Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

Θεσσαλονίκη







Έσβησα τρία - κατά πως τα λέω ποιήματα -

Μέχρι να αρχίσω να λέω αυτά – όπως σκέφτομαι -

Κι όμως έτη φωτός μακριά από το κέντρο ,

Σε έναν παγωμένο πλανήτη χωρίς ήλιους και φεγγάρια,

Με λέξεις απαγορευμένες για δορυφόρους 

Και βροχές φθινοπωρινές για κατοίκους .



Το ποτάμι της ιστορίας πέρναγε από μια αρχαία καμάρα.

Κάτω από πολεμικές σκηνές και ανακατεμένες ιαχές,

Βαφτίζονταν οι άνθρωποι στην αγάπη και την απώλεια,

Καθώς οι σαύρες έψαχναν για υστεροφημία στο χρόνο,

Αλαζονικά κουνώντας την ουρά τους .



Τα σύννεφα γύρναγαν σαν παλιό αργό καρουζέλ

Σε έναν αόρατο άξονα στον ουρανό και πάντα η καρδιά

Χτύπαγε πολύ δυνατά μέχρι την πρώτη κουβέντα,

Μέχρι οι ευχές να φτάσουν στα κάστρα πάνω

Και να γίνουν βέλη προς το λιμάνι κάτω .

Να πάρει η θάλασσα το χρώμα της το μωβ

Και να καληνυχτίσει τρυφερά σαν κουρασμένη μάνα.



Καθώς το χέρι πέρναγε πίσω από τη μέση

Και η αγκαλιά οδηγούσε στο πεταχτό φιλί ,

Τα φαντάσματα των φυλακισμένων του πύργου

Σέρνονταν ως το νερό να ξεδιψάσουν την οργή .



Είναι η πόλη αυτή ένας παγωμένος πλανήτης

Χωρίς ήλιους και φεγγάρια , με κάτι φθινοπωρινές

Βροχές για κατοίκους …


Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Εκείνο το ρομαντικό καλοκαίρι ...








Εκείνο το ρομαντικό καλοκαίρι ο Λατίνος ο Μάρκο δεν επέστρεψε στην Τζίνα και δεν γαμηθήκανε κάτω από τον ήχο κιθάρας σε μια ερημική παρθένα παραλία δίπλα που σκάει το κύμα , σε ένα νησί του Αιγαίου. Αντίθετα η Τζίνα πήγε στην Μύκονο , γαμήθηκε με δύο τρεις νέους που φοράγανε μπλούζα πόλο και είχαν κότερο , ένιωσε ξανά νέα , πήρε τον άντρα της να του πει σε αγαπώ μωρό μου , κι όταν γύρισε χορτασμένη στην Αθήνα ,επειδή έπληττε ΠΟΛΥ είπε να βάλει πλώρη για το νέο της βιβλίο . Ο εκδότης της τής είπε πάλι έμπνευση Τζινάκι κι αυτή χαμογελώντας του είπε φταίνε οι διακοπές κι έχω πάλι οίστρο ντάρλινγκ. Κι αφού γύρισε σπίτι από τα ψώνια κάθισε στον υπολογιστή της και ξεκίνησε να γράφει …

Οι κατσαρίδες πετούν . Το διαπίστωσα κανά χρόνο πριν αλλά η άτιμη ξανθιά κατάφερε να με εντυπωσιάσει κι απόψε. Πέταξε πάνω από τον καναπέ μου και προσγειώθηκε λίγο πιο δίπλα από το ψυγείο .Την άφησα να ζήσει , τέτοιες επικές προσπάθειες αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Έτσι δεν είναι ?

Τελευταία η αηδία μου μεγαλώνει όλο και πιο πολύ για αυτές . Όχι για τις κατσαρίδες, οι οποίες έχω διαβάσει ότι σιχαίνονται απίστευτα την επαφή με το ανθρώπινο δέρμα . Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια , δεν ήμουν ποτέ κατσαρίδα , κι αν έζησα σαν κατσαρίδα , δεν το θυμάμαι . Μπορεί να το γράφουν έτσι για παρηγοριά στην ηλιθιότητα του ανθρώπου που κατά πλειοψηφία ουρλιάζει όταν τις βλέπει .Μην φοβάσαι μαλάκα , όσο την σιχαίνεσαι εσύ άλλο τόσο και πιο πολύ σε σιχαίνεται κι αυτή .ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΑΓΓΙΞΕΙ , ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΗΝ .

Τελευταία η αηδία μου μεγαλώνει όλο και πιο πολύ για αυτές . Όχι για τις κατσαρίδες , αλλά για τις ρομαντικές αερολογίες – αιθερολογίες που βγαίνουν πυκνά συχνά στην δημοσιότητα , με κάθε τρόπο, βιβλία , ίντερνετ , τύπος . Δεν είμαι κανένας γραφικός ή έστω κι αν είμαι , απλά λέω τι νιώθω . Να χαϊδεύω αυτιά δεν ήταν ποτέ το ατού μου , ίσως γι’αυτό είμαι μόνος τώρα και πίνω την φτηνή μου μπίρα και κάνω το φτηνό μου πούρο , που φαντάζομαι τάχα πως τα φύλλα του τα τρίβουν στα γυμνά τους στήθη γυναίκες από την Κούβα.  Ίσως πάλι δεν είναι ο λόγος αυτός , ίσως επειδή τα λεφτά ποτέ δεν είναι αρκετά και ειδικά τώρα με τους μαλάκες καιρούς που μπλέξαμε και με τους ακόμα πιο μαλάκες άρχοντες που διαχειρίζονται τα δικά μας , τα όνειρά μας , τα πουλιά μας , τα πισινά μας , όλα . Με τους μαλάκες εαυτούς μας που τόσο καιρό κάναμε τα στραβά μάτια και τα σίδερα που περνούσανε στα χέρια μας τα βλέπαμε για μεταξένια ρούχα . Τίποτα δεν είναι άσπρο μαύρο , καμιά αιτία δεν είναι μοναδική και κανένας εφιάλτης δεν είναι προνομιούχος στη ψυχή μας .

Και οκ υπερβάλλω κάπως , ποτέ δεν είσαι αληθινά μόνος σου , έχεις τον εαυτό σου που σε αγαπά ή και ένα άλλο άτομο που αγαπά το τομάρι σου πιο πολύ κι από σένα . Είναι ο άγγελος σου στη ζωή , η ηλιαχτίδα που μπαίνει μέσα από μια χαραμάδα και φωτίζει το σκοτεινό δωμάτιο της ψυχής σου . Είδες πάλι σκέφτηκα εσένα και ξέφυγα …

Μίλαγα για την αηδία . Λέω ναι στα όνειρα, αλλά αυτή η γλίτσα που τυλίγουν τους στίχους τους και τις γραμμές τους  κάποιοι, αυτή η υποκρισία τους με εξοργίζει . Και δεν γίνεται να αδιαφορήσω , δεν γίνεται να το παίξω απλά υπεράνω γιατί απλά έχω αίμα κι αυτό βράζει , το γαμημένο βράζει και μιλάει . Ξέρετε φίλοι μου κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τη φωνή του αίματός του .

Κυρίως γκόμενες , ναι , γυναίκες μεσήλικες , μετά την εμμηνόπαυση , κατά κανόνα ευκατάστατες , γράφουν γράφουν γράφουν γράφουν συνέχεια ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΓΛΥΚΑΝΑΛΑΤΕΣ ρομαντικούρες για γαμημένα καλοκαίρια που ήρθαν κι έφυγαν , για έρωτες που ήρθαν και δεν έμειναν , για τα τριαντάφυλλά τους που μαραίνονται και περιμένουν τον πρίγκιπα και το φιλί τους . Και πληρώνουν τους εκδότες αδρά ποσά για να τις εκδίδουν , για να βλέπουν τα βιβλία τους με καμάρι στα ράφια , στις βιτρίνες , με τις ΙΔΙΕΣ ζωγραφιές στο εξώφυλλο , γυναίκες νεράιδες πανέμορφες δίπλα σε μια μωβ θάλασσα ή ένας θαμπός ήλιος ή ένα ζευγάρι να κρατιέται χέρι χέρι .Πιστεύω στην αγάπη , είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει .Δεν πιστεύω στο ξεπούλήμά της.

Και τις διαβάζουν τα πλήθη στις παραλίες και στα γραφεία , γιατί στα πλαίσια της μαζικής κατανάλωσης , όπως συνηθίσαμε τα χάμπουργκερ , τις σειρές στην τηλεόραση ( ΙΔΙΕΣ ΣΕΙΡΕΣ ΕΔΩ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑ) , έτσι συνηθίσαμε να κλάνει το μυαλό μας μαζικά και να μην σκέφτεται , μην κουράζεται να σκέφτεται .

Έχει πλάκα , μπορώ και ξεχωρίζω αυτές τις συγγραφικές πίπες εύκολα πια , κατάρα δυστυχώς ναι γιατί αναγκάζομαι να περιφέρομαι για ώρα σε ένα βιβλιοπωλείο μέχρι να διαλέξω τι να πάρω να διαβάσω . Αφήνω τις μοντέρνες και μοδάτες εκδόσεις με τις κλανιές μέσα, τις αφήνω στην άκρη  να πάρουν τον δρόμο που συνήθως παίρνουν – πολτοποίηση ή κάποια στην επόμενη χιλιάδα , είπαμε χάμπουργκερ . Και έτσι το μήνυμα περνάει , το βαθύτερο κι όμως πολύ απλό μήνυμα που οι γερασμένες αυτές γκόμενες κραυγάζουν μέσα από τα βιβλία τους και τα ποιήματά τους – ΓΑΜΗΣΤΕ ΜΕ , ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΣ ΜΕ ΓΑΜΗΣΕΙ . Η εμμηνόπαυση είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος είπαμε..

Είναι παράλογο , με εξοργίζει , αυτό το γαμήσι και αυτή η παράνοια , αυτή τρομοκρατία και ο εκφυλισμός που βλέπω γύρω μου στις κοινωνίες , τα ανθρώπινα δικαιώματα γαμιούνται πάνω στο βωμό του ξεπουλήματος και του κέρδους , η πείνα έρχεται , κι αυτές να μιλάνε για τις μαλακίες τους , ΝΑ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ , ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΟΥΝ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΝ για το γαμημένο ΕΓΩ τους , να μιλάνε για το ΕΓΩ τους και να στήνουν ένα κατεστημένο πάνω στα μέτρα τους ,σκοτώνοντας μέσα σε αυτά τα δίχτυα όποιες άλλες αυθεντικές φωνές υπάρχουν .

Όταν η κοινωνία σε πονά , όταν η αδικία στην καθημερινότητα γύρω σου σε πονά ή δεν γράφεις τίποτα από την οργή που νιώθεις ή όταν γράφεις , γράφεις φωτιές που καίνε δάση στην πορεία τους . Όχι ίδια ονειροπολήματα τάχα τρυφερής  χαμένης αθωότητας. Δεν κάνεις μπαλέτο πάνω σε σκατά  κι από κάτω άνθρωποι να ουρλιάζουν χαμένοι. Αυτό δείχνει αναισθησία και ψευτοσυναισθηματισμό για πώληση.

Ο καλός μου φίλος έκανε χρόνια να γράψει ποίηση ή μάλλον να την δείξει παραέξω εξαιτίας της αηδίας του αυτής , οκ και κάποιων άλλων παραμέτρων , οικονομικών κυρίως , γιατί τα χρήματα πάντοτε είναι μέσα σε όλα και τα κινεί , όπως το νερό στα όντα . Αλλά κανείς δεν αμφισβητεί το αυθεντικό του ταλέντο . Πέθανε χρόνια πριν αναγνωρισμένος από όλους και με ένα γλυκό ανάθεμα στα χείλη του .

Άλλοι φίλοι μου τώρα ζουν και γράφουν , γράφουν απίστευτα όμορφα , αλλά τα βυζιά τούς έχουν παραγκωνίσει . Δεν είμαι μισογύνης , λατρεύω τις γυναίκες , ο άγγελός μου γυναίκα είναι – ούτε γουστάρω αναγνώριση και τέτοια , αν ήθελα θα είχα πράξει αναλόγως εδώ και καιρό , το ίδιο και οι φίλοι μου πιστεύω – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχω το δικαίωμα να λέω την άποψή μου , αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχω το δικαίωμα να διαμαρτύρομαι . Αυτό δεν σημαίνει ότι επειδή πνίγομαι σε αυτόν τον τοίχο και το ανθρώπινο δέρμα με πλησιάζει απειλητικά , δεν θα πετάξω να φύγω . Όπως η φίλη μου η κατσαρίδα .




Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Η ζωή έβαψε με κόκκινα φτερά το ταβάνι







Ήταν τα όνειρά σου που σε σκέπαζαν ζεστά,

Εκείνα τα βράδια που η ψυχή σου πετούσε ελεύθερη,

Μέχρι πέρα , σε κείνες τις πολιτείες όλο φώτα .

Εκεί που ερωτευόσουν κάθε νύχτα κι άλλη γυναίκα,

Όχι επειδή ήταν ωραία , αλλά επειδή ήταν ιδέα.

Και γύρναγες κουρασμένος στο σώμα σου

Για να σε ξυπνήσει το πρωί η γλυκιά φωνή της μάνας.



Και τώρα βλέπεις τα πεταμένα χαρτιά στους δρόμους

Καθώς τα παίρνει ο αέρας , τα σέρνει εδώ και κει ,

Λες , σκέφτεσαι φωναχτά από μέσα σου, ‘‘αυτά είναι’’,

Ενώ ανάβεις τσιγάρο και σκουντάς κακόκεφος

Τους άλλους κακόκεφους περαστικούς , αυτούς

Με τα γκρίζα κοστούμια και τα γκρίζα παιδιά .



Η θλίψη είναι απλή , ο φόβος είναι πολυδιάστατος

Σε αυτούς τους τοίχους που εγκλωβίστηκε η ζωή

Και έβαψε με κόκκινα φτερά το άσπρο ταβάνι

Για να βλέπει εκεί ψηλά η ψυχή και να θυμάται.

Είναι η τραγωδία που σταλάζουν τα πάντα, λέει μια φωνή,

Καθώς τα βλέφαρα βαραίνουν και το κρασί τελειώνει,

Τα σκονισμένα βιβλία σταματούν να ουρλιάζουν υστερικά,

Το ποίημα αυτό χαμηλώνει τη φωνή του

Και μένει μόνο μια γνώριμη σκιά να με κοιτά .




Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Costa de Prata








Ο πόνος πέταξε πάνω από τη θάλασσα,

Ερχόταν από το νότο

Και κάθισε πάνω στα χέρια μου ,

Καθώς η βραδιά σίμωνε στη μέση της

Και οι φίλοι μου με καληνύχτισαν

Ο ένας μετά τον άλλον ,

Ο πόνος άνθισε κι έγινε τσιγάρο ανάμεσα

Στα δάχτυλα ,

Έγινε δέντρα .



Το δάσος μπροστά με τρομάζει ,

Ο θάνατος με ζυγίζει με λοξές ματιές

Και τα φύλλα κάνουν νεύμα να πλησιάσω.

Μιμούνται όμορφα πράγματα αγαπημένα .

Κάποιος έλεγε ,να ακούς την ανατριχίλα

Στο πετσί σου ,

Δεν θα σε προδώσει ποτέ.



Μια κοπέλα τραγουδάει μελαγχολικά

Σε ένα καταπράσινο λιβάδι της Πορτογαλίας

Μιλάει για ένα όνειρο κι ένα παράπονο

Δεν ξέρω τι λέει , μα καταλαβαίνω ,

Λέει κάτι για fantasia και για ένα καράβι .



Το δάσος μπροστά με τρομάζει ,

Καθώς ο πρώτος ναυαγός άνθρωπος

Σαλπάρισε για την Costa de Prata αιώνες πριν

Αφήνοντας την ακτή στους κανίβαλους

Και τους θεούς .




Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Φοβάμαι




Φοβάμαι.

Γιατί

Οι πράξεις

Είναι

Άσχημες

Άλογες .

Βυθίζονται

Κάθε μέρα

Στη

Ψυχή

Και γεννούν

Φόβο .

Έτσι που

Κάθε ώρα

Υπάρχει

Συντροφιά

Μια

Σκιά .

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Κρυφή Παραλία




Ο θάνατος είπε αν με σκέφτεσαι θα τρελαθείς

Αν όμως με ξεχνάς , διπλά θα ξαφνιαστείς .

Κι έτσι ανηφορίσαμε στο λόφο που πίσω ξέραμε

Ότι ήταν η θάλασσα και κείνος ο ξύλινος μόλος ,

Που παιδιά φωνάζαμε το μέρος Κρυφή Παραλία

Και μετράγαμε ανάσες από την ανατολή έως τη δύση.



Ο θάνατος είπε τα βουνά απέναντι είναι ωραία

Γιατί είμαι μέσα σε αυτά , γιατί είμαι μέσα σε όλα.

Κι έτσι κάναμε πως γδυνόμαστε και ρίχναμε βουτιές,

Πως συγκρίναμε μακροβούτια και παιδικές βρισιές .

Από μακριά πέρα τάχα φωνάζανε οι μάνες για φαγητό

Και κρυφά γεμάτες ντροπή μάς βλέπανε τα κορίτσια .



Ο θάνατος είπε τώρα μην αργείτε σάς χάρισα τη στιγμή,

Ήταν όσα θέλατε γέροντες σαν τελευταία ευχή .

Κι έτσι ανηφορίσαμε το λόφο γεμάτοι άμμο καλυμμένοι,

Γεμάτοι φύκια και μικρά κοχύλια στα άσπρα μαλλιά.

Κάποιος θυμάμαι τραγούδαγε κάτι από τα παλιά,

Ένας άλλος έλεγε πως στο τέλος μοιάζουν όλα με ζωγραφιά.




Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Γόπες και λίπος






Έβρεχε σταγόνες δέρμα ανθρώπινο
Καθόταν πάνω στα μαλλιά μας σαν γλίτσα,
Πάνω  στα βλέφαρά μας που βαραίνανε.
Οι γόπες ουρλιάζανε μπροστά στη θάλασσα,
Μπορούσαν να μιμηθούν τις γάτες άνετα
Αλλά δεν το κάνανε κι αυτό ήταν η νίκη τους,
Έστω κι αν το ανθρώπινο δέρμα τις βούλιαζε
Βαθιά μέσα στη γη, κάτω από το λιωμένο τσιμέντο,
Στους υδροφόρους ορίζοντες της αιώνιας υποκρισίας,
Καταλήγοντας εν τέλει σε θάλασσες από λίπος .
Οι άνθρωποι ξυπνάγανε τα πρωινά και πίνανε νερό
Κάνανε γαργάρες στους λαιμούς τους και φτύνανε ,
Πλένανε το σώμα τους και λούζανε τα μαλλιά τους
Και κανείς δεν είδε το δέρμα , το λίπος, τις γόπες
Που κάλυπταν τα πάντα στο πέρασμά τους .
Τη γαμημένη τη βρωμιά κανείς δεν την  είδε
Ή υποκρίθηκε ότι δεν την είδε.
Η γαμημένη υποκρισία έπεφτε βαριά πάνω στα πάντα.