Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Θα γυρίσω






Το πρόσωπό σου είναι

ένα καλοκαίρι

Και το χέρι μου στα μαλλιά σου μετράει

Τις μέρες

που απομένουν μέχρι να φύγεις .

Λες κάτι για γυρισμούς

και παντοτινές αγάπες

Παρηγορείς με τα λόγια σου

 το χειμώνα

Που σε τραβάει σε δρόμους

 και πόλεις άλλες.

Εκεί που η συνήθεια μπερδεύεται

 με τη λήθη

Και η αγάπη υποχωρεί σε περσινές φωτογραφίες .

Το ξέρω αγάπη μου

πως πάει η ιστορία συνήθως ,

Μα εγώ θα σου πω ένα παραμύθι από τα δικά μου

Και θα το σφραγίσω με ένα φιλί

 γι’ αντίο .



Καθώς το ποίημα πεθαίνει

 αφήνει ένα ήχο που μένει

Η αρχή ξεχνιέται στην πορεία

 και γίνεται γαλάζιος ορίζοντας

Γίνεται παραμύθι ρομαντικό .



Στις βροχερές μέρες , οι σταγόνες

 θα σου μιλούν ,

Θα σου ψιθυρίζουν



Δεν είσαι εσύ εδώ μίλια μακριά σε ένα γκρίζο γιατί .



Σε άφησα σε μια άσπρη παραλία που βρέχει αστέρια,

Δίπλα σε ξωτικά κοχύλια και χρωματιστά φύκια,

Ήρεμη να αποκοιμηθείς υπό τον ήχο των κυμάτων.

Και σαν τριαντάφυλλο στα χείλη σου

Κάρφωσα μια μικρή υπόσχεση

 ΄΄ θα γυρίσω΄΄. …





Στη Δ. και τον Π. για το καλοκαίρι τους  

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Ο αποστάτης του Μαγγελάνου




Συχνά όταν φοβάμαι σκέφτομαι εκείνον τον αποστάτη ναυτικό
Που ο Μαγγελάνος εγκατέλειψε σε μια ξένη παραλία μόνο
Κάπου κοντά στην Γη του Πυρός , εκεί ανάμεσα στο πουθενά
Της εποχής .
Αναρωτιέμαι , είχε μαζί του κανένα όπλο , κανένα μαχαίρι
Καμιά σκαλιστή εικόνα Μαντόνας ή έναν ξύλινο εσταυρωμένο
Ή έμεινε μόνο με τις τρομαχτικές του σκέψεις για προίκα.
Κανείς δεν ξέρει.
Όμως ο φόβος πέρασε μέσα στους αιώνες σαν αεράκι
Και καταστάλαξε σαν καλοκαιρινή σκόνη πάνω μου ,
Πάνω στα δέντρα , πάνω σε αυτή την θλιμμένη πόλη
Που όλο στολίζεται και όλο χαμογελάει ηλίθια ,
Για να υποδεχτεί τους άντρες της , τους νταβατζήδες της
Σε εκθέσεις με αριθμούς , για αριθμούς , από αριθμούς .
Συχνά όταν φοβάμαι σκέφτομαι εκείνον τον αποστάτη ναυτικό –
Να το σκουπιδιάρικο πιστό στις 4 παρά άρχισε να μαζεύει –
Εκείνον τον κατεργάρη που ξέμεινε σε μια ακτή το 1500 .




Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Βουνά





Ο κόσμος έφερνε στροφή μια γύρα κι εκεί που πιο πριν ήταν ένας μικρός Κινέζος που κάπνιζε σε ένα σοκάκι της Σανγκάης , που πιο πριν από αυτόν ροχάλιζε κάτω από έναν ίσκιο κίτρινης τέντας ένας χοντρός Μεξικανός , εκεί στο σημείο αυτό τώρα ήμουν εγώ που πάλευα να ακούσω τι λέγανε ο πατέρας με τη μητέρα σκυφτοί πάνω στο ξύλινο τραπέζι . Οι παράλληλοι με βοηθούσαν να κοιμηθώ παλιά αλλά τελευταία αυτό το παιχνίδι που μου είχε μάθει ο θείος Τζ. δεν έπιανε καθόλου . Η παράλληλη γραμμή πάνω στην οποία κινιόμουν εγώ και τόσοι άλλοι άνθρωποι , δεν με νανούριζε , ίσα ίσα με κράταγε ξύπνιο βραδιές τις οποίες μέσα μου ευχόμουν να κοιμάμαι .

Ο πατέρας ανησυχούσε για τον μικρό που ζεμάταγε στον πυρετό μια βδομάδα τώρα χωρίς κανείς να μπορεί να κάνει κάτι γι ‘ αυτό . Ο ιατρός είχε πάει στο λιβάδι κάτω στο Εξ. για δουλειές αλλά είχε ένα μήνα να φανεί .Οι δρόμοι είχαν κλείσει για τα καλά από το χιόνι και άγνωστο πότε θα ξανάνοιγαν . Μέσα στο μήνα αυτό όμως ο Ντ. ο ξυλουργός είχε καταφέρει να σπάσει το πόδι του και να περιφέρεται άσκοπα 3 μέρες με το κόκαλο να προεξέχει σαν σπασμένο κλαδί από το καλάμι του , πριν η καπάτσα Χρ. η ταβερνιάρισσα του το πιέσει μέσα με μια δυνατή σπρωξιά . Οι λύκοι πάνω στις χιονισμένες κορυφές άκουσαν την κραυγή που έβγαλε τότε ο Ντ. και λούφαξαν πιο πολύ στις σπηλιές τους τρομαγμένοι .

Το πόδι κακοφόρμισε λίγο αργότερα κι ο ξυλουργός ήταν φανερό πως πέθαινε καθώς δεν δεχόταν κουβέντα για ακρωτηριασμό του άκρου του . Ο πατέρας είχε προτείνει να τον μεθύσουνε και μετά να κάνουνε τη δουλειά αλλά κανείς δεν είχε εν τέλει το κουράγιο για κάτι τέτοιο . Ο πατέρας είχε πει θα το έκανε μόνος του και μάρτυρές του οι ψυχές του βουνού πως δεν θα άφηνε έναν άνθρωπο να πεθάνει όσο αυτός ήταν υπεύθυνος της κοινότητας αυτής . Τότε αρρώστησε ο μικρός .

Οι γριές του χωριού είπαν πως ήταν θεία δίκη καθώς ο πατέρας είχε διαπράξει ύβρη στις ψυχές του βουνού με τον τόσο αλαζονικό τρόπο του να τις επικαλεστεί και την διάθεσή του να δείξει μια τέτοια πυγμή που σε βουνίσιο άνθρωπο ποτέ δεν έκανε καλό στο τέλος. Εξάλλου ήταν η ώρα του Ντ. να πεθάνει και δεν καταλάβαιναν γιατί τέτοια μανία του πατέρα να τον σώσει .

Η γυναίκα του ξυλουργού παρακαλούσε τον πατέρα να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει καθώς δεν άντεχε στην ιδέα να φύγει ο άνθρωπός της , ενώ το νεογέννητο παιδί της δεν είχε προλάβει ακόμα να γνωρίσει το πατρικό χάδι . Ο πατέρας έγνεψε θετικά , φόρεσε τον μαύρο σκούφο του και βγήκε έξω στο χιόνι . Έμεινε στο σπίτι των Αυγερινών όλο το βράδυ . Στο τέλος γύρισε στο σπίτι κουρασμένος  και με τα ρούχα του γεμάτα αίματα , ενώ θυμάμαι πριν μπει άφησε το πριόνι έξω δίπλα στην πόρτα . Είπε στην μάνα να ζεστάνει το νερό και τράβηξε προς το δωμάτιό του . Ο ξυλουργός είχε σωθεί κι ας ξύπνησε την άλλη μέρα βρίζοντας θεούς και θεία όταν κατάλαβε την μαλαγανιά που του είχαν παίξει . Δεν πειράζει θα του περάσει είχε πει η γυναίκα του χαρούμενη που είχε ακόμα τους δύο άντρες της στο σπίτι . Έστω κι αν ήταν ανίκανοι και οι δύο , προς το παρόν , να δουλέψουν .

Ο μικρός μου αδερφός όμως ήταν άρρωστος τώρα και ο πατέρας με τη μάνα ανησυχούσαν καθώς το μικρό κοιμόταν μία μέρα τώρα και δεν είχε ξυπνήσει καθόλου , ούτε για να αναζητήσει τη ρώγα της μάνας ούτε για να τον καθαρίσουν από τα περιττώματά του . Ούτε καν για να δείξει ότι καίγεται στον πυρετό .Αλλά εγώ ήξερα , καταλάβαινα ότι ο μικρούλης είχε πέσει σε έναν δύσκολο ύπνο όπου οι βαριές και δύσκολες ανάσες του έδιναν ρυθμό σε ένα σωρό εφιάλτες μέσα στο μυαλό του .

Δεν έχουμε φάρμακα , δεν έχουμε τίποτα γυναίκα , φαίνεται να είπε ο πατέρας , μόνο με νερά και βρεγμένα πανιά δεν κάνουμε τίποτα στο παιδί . Δεν το ρισκάρω να μου πεθάνει εδώ και γω να μην έχω κάνει κάτι , συνέχιζε ο πατέρας τον μονόλογό του καθώς η μάνα είχε το βλέμμα της καρφωμένο μες στη φωτιά σαν να έψαχνε μάταια κάτι να βρει ανάμεσα στις πύρινες φλόγες της .

Με το ξημέρωμα θα κατέβω στην κοιλάδα , λέει ο πατέρας και σέρνει τα βήματά του στο κρεβάτι . Η μάνα καθαρίζει κάτι πιάτα , στρώνει την φωτιά κάπως καλύτερα , μου σκάει ένα φιλί στο μέτωπο , μετά φιλάει το μικρό αδερφάκι μου και ακολουθεί στο δωμάτιο τον πατέρα. Μένω μόνος μου και αρχίζω πάλι να σκέφτομαι .

Να τώρα δα εδώ που κάθομαι εγώ ήταν πριν λίγο ένας Ιταλός που έλεγε ρομαντικά λογάκια στην καλή του κάπου στο Μιλάνο  και πιο πριν ένας Αφγανός που πότιζε με νερό την καμήλα του δίπλα από ένα γκρεμισμένο σχολείο . Η παράλληλη γραμμή μάς ενώνει αόρατα στο κενό μπροστά μας έτσι που μπορώ να ακούσω τα τελευταία λόγια του ερωτευμένου Ιταλού , να μυρίσω το άρωμα της ερωμένης του , να νιώσω τη δροσιά από το νερό της καμήλας στο πρόσωπό μου .

Κοιτάζω μες στο σκοτάδι και βλέπω το καντηλάκι που σιγοκαίει πάνω στο τραπέζι . Φωτίζει το χώρο πίσω του και φανερώνει το κεφάλι της καφέ αρκούδας που χρόνια πριν είχε σκοτώσει ο παππούς σε μια από τις εξορμήσεις του στα βουνά . Το στόμα της είναι ανοιχτό , ο ένας της κυνόδοντας σπασμένος και η γλώσσα της κομμένη .

Ο πατέρας έλεγε στον παππού ότι σκοτώνει άδικα και τα πνεύματα θα πάρουν την εκδίκησή τους κάποια στιγμή . Οι γριές είχαν πει ότι το άσκοπο θάρρος δεν ταιριάζει σε έναν βουνίσιο κι ότι αργά ή γρήγορα οι ψυχές του βουνού θα τον σέρναν μαζί τους στο σκοτάδι . Το σώμα του παππού όμως γλίστρησε κατά το λιβάδι κάτω και κανείς δεν το ξαναείδε , μονάχα ο γκρεμός από όπου έπεσε εκείνο το απόγευμα , ονομάστηκε ΄΄Τιμωρία’’ κι από τότε όσοι περνάνε από κείνο το σημείο της πτώσης κάνουν το σταυρό τους .

Το καντηλάκι φωτίζει και σηκώνομαι από το κρεβάτι .Πλησιάζω τον μικρό μου αδερφό και τον κοιτάω . Πόσο ήρεμος και όμορφος είναι .Χαϊδεύω το πρόσωπό του , τα δάχτυλά μου ζεματάνε σχεδόν από τη ζέστη αλλά δε τα τραβάω πίσω , λες κι αυτό το απαλό δέρμα με μαγνητίζει με έναν περίεργο τρόπο . Ο μικρός μέσα στον ύπνο του χαμογελάει .

Σ αγαπάμε μικρέ μου αδερφέ κι όσο πονάς εσύ άλλο τόσο πονάμε κι εμείς , του ψιθυρίζω στο αυτί και δεν ξέρω αν βγάζω όντως λέξεις , μα τα χείλη μου κινούνται και νομίζω πως είπα έτσι , τα αυτιά μου άκουσαν αυτή τη φράση καθαρά .

Η αρκούδα εκεί ψηλά έχει μείνει σε έναν ακίνητο μορφασμό δεκαετίες τώρα , παλιά με τρόμαζε όμως τώρα τον έχω συνηθίσει , ο πατέρας κοιμάται αγκαλιά με τη μάνα στο βάθος του  άλλου δωματίου κι ο αδερφός μου βγάζει με κόπο τις τελευταίες του ανάσες . Δεν φωνάζω , δεν κάνω τίποτα , κοιτάω μόνο το μωρό καθώς σβήνει , καθώς παγώνει η δικιά του ζεστή γωνιά σε αυτόν τον παράλληλο , καθώς σκέφτομαι ο επόμενος από μένα στο σημείο αυτό θα δακρύσει , ίσως να ανασκουμπωθεί στο παλτό του από τη ψύχρα .

Η ψυχή του αδερφού μου σκέφτομαι τραβάει προς το στόμα της αρκούδας , ήδη το μάτι της σαν να γυαλίζει από χαρά για το απρόσμενα καλό γεύμα της . Πιάνω μια ξύλινη καρέκλα και την ακουμπάω στο τείχος , κατεβάζω το κεφάλι με προσοχή και βαδίζω προς την πόρτα . Έξω ακούω τον αέρα που φυσάει αλλά η οργή μου ξεπερνάει τον τρόμο . Ρίχνω μια ματιά στο βρέφος , μοιάζει σαν ακίνητη πλαστική κούκλα . Ανοίγω την πόρτα και βγαίνω έξω.

Να τώρα εδώ που στέκομαι , στην άκρη του γκρεμού της Τιμωρίας , στη μέση ενός λευκού παγωμένου στρώματος , να εδώ που το ρίγος σπάει τα κόκαλα μου και η ανάσα παγώνει και πέφτει κομμάτια από τη μύτη μου , εδώ πριν λίγο θα ήταν μια ωραία ήρεμη θάλασσα , ένα γλυκό λιμάνι , ένα γιομάτο φεγγάρι ανάμεσα στα απαλά κύματα . Το κεφάλι της αρκούδας βαραίνει τα χέρια μου , σαν να πεισμώνει να μη φύγει μακριά καθώς το σηκώνω να το πετάξω στην κοιλάδα κάτω . Το έδαφος αρχίζει να  γλιστράει και πριν χαθώ στην κατηφορική δίνη  , θα φύγουμε μαζί , σκέφτομαι .



Την άλλη μέρα το μωρό φαινόταν καλύτερα, ήρθε το χρώμα στα μάγουλα , άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να κλαίει για γάλα. Η μητέρα το πήρε στην αγκαλιά της χαρούμενη ενώ ο πατέρας άρχισε να μιλάει για θαύμα και να ευχαριστεί το Θεό .

Μόλις η χαρά κόπασε και καθίσανε στο τραπέζι δίπλα από τη φωτιά , ο πατέρας είπε πως τελικά φαινόταν ότι οι γριές του χωριού είχαν πολύ άδικο στο να προμηνύουν όλο άσχημα γεγονότα . Ο ίδιος πριν ξαπλώσει χτες έκανε μια προσευχή και να που σήμερα όλα καλά πήγαν .

Η μάνα τον ρώτησε τι προσευχήθηκε κι εκείνος γύρισε προς την πλευρά του δωματίου που μια άδεια μικρή κάμαρα δέσποζε . Πάνω από αυτή σε ένα ράφι ήταν η ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός μικρού αγοριού ίσαμε 10 χρονών το πολύ.

Σε είδα χτες που πριν ξαπλώσεις δίπλα μου φίλησες την εικόνα του πρώτου μας γιού και σκέφτηκα τη ψυχούλα του που γυρνάει κάπου εκεί στα βουνά και στις άγριες χαράδρες . Προσευχήθηκα στην ψυχή αυτή να φυλάει το μικρό μας και να μην το πάρει μαζί τους εκεί ψηλά .

Η μάνα δάκρυσε και ο πατέρας έπιασε τα γένια του στρέφοντας το πρόσωπο αλλού , συνηθισμένος σε μια κίνηση που του είχανε μάθει από παιδί να κρύβει καλά τα δάκρυά του . Τότε είδε ότι το κεφάλι της αρκούδας που υπήρχε πάντα εκεί κρεμασμένο τα τελευταία χρόνια , έλειπε εκείνο το πρωινό . Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος , ένιωσε τον επόμενο χτύπο της καρδιάς να δυσκολεύεται να βγει , κοίταξε τη γυναίκα του που αμέριμνη θήλαζε τον μικρό , ο χτύπος βγήκε , ο άντρας κατάλαβε  και με χέρι τρεμάμενο άγγιξε την πίπα του . Στούμπωσε τον καπνό μέσα της και την άναψε . Σε λίγο θα έφευγε για τη δουλειά έξω.

Το πρωινό ήταν μέσα στο άσπρο και καπνοί άρχιζαν να βγαίνουν από τις καμινάδες των σπιτιών . Οι παράλληλοι έτρεχαν με μανία καθώς οι ψυχές του βουνού κατέβαιναν στην κοιλάδα να ξεδιψάσουν τους αιώνες .





Στα αδέρφια μου