Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Σέιλα - Μπλε Ιστορίες






Η Σέιλα ήρθε στον κόσμο και τα πράσινα μάτια της κοίταξαν το ιδρωμένο πρόσωπο που την κρατούσε στα χέρια του, είδε τα γυαλιά του, την μάσκα στο πρόσωπό του, τα ανοιχτά πόδια γύρω της που ήταν λυγισμένα σε οξεία γωνία, είδε το λευκό δωμάτιο, είδε την πετσέτα που την τύλιγε ζεστά – είδε όλα αυτά και έκλαψε, και συμφώνησε και είπε όλα καλώς.
Τώρα, καμιά 20αρια χρόνια μετά, κοιτάει τον γιατρό με το συνοφρυωμένο μέτωπο καθώς διστακτικά τής κάνει την ένεση στο χέρι, το λευκό δωμάτιο ίδιο κι αν πια δεν μπορεί να κλάψει βγάζοντας την πρώτη ανάσα από μέσα της, το ίδιο είναι για αυτή να μετράει αντίστροφα αυτές τις αναπνοές, έστω κι αν ο νεαρός γιατρός τής τραυλίζει όλα καλώς.
Μου λέει για το πώς οι νευρολόγοι τής προκαλούν δυσφορία, για το πώς πηγαινοέρχεται στη Βιέννη για τη θεραπεία, θέλει να την σταματήσει , της προκαλεί διάφορα, μέσα σε όλα και κατάθλιψη, παλεύω να την κάνω να γελάσει, λέω κάτι για κείνον τον τύπο στην παραλία που φορούσε κίτρινο βρακάκι για μαγιό, γελάει, λέει δεν καταλαβαίνει γιατί εδώ οι άντρες περιποιούνται τόσο, ξυρίζουν το στήθος τους, τα πόδια τους, με αγγίζει απαλά με το χέρι στην κνήμη, σέρνει το χέρι της πάνω στις τρίχες του ποδιού μου, καθώς αυτές σηκώνονται εκστατικές και μια γλυκιά ανατριχίλα με διαπερνάει σε όλο μου το σώμα. Αύριο φεύγει, πετάει και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για πολλά πράγματα.
Σκέφτομαι τις δύο λέξεις που μου είπε όταν την ρώτησα τι έχει και τραβιέται στα νοσοκομεία, η μία λέξη αγγλική και η άλλη ελληνική, η ελληνική σέρνει την τραγωδία περίτρανα σκέφτομαι, η ελληνική λέξη με έκανε να παγώσω, να νιώσω οργή για αυτόν τον καριόλη εκεί πάνω που κινεί τα νήματα και σπέρνει και θερίζει όποτε γουστάρει αυτός την ΟΜΟΡΦΙΑ.
Multiple Sklirinsis  - και κάπως έτσι γλυκιά μου Sejla σού αφιερώνω αυτή την ιστορία που 3 μέρες τώρα την έπλαθα στο μυαλό μου, στην θάλασσα που βούταγα τα πρωινά, στα βραδινά κοκτέιλς και στις ξέφρενες θλίψεις και χαρές του καλοκαιριού αυτού.
Ο ΄΄ Δακτυλοδεικτούμενος ’’ όπως ήταν ο αρχικός τίτλος της ιστορίας, αλλάζει και παίρνει το όνομά σου, που δεν είναι Λέιλα σαν το τραγούδι, όπως μού ψιθύρισες τρυφερά στο αυτί, είναι Σέιλα μωρό μου, και τη χρονιά που γεννήθηκες ήταν το όνομα που παίρνανε τα πιο πολλά κορίτσια στην πατρίδα σου…
    
   *****


Ήπια το πρώτο ποτό με την σκωτσέζικη πέρδικα, ένιωθα ξαναμμένος, κοίταξα την ξανθιά γκόμενα στα πλάγια μου, έστελνε μηνύματα στον κινητό, σε ταχύτητα που θα ζήλευε και ο πιο γαμάτος απόστολος με τις επιστολές του προς πάσα πιστούς της εποχής, η φίλη της κάπνιζε βαριεστημένα και κοίταζε με αγγαρεία την μπάντα. Η τζαζ επιλογή δεν ήταν του γούστου της και ήταν φανερό ότι οι γκόμενες είχαν βρεθεί σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή, κι από την ώρα που το μαγαζί είχε είσοδο, αναγκαστικά θα έπιναν το πρώτο ποτό.
Θα χωνόμουν σε λίγο, να με πιανε λίγο ακόμα η πέρδικα και θα τους μιλούσα, δεν ένιωθα καύλες, ένιωθα ξαναμμένος, είχα ανάγκη να ανοιχτώ σε κάποιον, να του μιλήσω, είχα οργή μέσα μου, θλίψη και ήθελα να ξεσπάσω τον πόνο μου σε έναν άνθρωπο. Να με κρατήσει μια άγνωστη γυναίκα στην αγκαλιά της όλο το βράδυ και να ακούω μονάχα την ανάσα της και το κύμα στο βάθος.
Η Τζ. με άφησε λίγα λεπτά πριν εκεί μόνο μου στην μπάρα, με άφησε λέγοντάς μου κάτι σαν ΄΄σε μισώ’’, δεν ξέρω, μπορεί να είπε και σε αγαπώ, αλλά μάλλον όχι γιατί έφυγε νευριασμένη και πήρε και τα κλειδιά του αμαξιού, και λέω μέσα μου όταν οι γυναίκες λένε σε αγαπώ δεν το εννοούν πάντα, αλλά όταν λένε σε μισώ να είσαι σίγουρος ότι το πιστεύει και το τελευταίο κύτταρο του οργανισμού τους. Οι άντρες από την άλλη όταν λένε σε μισώ , εννοούν το πιο δυνατό σ’αγαπώ. Ή κάπως έτσι πάει.
Στα μισά της δεύτερης πέρδικας πρόσεξα δύο πράγματα, καταρχάς οι 2 γκόμενες είχαν φύγει και μαζί όποιος φιλόδοξος στόχος για γυναικεία παρέα στο μαγαζί, και κατά δεύτερον στη θέση τους είχε κάτσει ένας αδύνατος τύπος με γκρίζα αραιά μαλλιά που κάποτε έπρεπε να ήταν μακριά και μπούκλες, ο οποίος έπινε αργά ένα ποτάκι, πιθανόν ουίσκι. Στις ωραίες στροφές του σαξοφώνου έκλεινε τα μάτια σα να ζούσε το κομμάτι, ένιωθε τις νότες, πότιζε τζαζ το αίμα του, χτύπαγε τα μελίγγια του με παλμό και χαλάρωνε τους μυς του στόματος σε ένα χαμόγελο.
Λέω μέσα μου, αυτός είναι σωστός- περίεργος τύπος.
Πίνω μονορούφι το υπόλοιπο μισό ουίσκι μου και παραγγέλνω ένα τρίτο, η ζάλη από το αλκοόλ είναι σαν μεθυστική δίνη που με παρασέρνει προς τη μεριά του τύπου. Κάθομαι δίπλα του και τσουγκράω κάπως άγαρμπα το ποτήρι μου στο ποτήρι του, αυτός μορφάζει σαν από αηδία ή πόνο αλλά δεν λέει κάτι παρά με κοιτάει στα μάτια ερευνητικά. Και τότε αρχίζω να του λέω για την Τζ. και πως μαλώσαμε και πως είπα λόγια σκληρά αλλά και αυτή σε μένα, και πως με άφησε και έφυγε λέει για πάντα γιατί δεν με αντέχει άλλο και πως ήδη μου λείπει και δεν ξέρω τι σκατά να κάνω πια.
Με ακούει και πίνει από το ποτό του, το αδειάζει και κάνει νόημα και για ένα άλλο, κοιτάει πάνω από τον ώμο του, προς την μπάντα, κάτι μουρμουρίζει σκέφτομαι είναι τα λόγια του θλιμμένου τραγουδιού που παίζει τώρα, και πως στο διάολο οι κερατάδες καταφέρανε με μαεστρία να ταιριάξουν ένα βιολί στο τζαζ κομμάτι.
Γυρνάει τότε και μου λέει ατάραχος
- Γράψ’της.
- Να την γράψω?, του κάνω παρανοώντας τα λόγια του
- Όχι, να της γράψεις, πες της κάτι σε ένα χαρτί, μου απαντάει καθώς σκύβει και πετάει 2 φιστίκια στο στόμα του.
- Φίλε τής γράφω συνέχεια, του κάνω με παράπονο ποτισμένο στην αλκοόλη.
Και αρχίζω να του λέω πως γράφω κάτι ποιήματα που και που, πως της έχω αφιερώσει κάμποσα, πως τα έχει διαβάσει και της αρέσουν, ναι έχει δακρύσει σε ένα δυο, μα όταν μαλώνουμε δείχνει να τα σβήνει όλα αυτά, όπως και απόψε, πετάω κάτι και για αχαριστία και σταματάω την πάρλα.
Ο τύπος δεν μιλάει, μόνο ακούει, μου αρέσει αυτό, αφήνει το ποτάμι του λυγμού μου να κυλάει ανεμπόδιστο, σε έναν μεθυσμένο ο καλύτερος ακροατής είναι ο σιωπηλός ακροατής.
- Φίλε μου, του κάνω, η ποίηση που λες με έχει σώσει κάμποσες φορές από το λιντσάρισμα. Εκεί που είμαι στο βάθος του βαρελιού και πεισματικά πάνε να με καρφώσουν, να με κλείσουν εκεί μέσα, εγώ αρχίζω να γράφω, βγαίνω από το σώμα μου, πετάω μακριά, κι ας μην έχω κουνηθεί βήμα από τη θέση μου. Είναι δώρο για ετοιμοθάνατους, παράταση όχι ζωής αλλά ποιότητας του πόνου της ζωής.
Ο φίλος μού χαμογελάει, έχει κανά δυο σπασμένα δόντια μπροστά αλλά οκ κανείς δεν φαίνεται να δίνει σημασία, ούτε η μπάντα, ούτε τα ζευγαράκια που ονειρεύονται ρομαντικά σκηνικά και καλά, ούτε καν ο μπαρμαν που χασμουριέται διακριτικά πίσω από την μπάρα.
- Διάβαζα κι εγώ ποίηση κάποτε, κάνει ο πρώην γκριζομάλλης φίλος μου, μου άρεσε η ποίηση.
- Και τώρα δεν σου αρέσει;, τον ρωτάω κάπως περιπαιχτικά
- Δεν είναι αυτό, απλά έπαψα να την πιστεύω.
- Μια γαμιόλα γκόμενα είναι κι αυτή, κάνω ηλίθια εγώ. Παλεύω να στρίψω τσιγάρο και αλίμονο γιατί το χέρι μου τρέμει και τα φιλτράκια πέφτουν σαν δάκρυα κάτω στο τσιμέντο.
Μου κάνει, σα να διαβάζει την σκέψη μου:
- Yπήρχε εκείνος ο στίχος του ποιητή που έλεγε τα τσιγάρα μου πέφτουν σαν δάκρυα στο χώμα.
Μένω έκπληκτος, λέω φωναχτά, ο τύπος ξέρει από ποίηση, κάνοντας μια χαζή χοντρή που ρούφαγε σαν λεπτό καυλί ένα καλαμάκι εδώ και ώρα να γυρίσει να με κοιτάξει τάχα προσβεβλημένη.
Της κάνω κωλοδάχτυλο και ευθύς στρέφει με αηδία το πρόσωπό της μπροστά. Γυρνάω ακόμα πιο ξαναμμένος στον καινούριο φίλο μου
- Ξέρεις, σε αυτό τον τόπο 3 ποιητές γούσταρα πολύ, οι 2 νεκροί και ο τρίτος εξαφανισμένος χρόνια. Στους νεκρούς πήγα κάποια στιγμή και προσκύνησα τους τάφους τους, τον τρίτο ψάχνω καιρό να τον βρω αλλά τίποτα. Λένε όλοι ότι ο τύπος σαλτάρισε και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα ένα δειλινό, μα ποτέ δεν βρήκαν το πτώμα του. Κάτι μου λέει ότι είναι ζωντανός.
Με ρωτάει το όνομα του τρίτου, του υποτιθέμενου ζωντανού ποιητή, του λέω υπέγραφε πρώτα με το όνομα Μάκης Ονόρε, βασικά πάντα με αυτό το όνομα υπέγραφε, μόνο που στο τελευταίο του ποίημα, το κορυφαίο του κατά πολλούς,
΄΄ Καλυψώ, καιρός να αράξω στην αγκαλιά σου’’, υπέγραψε σαν Δακτυλοδεικτούμενος κι έτσι έμεινε να τον φωνάζουν.
Ο γκριζομάλλης έπινε κι άκουγε, μου είπε σκεφτικός ότι ποτέ δεν είχε ακούσει για τον ποιητή αυτόν, παρόλο που διάβαζε σχετικά αρκετή ποίηση.
Του κάνω είναι άγνωστος στο γενικό κοινό, αλλά έχει λίγους αλλά φανατικούς οπαδούς, ας πούμε να εγώ ήμουν ένας από αυτούς, και για να στο αποδείξω θα σου πω – του λέω – ότι το ταξίδι αυτό με την Τζ. ενώ φαινομενικά έγινε για τις γαμάτες παραλίες της περιοχής, στην ουσία ακολουθώ τα ίχνη του Δακτυλοδεικτούμενου.
Πλησιάζω πιο κοντά στον τύπο και του ψιθυρίζω στο αυτί:
- Εδώ τον είδαν, λένε, τελευταία φόρα…
Γελάει, και με αποκαλεί ψυχάκια, τρελαμένο και όταν βλέπει ότι φορτώνω παράνοια και οργή , το σταματάει.
Πλησιάζω πάλι κοντά του, του λέω:
- Ξέρεις για να γράφεις απίστευτα άψογη ποίηση θες λίγη δόση τρέλας, αυτή σου δίνει τα φτερά τα οποία σου έλεγα πριν, εγώ δεν είχα ποτέ τα φτερά αυτά, είχα μόνο οργή, αλλά αυτός, ο Ονόρε είχε απίστευτη πέννα, κι απίστευτη τρέλα.
- Ναι ε; Δηλαδή ; , με ρωτάει ο φίλος μου
- Δηλαδή, λένε ότι είχε έναν φίλο φανταστικό, λένε ότι μίλαγε συχνά σε αυτόν σαν να ήταν πραγματικός, μάλιστα μπροστά σε άλλους κιόλας, για αυτό στην μικρή πόλη στην οποία ζούσε άρχισαν να λένε διάφορα για αυτόν, να τον δείχνουν με το δάχτυλο, εξ ου και η τελευταία του υπογραφή. Αλλά εγώ σου λέω δεν πιστεύω ότι ψόφησε ο τύπος.
- Κοίτα φίλε, μου κάνει, εγώ σου λέω πήγαινε σπίτι σου, κάνε κρύο ντους, ηρέμησε, κοιμήσου και το πρωί μίλα στην δικιά σου. Η αναζήτησή σου για τον τρελό ποιητή που λες είναι καλή μέχρι ένα σημείο, αρκεί να μην σε βάλει κι εσένα μέσα στην παράνοιά της. Η όλη ιστορία είναι τρελή από μόνη της, σου λέω δεν τον ξέρω τον ποιητή και ναι διαβάζω πολλή ποίηση γαμώτο!, είπε ο φίλος μου, φλυαρώντας πρώτη φορά τόσο πολύ.
Ο μεθυσμένος σκέφτεται, προσπαθεί να βρει μια λογική, αλλά η σκέψη του είναι ομίχλη. Έτσι ένιωσα κι εγώ εκείνη τη στιγμή, σκεφτικός άκουσα τον τύπο δίπλα μου και ζάρωσα στην μεριά μου πάνω στο μπαρ. Αλλά ένιωθα να χάνομαι σε μια ομίχλη και να παλεύω με τα χέρια μου να την ξεδιαλύνω. Το χέρι του γκριζομάλλη με χτύπησε φιλικά στην πλάτη και ξύπνησα.
- Ξέρεις πως τελειώνει η ιστορία; του κάνω.
- Ποια ιστορία; με ρωτάει.
- Του Δακτυλοδεικτούμενου, του λέω.
- Πώς; με ξαναρωτάει αυτός.
- Λίγο πριν χαθεί ο ποιητής, ένας τρελός θαυμαστής του τον πέτυχε σε ένα μαγαζί. Ο Ονόρε έτρωγε και ο τρελός θαυμαστής τον πλησίασε γοργά. Λίγο πριν κατεβάσει μια μπουκιά από χοιρινό, ο θαυμαστής έβγαλε ένα μαχαίρι και έκοψε τον δείχτη του δεξιού χεριού του ποιητή. Από τότε, λένε, δεν μπόρεσε να γράψει ξανά ο Ονόρε. Από τότε εξαφανίστηκε αηδιασμένος.
- Κι εσύ που την ξέρεις την ιστορία αυτή; με ρωτάει με έκδηλο ενδιαφέρον ο τύπος
Κατεβάζω μονορούφι το ποτό μου, λέω κοίτα να δεις που ο μπαγάσας απόψε θα μάθει τα πάντα για μένα. Μυξοκλαίω, τραυλίζω ντροπιασμένος ότι να ήξερα μέσα μου ότι ποτέ δεν θα έγραφα στίχους σαν τον Δακτυλοδεικτούμενο, ότι να η τρέλα όταν την θαυμάζεις σε επισκέπτεται, ότι η άβυσσος σε κοιτάζει κι αυτή πίσω κάποια στιγμή κι άλλα τέτοια που δεν θυμάμαι τώρα.
Του κάνω:
- Να εγώ ήμουν ο τρελός θαυμαστής.
Ο φίλος μου τραβιέται πίσω έκπληκτος και φοβισμένος, κοιτάει πάνω από τον δεξιό του ώμο πάλι και κάτι μου φαίνεται να μουρμουράει, λέω μέσα μου πάλι λέει στίχους του τραγουδιού που παίζει η μπάντα.
- Έλα μην κάνεις έτσι, είχα μια περίοδο τότε που δεν ήμουν καλά αλλά έκανα θεραπεία, τώρα είμαι εντάξει, του κάνω προσπαθώντας να τον καθησυχάσω. Ψάχνω τον Δακτυλοδεικτούμενο απλά και μόνο για να του ζητήσω συγγνώμη, τίποτα άλλο.
Ο τύπος απλά με κοιτάζει έντρομος, σκέφτομαι ώρα να φύγω από αυτό το σκατομέρος και κάνω νόημα να πληρώσω.
Καθώς βάζω τα ρέστα στην τσέπη, τείνω το χέρι μου στον άγνωστο φίλο που ακόμα προσπαθεί να ηρεμήσει, δεν μου το δίνει, ακόμα είναι τρομαγμένος, υπερβολική αντίδραση σκέφτομαι, άλλωστε δεν του έκανα κάτι κακό, είπαμε έχω αλλάξει, έχω φτιάξει.
- Έλα φίλε μην φοβάσαι, φεύγω, χάρηκα, δώσε μου το χέρι σου και πες μου πως σε λένε; Τόση ώρα δεν είπαμε τα ονόματά μας, του λέω εύθυμα.
Ο τύπος παίρνει μια ανάσα κάπως βαθιά και μου τείνει το δεξί του χέρι. Καθώς το πιάνω, παγώνω. Υπάρχει ένα κενό εκεί ανάμεσα στα δάχτυλα, ένα καταραμένο κενό όπου ο δείχτης λείπει.
Τραυλίζω μια ερώτηση:
- Το όνομά σου φίλε;
- Μάκης Ονόρε , μου απαντάει χλωμός αυτός….και συνεχίζει :
 κι από δω ο φίλος μου ο Τζάκι, μου κάνει γυρνώντας και συστήνοντας το κενό πάνω από τον ώμο του.
Δεν βλέπω τίποτα, βλέπω το τίποτα δίπλα του, εκεί που θα έπρεπε να είναι ο φανταστικός του φίλος, βλέπω το τίποτα εκεί που θα έπρεπε να είναι ο δεξιός δείχτης του, βλέπω το τίποτα παντού.
Ξεσφίγγω το χέρι του και παραπατώντας τραβιέμαι προς την έξοδο. Η μπάντα με γαμημένη μαεστρία βάζει πάλι ένα βιολί στη μουσική της. Λίγο πριν φτάσω στην έξοδο, σκέφτομαι το ΄΄σε μισώ’’ της Τζ. , σκέφτομαι τους υπέροχους στίχους που ποτέ δεν μπόρεσα να γράψω, σκέφτομαι τη θάλασσα που με ρουφάει μέσα της. Μια παλιά γνώριμη θολούρα με πιάνει, όχι από το αλκοόλ. Αυτή είναι άλλη, είναι ύπουλη.
Βάζω το χέρι βαθιά στην τσέπη και πιάνω μια κρύα μεταλλική επιφάνεια. Την χαϊδεύω απαλά. Ηρεμώ κάπως. Κάνω μεταβολή και κοιτάζω τον ποιητή που στέκεται ακόμα αμήχανος στην μπάρα. Κάτι ψιθυρίζει πάλι πάνω στον ώμο του. Με κοιτάει. Του χαμογελάω κι αυτός παγώνει.
Η μπάντα είναι άψογη, ξέρει να βάζει ένα βιολί στη σύνθεσή της, λέω μέσα μου, καθώς πλησιάζω την μπάρα με το στιλέτο στο χέρι…




**

Σημείωση Η.Δ :
Η ιστορία είναι η πρώτη από μια σειρά αυτοτελών διηγημάτων που θα γράψω το καλοκαίρι με φόντο το μπλε της θάλασσας. Κάποιες είναι ρομαντικές, κάποιες απλές ρεαλιστικές, άλλες πάλι σουρεαλιστικές και – οι αγαπημένες μου – είναι παρανοϊκές…
Kαλό Καλοκαίρι!