άρεσε η παρέα αυτού του ντόπιου νησιώτη.
-Ήξερα έναν τύπο, πρωτευουσιάνο, ερχότανε στο νησάκι μας κάθε καλοκαίρι, νοίκιαζε ένα σπιτάκι στην Βόρεια Παραλία και πήγαινε με την βάρκα του μέσα για ψάρεμα. Ήσυχος τύπος με μια απλή δουλειά.
Μια μέρα πάει έτσι από πλάκα να παίξει στο πρακτορείο εδώ 8 νούμερα. Δεν τα πιάνει και βγαίνοντας τον πλησιάζει ένας γέρος με λαχεία, γινόταν η εθνική κλήρωση εκείνο το απόγευμα, πολλά λεφτά για τον τυχερό. Ο τύπος που λες αγοράζει ένα λαχείο από τον γέρο.
Σπίτι η γυναίκα του τού τα έψαλλε, αλλά οκ δεν ήταν τέτοιος τύπος , παίχτης , για να πεις ότι ξόδευε και μια περιουσία στα τυχερά παιχνίδια. Πήγε καφενείο, ήπιε τον καφέ του, ετοίμασε τα δίχτυα για το βράδυ και πέρασε από του Λόρρυ για μια κίτρινη τεκίλα. Εκεί μετά τον αγώνα μπάσκετ έδειξαν την κλήρωση. Ο τύπος είχε βγάλει το λαχείο από την τσέπη του και κοίταζε. Οκ στα πρώτα 5 νούμερα γέλαγε, δεν έπαιζε να έβγαινε απλά είχε πλησιάσει κοντά. Λίγο πριν τα 2 τελευταία,τον είχε πιάσει ελαφρύ τρέμουλο και ίδρωνε σαν καταρράκτης.
Όταν βγήκε ότι κέρδισε τον πρώτο λαχνό, κατέβασε μονορούφι την τεκίλα του, ζήτησε άλλες 3 στην σειρά, τις ήπιε και μετά ατάραχος τράβηξε σπίτι του.
Στο δρόμο έπεσε σε μια λίμνη από λασπόνερα, μέχρι την μέση του έγινε χάλια, πανικοβλήθηκε, άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του για το λαχείο, για το εισιτήριο στην καλύτερη ζωή. Βρήκε κάτι βρεγμένα δολάρια, μουσκεμένα και λασπωμένα αλλά πουθενά το εισιτήριο!
-Το έχασε?, ρώτησε με ενδιαφέρον ο Αύγουστος.
-Όχι όχι, απλά το είχε βάλει στην τσέπη του πουκαμίσου του. Το ΄΄ εισιτήριο ΄΄ ήταν μια χαρά. Χαρούμενος και ξαλαφρωμένος ο φίλος μας συνέχισε το δρόμο του προς το σπίτι. Σε ένα στενό τον πέτυχαν κάτι αλήτες και του γύρεψαν ψιλά. Αυτός αρνήθηκε, γιατί όντως δεν είχε, τους έδωσε τα βρεγμένα λεφτά του. Αυτοί τα πήρανε και τον ξυλοφορτώσανε για κανένα δεκάλεπτο, του κλέψανε τα παπούτσια και το ρολόι και φύγανε. Το λαχείο ήταν πεταμένο πιο κει στο χώμα.
Μετά από μισή ώρα συνήλθε και τρεκλίζοντας πήγε στο κονάκι του. Η γυναίκα του άρχισε να του φωνάζει αλλά μόλις είδε την κατάστασή του, σταμάτησε κι έτρεξε να τον βοηθήσει. Της είπε να μην φωνάξει την αστυνομία. Έκανε μπάνιο και έπεσε για ύπνο.
Το επόμενο πρωί μια μυρωδιά καμένου τον ξύπνησε. Πήγε προς την κουζίνα φωνάζοντας τη γυναίκα του. Φαίνεται είχε βγει έξω στη γειτόνισσα. Έντρομος είδε το σίδερο να καίει πάνω στο χτεσινό του πουκάμισο. Μεμιάς θυμήθηκε τα πάντα και ουρλιάζοντας τράβηξε το ρούχο του από την σιδερώστρα. Είχε καεί σχεδόν ολόκληρο αλλά το σημείο της τσέπης πάνω αριστερά με το λαχείο είχε μείνει ανέπαφο!
-Πφφ σίγουρα είναι αληθινή η ιστορία? , έκανε δύσπιστα ο Αύγουστος.
-Ναι φίλε! Σου λέω είναι από αυτές που συμβαίνουν μία στο τόσο!, είπε αγανακτισμένος κάπως ο κοτσίδας.
Όπως το αποψινό φεγγάρι, σκέφτηκε αυτός…
-Τελικά τι έγινε?, ρώτησε τον Φου.
-Α ναι, ο φίλος μας που λες είπε την ιστορία του όλη σε μια γρια μάντισσα που είναι πάνω από 100 χρονών. Αυτή τον συμβούλεψε να κάνει αυτό που πρέπει. Κι έτσι έγινε.
-Δηλαδή τι έπρεπε να κάνει?, ρώτησε εμφανώς περίεργος να μάθει.
-Δεν έχει και πολλή σημασία, ο τύπος πέθανε μετά από 3 μέρες, καρδιά, είπε ο Φου ρουφώντας το ποτό του.
-Χα, αυτή είναι γνωστή ιστορία από Διαθήκες και τέτοια! Είναι κλεμμένη σίγουρα Φου!, είπε εύθυμα ο Αύγουστος. Δεν είναι δική σου!
Ο Φου σα να παρεξηγήθηκε, είπε κάτι όπως κάτι που επαναλαμβάνετε μέσα στην ατέλειωτη αιωνιότητα δεν σημαίνει ότι είναι κλεμμένο.
-Είσαι φιλόσοφος τώρα?, του είπε για να τον πειράξει ο Αύγουστος.
Νεύμα προς τον μπάρμαν.
Εκείνη τη στιγμή την είδε. Φόραγε μαύρο κολλητό φόρεμα μέχρι λίγο πιο πάνω από το γόνατο κι έχοντας ένα σκίσιμο στα δεξιά. Μελαχρινή. Υπέροχες γάμπες, ακόμα πιο υπέροχο πρόσωπο, μια ψυχράδα ίσως πίσω από τα πράσινα μάτια της , αλλά σαν πινελιά προς την τελειότητα ήταν. Έπρεπε να ηρεμήσει, η γυναίκα του κοιμόταν στο ξενοδοχείο.
-Φίλε ναι, βλέπω που κοιτάς κι ένα σου λέω. Είναι Κόλαση και Παράδεισος η γκόμενα αυτή, του είπε ο Φου κοιτώντας την κι αυτός.
Γύρω της είχε κάτι τύπους που φαίνεται ότι δούλευαν για αυτήν, ήταν σαν μια παράξενη κομπανία που την είχανε στο κέντρο τους. Κάθισαν σε ένα ρεζερβέ τραπέζι. Για μια στιγμή τον κάρφωσε με τα μάτια της. Ένα ρίγος πάλι στο σβέρκο του.
-Την λένε Ρένα, ο άντρας της λείπει μονίμως . Είναι αδίστακτη, συνέχισε ο Φου.
-Τι εννοείς αδίστακτη?, ρώτησε αυτός.
-Στους τρόπους της, στις δουλειές της….στα ερωτικά της….,είπε με συνωμοτικό ύφος ο Φου.
-Ενδιαφέρουσα γυναίκα αλλά όχι για μένα, είπε ο Αύγουστος δείχνοντας προς τα μπαλκόνια του ξενοδοχείου εκεί που ξάπλωνε η Τζόρτζια, σχεδόν γυμνή κάτω από τα λευκά σεντόνια.
-Είσαι περίεργος τύπος Αύγουστε, κάπως κυνικός αλλά δείχνει η καρδιά σου να το γουστάρει τον χαβαλέ, τις ιστορίες, τις γυναίκες, όλα αυτά εδώ. Αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο που διάλεξες το ξωτικό νησί μας για διακοπές με την κυρά σου, είπε ο Φου ρίχνοντάς του μια λοξή ματιά.
-Απλά η Τζόρτζια είχε ακούσει ωραίες περιγραφές από τη δουλειά της και ήθελε να ξεφύγουμε από τη ρουτίνα. Και εν τέλει γιατί να κάθομαι να εξηγούμαι σε σένα?, έκανε κάπως ενοχλημένος αυτός. Άναψε τσιγάρο.
-Πρέπει πάντως να είσαι τυχερός αν έχεις μια τέτοια γυναίκα που δεν σου αφήνει μάτια για άλλες, ξέρεις λίγες το καταφέρνουν αυτό, εγώ δα στη ζωή μου δεν γνώρισα καμία τέτοια έως τώρα, είπε ο κοτσίδας με ίχνος παραπόνου.
Μια πιτσιρίκα γκαρσόνα τους προσπέρασε κουνώντας τον τουρλωτό της κώλο καθώς μετέφερε το δίσκο με τα κοκτέιλ στα τραπέζια. Ο Φου την κάρφωσε στο δυνατό της σημείο για πολλή ώρα. Μετά τον κοίταξε σαν να του έλεγε να βλέπεις τι εννοώ.
Ο Αύγουστος σα να κουράστηκε ξαφνικά από όλα αυτά, έπιασε το κεφάλι του και έσκυψε να κάτσει δίπλα στην μπάρα.
-Ο τύπος που κέρδισε την εθνική κλήρωση, τελικά το λαχείο τι έγινε? Δεν μου τελείωσες την ιστορία σου, είπε προς τον Φου.
-Το λαχείο ήταν λάθος, δεν ήταν αυτό που κέρδιζε, ο γέρος είχε μπερδέψει το τρίτο νούμερο από το τέλος. Ήταν 3 κι όχι 8. Οι τεκίλες τον είχαν σακατέψει στα μάτια, είπε ο Φου.
-Τον άτυχο…, είπε αυτός πίνοντας από το ουίσκι του.
-Δεν υπάρχει τύχη Αύγουστε, υπάρχει πόνος, είπε ξαφνικά ο Φου έχοντας πάρει μια παγερή έκφραση στο βλέμμα του. Είχε καρφώσει τα μάτια του προς τα εκεί που πρέπει να ήταν η παραλία με τη θάλασσα και κοιτούσε επίμονα στο κενό.
Δεν θέλησε να τον διακόψει, άλλωστε δεν είχε κάτι να του αντι-προτείνει πάνω σε αυτό που είχε πει για τον πόνο. Βαθιά μέσα του το πίστευε κι ο ίδιος αυτό. Τον άφησε να συνεχίσει τις σκέψεις του. Ο κοτσίδας ώρα με την ώρα γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρον τύπος.
-Σου είπα πριν για το σκάκι, είναι αλήθεια φίλε αλλά και μεγάλη ειρωνεία. Νομίζουμε ότι στη ζωή μας έχουμε επιλογή κινήσεων, έχουμε την ελευθερία να διαλέξουμε τετράγωνο, να αμυνθούμε, να επιτεθούμε αλλά δεν είναι έτσι. Ό,τι κι αν γίνει θα σφαγιαστούμε στο τέλος. Είμαστε μονίμως στη πλευρά που χάνει, απέναντι σε δυνάμεις που δεν μπορούμε ούτε στο τόσο να αμυνθούμε. Ο άνθρωπος είναι πάντα χαμένος. Όποιο τετραγωνάκι κι αν διαλέξει στο τέλος καταλήγει εκεί που ανήκει, αυτό που είναι, αστερόσκονη.
Αυτός κούνησε το κεφάλι του σα να συμφωνούσε με όλα τούτα.
Ο Φου πήρε θάρρος και συνέχισε.
-Βλέπεις, ο τρόμος μας περιμένει σε κάθε κίνηση, η απώλεια, εκεί πάνω στην σκακιέρα του σύμπαντος έχουμε την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, της προσπάθειας, της ελπίδας, αλλά τα αντίπαλα πιόνια είναι γιγαντιαία, μαύρα θεριά που πλησιάζουν. Και ξέρεις ποιο είναι το καλό? Αυτός που κινεί τα κομμάτια του ολέθρου μας είναι ακόμα παιδί στη ψυχή, αυτές οι δυνάμεις είναι ακόμα ανώριμες στη φύση τους, για αυτό μάς ταλαιπωρούν αιώνες τώρα στο ίδιο κακόγουστο αστείο χωρίς να βαριούνται με το ίδιο αποτέλεσμα. Κάποτε όμως θα γίνει κι αυτό.
Ήπιε μονορούφι και παρήγγειλε κι άλλο.
Ο Αύγουστος ήπιε σκεφτικός το ποτό του, παρόλο που ψιλοζαλιζόταν, κρατούσε ακόμα την κυριαρχία των κινήσεών του. Σκεφτόταν αυτά που του είπε ο Φου.
-Τότε όλα είναι μάταια ε?, του έκανε στο τέλος.
-Ακριβώς,είπε ο Φου σκύβοντας λυπημένα το κεφάλι του, απλά ο άνθρωπος πασχίζει να βάλει τάξη στην μικρότητά του για να γλιτώσει από την τρέλα.
-Η συνειδητοποίηση φέρνει τρέλα ναι, αλλά νομίζω σημασία έχει πως πέφτεις μέσα στη λάσπη, είπε ο Αύγουστος. Άλλωστε αυτό μας έχει μείνει, η πτώση και η λάσπη. Μόνο ο τρόπος είναι δική μας επιλογή.
Ο Φου τον κοίταξε με κρυφό θαυμασμό.
Ο Αύγουστος συνέχισε να μιλάει, παίρνοντας σειρά αυτός στο σχεδόν – μεθυσμένο ντιμπέιτ περί ζωής και θανάτου.
-Αυτή η αποδοχή του θανάτου των πάντων είναι δίκοπο μαχαίρι, στους αδύναμους φέρνει τρέλα και πρόωρο τέλος, στους δυνατούς φέρνει ελευθερία. Η αθανασία περνάει μέσα από τα σπλάχνα της θνητότητας και κάθε χορός του ανθρώπου πάνω στην σκακιέρα είναι ηρωικός, μέχρι να πέσει από το σπαθί της φθοράς.
Ο Φου χαμογέλασε, τα μάτια του είχαν μια περίεργη σπίθα μέσα τους, κοίταξε προς τη μελαχρινή γυναίκα, τον κοίταξε κι αυτή, η ίδια σπίθα. Ένιωσε μια κρύα πνοή στο σβέρκο του όταν διαπίστωσε ότι και ο ψηλός ογκώδης τύπος, ο Ρουκ, τον κάρφωνε κι αυτός με το ίδιο βλέμμα. Τι στο διάολο…
-Έχω μια απορία φίλε μου Αύγουστε, είπε ο Φου πλησιάζοντάς τον πιο κοντά. Πώς κι ένας τύπος σαν κι εσένα ήρθε στα μέρη μας?
-Σου είπα νομίζω, έκανε αυτός τραβώντας τα βλέμμα του από τα μάτια του Φου.
-Όχι, μυρίζομαι τους ανθρώπους που λένε ψέματα Αύγουστε. Και πάω στοίχημα πως είσαι ένας από αυτούς. Έλα πες μου τι τρέχει, έκανε πιο πιεστικά ο κοτσίδας.
Άναψε τσιγάρο με χέρι που έτρεμε, τον είχε στριμώξει αλλά δεν πάει στο διάολο θα έλεγε, δεν είχε να χάσει τίποτα.
-Να κέρδισα αυτό το ταξίδι και μαζί κάτι εκατομμύρια δολάρια στην λοταρία πριν ένα μήνα. Για αυτό είμαι εδώ., είπε απολογητικά χωρίς λόγο ο Αύγουστος.
-Συγχαρητήρια ρε φίλε! Και για μια στιγμή ανησύχησα, σε θεώρησα περίεργο τύπο που κρύβει διάφορα σκοτεινά! Μπράβο, είδες εδώ είχες τύχη τελικά. Χαχαχα!, έκανε εύθυμα ο Φου.
-Ο προηγούμενος όμως τύπος από την πρωτεύουσα δεν είχε τέτοια τύχη. Κι αν κρίνω από την ιστορία του νησιού, οι τυχεροί δεν έχουν τύχη εδώ…, είπε ο Αύγουστος ρίχνοντάς του μια σταθερή ματιά.
Ο Φου συνοφρυώθηκε αλλά ευθύς μετά χαμογέλασε πάλι
-Βλακείες φίλε μου. Βλακείες των ντόπιων. Εδώ θα περάσεις τέλεια. Άλλα δύο ποτά μπάρμαν !!, φώναξε προς το εσωτερικό της μπάρας.
-Ναι αλλά ο τύπος είπες ότι δεν είχε πιεί όταν είδε την κλήρωση άρα δύσκολο να τον προδώσανε τα μάτια του, έκανε συνεχίζοντας ο Αύγουστος.
Ο Φου δεν του έδωσε σημασία και πήρε τα ποτά.
Κάθισαν έτσι και τα πίνανε για καμιά ώρα ακόμα, χωρίς να λένε πολλά πολλά.
Σε κάποια φάση ο Φου ενώ έδειχνε λιώμα, έπεσε πάνω του τον πήρε αγκαλιά και του ψιθύρισε ψυχρά στο αυτί :
-Tώρα πες μου φίλε μου, που έχεις βάλει την επιταγή?
Ο Αύγουστος τραβήχτηκε και τον κοίταξε έκπληκτος.
Ο Φου χαμογέλασε σατανικά:
-Ξέρεις ποιος είμαι? , του έκανε με μια αλλιώτικη σχεδόν φωνή. Με μια φωνή σταθερή και βαθιά λες κι ερχόταν από το σκοτεινό πηγάδι κάποιας κολάσεως.
-Όχι,του απάντησε τρομαγμένα ο Αύγουστος.
Παίζανε φωτιές στα μάτια του Φου κι ευθύς αυτός υποκλίθηκε θεατρινίστικα μπροστά στον τυχερό τουρίστα και είπε:
-Με λένε Φου ή αλλιώς Τρελό και είμαι από τα αρχαία χρόνια ο Αξιωματικός των μαύρων που θερίζουν το είδος σας.
Είχε αρχίσει να ιδρώνει, να ζαλίζεται, έβαλε το χέρι του στην τσέπη, η επιταγή ήταν εκεί, αλλά δεν ήξερε για πόση ώρα ακόμα. Κοίταξε τον Φου που του χαμογελούσε ακόμα.
-Δεν μπορείς να ξεφύγεις τουρίστα, η τύχη σου είναι δική μας τώρα, δες μετά από μένα θα έρθει ο Τουρ, ο τρομαχτικός μας Πύργος να σε τσακίσει και μετά η μαύρη Βασίλισσά μας, η Ρένα, να σε αποτελειώσει. Πες μας που έχεις την επιταγή και θα γλιτώσεις.
Ένιωσε το κεφάλι του να πάει να σπάσει, το αλκοόλ τον έκανε να βλέπει τον εαυτό του να παραπατάει πάνω σε μια θανάσιμη σκακιέρα της ζωής, δίπλα του από τα πλάγια ερχόταν ο Φου, πιο πίσω ο Πύργος με τα τεράστια χέρια του και εκεί στο βάθος ακόνιζε τα δόντια της η Βασίλισσα. Θεέ μου πού στο διάολο είχε έρθει. Η Τζόρτζια…
-Τον σκοτώσατε…., κατάφερε να πει.
-Ποιόν τον γέρο?, Ναι γιατί φέρθηκε ηλίθια, αρνήθηκε να μας δώσει το λαχείο, είπε ότι το είχε χαρίσει στην λάσπη. Θα το βρούμε όμως, ήδη έχουμε πάει μια φορά στην κυρά του.
-Δεν την έχω πάνω μου την επιταγή, άφησε με….προσπάθησε να παρακαλέσει ο Αύγουστος.
Αλλά μάταια, ο κοτσίδας τον είχε πλησιάσει και τον είχε αρπάξει από το σβέρκο.
-Είναι στην τσέπη σου, βγάλτην σαν καλό παιδάκι και θα σε αφήσουμε να πας στο μουνάκι σου στο ξενοδοχείο. Αλλιώς να ξέρεις θα το σκίσουμε κι αυτό, είναι ήδη ένας άνθρωπός μας εκεί, ένα Άλογο χαχαχα, του είπε σιγανά ο Φου.
Με την άκρη του ματιού του είδε τον Πύργο και τη Βασίλισσα που πλησίαζε προς το μέρος του. Τα πράγματα είχαν γίνει πολύ άσχημα για αυτόν.
Η μπάντα έπαιζε μια λάτιν μαλακία, τα ζευγαράκια χορεύανε στους ρυθμούς της. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη κι έβγαλε ένα τσιγάρο κι ένα χαρτί, την επιταγή. Την έδωσε απρόθυμα στον Φου. Εκείνος χωρίς καν να την κοιτάξει την έβαλε στην δικιά του τσέπη.
-Τώρα φίλε μου πρέπει να φύγουμε, του είπε γλυκόπικρα.
-Άσε με να πιω ένα τελευταίο ουίσκι, έκανε εκείνος.
Ο Φου γέλασε κι έγνευσε όπως θέλεις με το χέρι του.
Γύρισε στον μπάρμαν και του παρήγγειλε:
-Mια πέρδικα με τρία παγάκια κι ένα κερασάκι.
Ο μπάρμαν έφυγε προς το εσωτερικό.
Ο Φου κάπνιζε κι αυτός και κοίταγε προς τη θάλασσα.
-Πόσο καιρό το κάνετε αυτό?, ρώτησε ξαφνικά ο Αύγουστος.
-Ποιο? Να κλέβουμε την τύχη? Μμμ κάπου 50 χρόνια, πάει πολύ πίσω στους παππούδες, από τότε που το νησί έγινε παράδεισος. Το μόνο που είχαμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε την λοταρία και τις κληρώσεις. Χαχαχα!, είπε και έσκασε στα γέλια ο Φου.
-Και πώς δεν σας πιάσανε τόσα χρόνια?, ρώτησε πάλι εκείνος.
-Κανείς δεν ασχολείται με τους τυχερούς, τους φθονούν. Κι επιπλέον το νησί μας είναι μακριά από την πρωτεύουσα, το χειμώνα τα πάντα σβήνουν εδώ, όπως και το λάδωμα τα σβήνει όλα, απάντησε ο Φου κλείνοντάς του το μάτι πονηρά.
-Ποιος είναι ο Βασιλιάς? Ο αρχηγός σε όλο αυτό το κόλπο?, έκανε ο Αύγουστος.
Ο Φου σα να νευρίασε και έσβησε απότομα το τσιγάρο του.
-Έλα μαζί μας τώρα και φρόνιμα, του φώναξε πιάνοντάς τον από το μπράτσο.
Ο Αύγουστος σηκώθηκε από την καρέκλα του και τον έπιασε γερά από τον σβέρκο. Μεμιάς τινάχτηκαν από τις θέσεις του ο Πύργος και η Βασίλισσα. O Πύργος όμως ξανακάθισε σαν να πόνεσε στην μέση.
-Τι κάνεις ηλίθιε τουρίστα??!!, του ούρλιαξε μέσα στην βουή της μουσικής ο Φου.
-Άκουσέ με Τρελέ, άκουσέ με καλά, είπε ο Αύγουστος και τον έσφιξε πιο πολύ στο σβέρκο. Ο Φου έβγαλε μια κραυγή πόνου.
-Κοίτα προς τον μπάρμαν, τον βλέπεις?, συνέχισε ο Αύγουστος.
Ο Φου έγνευσε καταφατικά.
-Βλέπεις τι κρατάει και σε σημαδεύει?
Ο Φου πάλι έγνεψε καταφατικά κοιτώντας παγωμένος το δίκαννο που φαινόταν πίσω από το ποτηράκι με το σκοτσέζικο ουίσκι και το κερασάκι. Ο μπάρμαν του χαμογελούσε.
Ο Αύγουστος τον γύρισε προς το υπόλοιπο μαγαζί.
-Δες τον Πύργο σου τώρα, του είπε.
Ο Ρουκ ήταν πεσμένος πάνω στην μπάρα και κοιμότανε του καλού καιρού.
-Στο υπόσχομαι ότι ο φίλος σου το βουνό θα κλείσει 24 ωρο ύπνου με αυτό που του ρίξαμε, έκανε γελώντας σκληρά ο Αύγουστος.
Ο Φου είχε αρχίσει να τρέμει από φόβο.
-Δες τώρα τη Βασίλισσά σου, τη Ρένα!, του φώναξε.
Η Ρένα στεκόταν ακίνητη και έβλεπε την αντανάκλαση του ίδιου φόνου στα μάτια της. Πίσω από αυτήν, πίσω από την καρέκλα της και όρθια καθόταν η πιτσιρίκα με τον υπέροχο κώλο. Κρατούσε ένα μαχαίρι στο δεξί της χέρι και το ακουμπούσε στον μαυρισμένο λαιμό της Ρένας. Η υπόλοιπη κομπανία ήταν αναίσθητη όπως και ο Πύργος.
Ο Τρελός άρχισε να κλαίει κι όμως δεν έβγαιναν δάκρυα από τα μάτια του.
-Έλα Φου εσύ ήσουν που μου έλεγες με τέτοιο κυνισμό για το θάνατο και την φθορά. Μην κάνεις έτσι όταν βρίσκεσαι επιτέλους εμπρός της!. Του είπε ο Αύγουστος ειρωνικά.
-Υπάρχει ακόμα το Άλογο, η γλυκιά σου Τζόρτζια θα πεθάνει αν δεν μας αφήσεις!, του είπε τρέμοντας ο Φου.
Εκείνος κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι του απογοητευμένα και είπε:
-Δεν υπάρχει Τζόρτζια, το Άλογό σου μόλις μαχαιρώνει ένα άψυχο σώμα, ήταν η γυναίκα του δύστυχου πρωτευουσιάνου που σκοτώσατε προχθές για να σας πει που είχε το λαχείο. Σας ξέρουμε καλά εδώ και καιρό Τρελέ, σας παρακολουθούμε, αλλά θέλαμε τον Βασιλιά, τον αρχηγό σας.
Κοίταξε το ρολόι του αφήνοντας χαλαρό το σβέρκο του Φου.
-Το Άλογό σου είναι νεκρό από τις σφαίρες των δικών μας τώρα, είπε ψυχρά στον Τρελό.
-Δεν έχετε τον Βασιλιά όμως, δεν θα τον πιάσετε ποτέ!, φώναξε ο κοτσίδας.
-Χαχαχα, νομίζεις, είπε ο Αύγουστος και κοίταξε προς το μέρος της λάτιν μπάντας. Ο μπροστινός της ο σαξοφωνίστας, ένας συμπαθητικός κρεολός με γκρίζες τρίχες στους κροτάφους του, ο ηγέτης της μπάντας, είχε αρχίσει να ιδρώνει και να βγάζει κάτι φάλτσα ήχους.
-Σου είχα πει από την αρχή Φου ότι μισώ τις λάτιν μπάντες, ειδικά όταν τις διευθύνουν δολοφόνοι…., είπε ο Αύγουστος και του έκλεισε το μάτι πονηρά.
Ο Φου κατέρρευσε εκεί επιτόπου κι όταν αργότερα τον σηκώσανε για να του περάσουνε χειροπέδες, γύρισε προς τον τύπο που ήξερε ως Αύγουστο και τον ρώτησε φωναχτά :
-To όνομά σου πες μου!, να ξέρω ποιος με κέρδισε!
Ο Αύγουστος έδινε κάτι οδηγίες σε αστυνομικούς. Γύρισε τον κοίταξε και γελώντας του είπε:
-Σύλλας.
Όταν έψαξαν τα ρούχα του Φου οι αστυνομικοί στο τμήμα βρήκαν το κομμάτι της επιταγής μεταξύ όλων των άλλων. Ο Φου άκουσε κάτι σαν πειράγματα και παρόλο που τον κρατούσαν σύρθηκε με πείσμα προς το τραπέζι που είχαν τα αντικείμενά του. Εκεί ήταν και η επιταγή που είχε πάρει από τον Αύγουστο – Σύλλα. 
Διάβασε μέσα στο κουτάκι που κανονικά έπρεπε να αναγραφόταν το ποσό τις λέξεις :
΄΄ Σαχ Ματ΄΄
Ένα υστερικό γέλιο τον έπιασε.





Στον Νίκο Κυριακίδη
Στην Ι.Γ.
Στην Πηνελόπη
Στην Τζόρτζια