Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Κόκκινο κρασί



Η πόλη έχει πάρει μια όμορφη χροιά καθώς ο καιρός αλλάζει και το καλοκαίρι φεύγει αφήνοντας τη θέση του στις πρώτες βροχές του φθινοπώρου. Στάλα στάλα αυτές παλεύουν εδώ και δύο μέρες να διώξουν το ξεφάντωμα των διακοπών , να βάλουν τα κεφάλια μέσα καθώς έλεγαν και οι δάσκαλοί μας παλιά.
Την μισούσα αυτή την έκφραση . Τα κεφάλια μέσα . Ήταν απλά ένας τονισμός της αγγαρείας του σχολείου ή μάλλον της εκπαίδευσής τους.
Το χρώμα του δέρματος από σκούρο μελαψό , αλλάζει σιγά σιγά , η μελανίνη φεύγει και ξαναγίνεται πιο άσπρο . Τα γένια χάνονται σε ένα νεροχύτη γεμάτο ζεστό νερό και αφρό ξυρίσματος , από αυτούς που αφήνουν μια αίσθηση ελαφρού καψίματος στο πρόσωπο , για να σε κάνει να νιώθεις φρέσκος και δυναμικός.
Το ρολόι μπαίνει στο δεξί καρπό , γιατί έτσι βολεύει αλλά και γιατί δεν έχω βαρεθεί να ακούω την ηλίθια ερώτηση αν είμαι αριστερόχειρας . Όχι δεν είμαι .Και με κοιτάνε λες κι έχω μόλις πηδήξει μια γριά 99 ετών μπροστά τους .
Υπάρχει το κομπολόι , δώρο της γλυκιάς μου Ντ. , κόκκινο στο χρώμα του κρασιού , για να κόψω το τσιγάρο . Μέχρι τώρα πιάνει το κόλπο .Στην μαύρη τσάντα έχω πάντα όμως και ένα μικρό κουτάκι Μάλμπορο , έτσι just in case..
Το κομπολόι μπαίνει στην αριστερή τσέπη και τα κλειδιά του σπιτιού στη δεξιά . Κοιτάζομαι στον καθρέπτη καθώς φτιάχνω τα μαλλιά μου κάπως πρόχειρα , ατημέλητο στυλ και καλά.
Η γραβάτα , σιχαίνομαι τις γραβάτες , η γραβάτα σφίγγει στο ύψος του μήλου και λίγο πιο κάτω , ενώ ο κόμπος που μου έκανε η Ντι. ένα μήνα πριν , καλά κρατεί .
Τι ξέχασα να πάρω μαζί μου ?
Α τα κλειδιά του αυτοκινήτου .
Αλλά ξέχασα. Δεν έχω αμάξι , κι ούτε με απασχολεί και πολύ το θέμα αυτό.
Μόνο που άργησα πάλι για τη δουλειά.

Ο κύριος Τ. μου λέει για το πόσο δυσβάσταχτη έχει γίνει η ζωή του , για το πόσο ανούσια του φαίνονται όλα αυτά .Το χέρι του τρέμει καθώς κάνει μια απελπισμένη κίνηση στον αέρα θέλοντας να εκφράσει την αγανάκτησή του προς κάτι άγνωστο . Σε μια ύπουλη θεότητα που τον τυραννά αργά και βασανιστικά τα τελευταία 40 χρόνια.
Κοιτάω το άλλο του χέρι που ακουμπάει στο γραφείο μου. Ρυτίδες ξεχύνονται στα πλάγια ενώ από μέσα το κόκαλο σαν σώμα σε λεπτό σεντόνι , αχνοπροβάλλει . Ελιές συμπληρώνουν τον πίνακα <<Χέρι ενός σχεδόν 90άρη άντρα >>.
Σκύβω το σώμα μου προς τα μπρος και του μιλάω , του λέω για την κατάθλιψή του , για τα φάρμακα που πρέπει να προσαρμόσουμε κάπως για να τον καλύπτουν καλύτερα. Του λέω ότι αν ακολουθήσει πιστά τις οδηγίες μου θα δει πως θα καλυτερεύσουν όλα .
Με κοιτάει σιωπηλός με το μελαγχολικό βλέμμα της ψυχικής του αναπηρίας και γνέφει καταφατικά .
Του χαμογελάω .

Στο διάλειμμα σκαρφίζομαι να γράψω ένα ποιήματάκι , αλλά το μολύβι κάνει κύκλους πάνω στο χαρτί . Η ώρα περνάει και ξαναπάω στο γραφείο μου. Κοιτάζω έξω από τα στόρια , ο ουρανός σκοτείνιασε από τα σύννεφα που τον καλύπτουν . Τρελή βροχή έρχεται πάλι.

Η κοπέλα τρέμει ολόκληρη . Κλείνω το παράθυρο τελείως και την ρωτάω αν θέλει μια ζεστή σοκολάτα ή καφέ . Μου απαντάει με ένα ναι .Βγαίνω έξω και λέω στην Στ. να φέρει μια γλυκιά ζεστή σοκολάτα .Υπέροχος κώλος Στ. μου…
Το κορίτσι αρχίζει και μιλάει σιγά σιγά , λέει ότι άρχισε πάλι να νιώθει ότι στο αίμα της κυκλοφορούν σκουλήκια .Την γδέρνουν κάτω από το δέρμα της , νιώθει να την τσιμπάνε με τα δόντια τους , να την ξεζουμίζουν. Δεν άντεχε.Έκανε μπάνιο με καυτό νερό 6 ώρες μέχρι που μουλιασμένη την έβγαλε η μάνα της από την μπανιέρα όταν γύρισε από τη δουλειά στο σπίτι .
Αυτή σε έφερε εδώ ε?Την ρωτάω
Ναι
Αλλά δεν την είδα έξω ,κουνιούνται τα χείλη μου καθώς προφέρουν αυτές τις λέξεις .
Πήγε μια βόλτα να ηρεμήσει , μοιάζει να μου απαντάει.
Κατάλαβα , αποκρίνομαι .

Στο μεσημεριανό η Ντ. μού παραπονιέται ότι ακόμα δεν έχω διαλέξει μέρος που θα πάμε για διακοπές .Και έκανε και ολόκληρο κόπο να φτιάξει μια λίστα με τα μέρη – επιλογές . Αφού ό,τι κι αν πω εσύ θα αποφασίσεις στο τέλος , μοιάζω να της λέω .
Θυμώνει και τσιμπάει ένα φύλλο μαρούλι στο πιάτο της . Γυρνάω και ψάχνω τον σερβιτόρο . Που είναι εκείνο το κρασί .Πνίγομαι και θέλω να πιω .
Τελικά δεν θέλεις να πάμε διακοπές φέτος ε? Τουλάχιστον μαζί.Και περίμενα σαν χαζή να περάσει η βαβούρα του καλοκαιριού για να πάμε κάπως πιο ήρεμα, μου πετάει τις λέξεις της πάνω από το πιάτο μου με τη μοσχαρίσια μπριζόλα.
Την κοιτάω και μετά κοιτάω το ελαφρά κόκκινο κρέας μπροστά μου. Καθώς κόβω το πρώτο κομμάτι, το αίμα που έχει απομείνει στη μπριζόλα , μαζεύεται γύρω από το σημείο τομής και βγάζει μικρούς αφρούς .
Η Ντ. κοιτάζει αηδιασμένη και μου κάνει ΄΄πως μπορείς να τρως αυτό το πράγμα άψητο!’’
Καθώς καρφώνω το κομμάτι σκέφτομαι , τώρα τρώω το μηρό μου .
Στο δεύτερο κομμάτι , τώρα τρώω το συκώτι μου.
Τώρα τρώω τους πνεύμονές μου , τα νεφρά μου , την ωμοπλάτη μου.
Το τελευταίο κομμάτι με καρφώνει με κόκκινο βλέμμα .
Τώρα τρώω τη ψυχή μου.


Ο καφές είναι τέλειος , το ίδιο και η θέα της θάλασσας . Η βροχή κόπασε ξαφνικά λίγο μετά το φαγητό και άφησε πίσω της μια θάλασσα που γυαλίζει . Γυαλίζει σαν την παράνοια στα μάτια τους .
Ο φίλος μου ο Ν. παραπονιέται ότι τίποτα δεν πάει καλά σε αυτή τη χώρα . Οι μισθοί, η υγεία , η εκπαίδευση .Μετά βρίζει και τους ξένους, νόμιμους και μη , έτσι για επίλογο .
Με ρωτάει τη γνώμη μου .
Τι νομίζεις εσύ ? Πώς τα βλέπεις ?
Απόψε θα πεθάνω , του απαντάω
Χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από τα κύματα που σκάνε στο τσιμεντένιο λιμάνι , αφήνοντας το αλμυρό τους χάδι , το υπόλειμμά του , στο μόλο πάνω .
Μια γυναίκα βαδίζει γοργά στη νοητή γραμμή αυτής της πάλης .Δεν μπορώ να διακρίνω το πρόσωπό της .
Ο φίλος μου δίπλα με σκουντάει και με βρίζει . Μου λέει πως μου χρειάζεται ξεκούραση και να πάω διακοπές με την Ντ.
Του χαμογελάω και πίνω από τον καφέ μου.


Ο χοντρός βουλευτής έλεγε ιδρώνοντας και ξεφυσώντας πώς μαζί τα φάγαμε , και στο δίπλα παραθυράκι η ξανθιά παρουσιάστρια έριχνε ένα ηλίθιο χαμόγελο στο πουθενά , παλεύοντας να διαβάσει – όχι να κατανοήσει – να διαβάσει , να παπαγαλίσει αυτό που της υπαγόρευαν με μεγάλα γράμματα στη φωτεινή οθόνη .
Σε ένα άλλο κανάλι , ένας άλλος χοντρός βουλευτής ίδρωνε κι αυτός λέγοντας πως όλα είναι μονόδρομος.
Ένας γαμημένος μονόδρομος καριόλη , σκέφτηκα από μέσα μου και άλλαξα κανάλι .
Η Έρεμπρο θα κέρδιζε σίγουρα αυτό το ματς έλεγε ο τύπος με το αθλητικό καπελάκι και άξιζε κανείς να ποντάρει τα λεφτά του στο σημείο αυτό. Καλό στοίχημα για αύριο είπα και έκλεισα την τηλεόραση.
Πήρα το μπουκάλι με το μπρούσκο από το ψυγείο .
Το άνοιξα και κατέβασα δυο τρεις γουλιές .
Το ρολόι στον τοίχο έλεγε 9 και τέταρτο και σε κανά μισάωρο θα χτύπαγε το τηλέφωνο για την καθιερωμένη κλήση που είχε δύο πιθανά αποτελέσματα .
Να κοιμηθεί σπίτι της ή να κοιμηθώ σπίτι της.
Προτιμούσε το δικό της από το αχούρι αυτό εδώ ,όπως το έλεγε .

Όταν έπιαναν οι πρώτες βροχές δίσταζα να στρέφω το βλέμμα μου προς τη θάλασσα γιατί λυπόμουνα να την βλέπω να αλλάζει .Δεν μου άρεσαν τα φύκια πάνω της , παντού στην παραλία.Δεν μου άρεσε το θολό της χρώμα ,και τα άγρια κύματά της με τρόμαζαν .Έτσι έστρεφα αλλού το βλέμμα μου τις φορές που επισκεπτόμουν το χωριό με τους δικούς μου.Έκανα υπομονή , ήξερα μετά από μήνες θα ήταν πάλι η θάλασσα που αγαπούσα .Απλά ήθελε λίγη υπομονή .
Το απόγευμα εκείνο δεν ξέρω γιατί το έκανα , αλλά γύρισα να την κοιτάξω .Ήταν φουρτουνιασμένη και άγρια και έστρεψα αλλού γρήγορα το βλέμμα μου πάλι .Αλλά να , ένα κλάσμα πιο πριν , με την άκρη του ματιού μου , έπιασα μια κίνηση στην γεμάτη φύκια και ξύλα αμμουδιά .
Ξανακοίταξα στο σημείο εκεί και ναι δεν έκανα λάθος .Κάτι ήταν εκεί ανάμεσα στα φύκια , κάτι σερνόταν εκεί.Ή μάλλον κάποιος .
Κατέβηκα τα σκαλιά του σπιτιού που οδηγούσαν στη θάλασσα και πήγα προς το μέρος εκείνου του γέρου που σερνόταν σαν πληγωμένο ζώο μες στα χώματα ,καθώς τα φύκια πλέκαν γύρω του ένα περίεργο της φύσης δίχτυ και τα όστρακα κολλούσαν στο δέρμα του σαν πανοπλία παλιά .
Σήκωσε το χέρι να με αγγίξει , πήγε κάτι να ψελλίσει , ναυαγός σκέφτηκα από μέσα μου . Γύρισα προς το σπίτι και φώναξα στους δικούς μου .Δεν μου απάντησε κανείς .
Ο γέρος έκανε να πει πάλι κάτι αλλά δεν άκουσα .Τον πλησίασα πιο κοντά μέχρι που η μπλούζα μου άγγιξε τα βρεγμένα ρούχα του και έκανε κι αυτή μια υδάτινη κηλίδα εκεί στην άκρη .
Ο γέρος έσβηνε μπροστά μου αλλά εγώ 6 χρονών δεν το καταλάβαινα.
Θάνατος , φάνηκε να λέει καθώς ο αέρας πήρε τα λόγια του και τα ταξίδεψε προς τη μεριά του Κασιδιάρη και των Τριών Ποταμιών .
Έσκυψα πιο κοντά του και θυμάμαι τον ρώτησα πως είναι . Ο θάνατος .
Θα το καταλάβεις όταν τον δεις , απάντησε ο γέρο ναυαγός και ξεψύχησε εκεί στην παραλία μου ένα απόγευμα , τριάντα φθινόπωρα πιο πριν .
Το χέρι του έπεσε άψυχο δίπλα του καθώς το κόκαλο πάσχιζε από την σάρκα να βγει , ενώ κίτρινη παχύρρευστη γραμμή έβγαινε μέσα από κάποιες πληγές του , ίδια σκουλήκια που έκαναν την ηρωική τους έξοδο από το νεκρό αίμα .
Ο πατέρας είπε αργότερα ότι ο κύριος έφυγε για ένα ταξίδι .
Μα φθινόπωρο πατέρα ? Ποιος πάει ταξίδια τώρα ? , θυμάμαι να ρωτάω .

Ποιος φεύγει για ταξίδι το φθινόπωρο ? Ποιος κάνει ένα ταξίδι που μέσα του ποτέ δεν θα ήθελε?
Η Ντ. δεν πήρε τηλέφωνο απόψε . Είναι νευριασμένη υποθέτω. Αγγίζω με τα ακροδάχτυλα το κομπολόι που είναι πεσμένο στο πάτωμα δίπλα μου .Στην πορεία της κίνησης ο πόνος στο θώρακα με ακινητοποιεί στιγμιαία πάλι .Σφίγγω τα χείλη και συνεχίζω την προσπάθεια να πιάσω το δώρο της Ντ.
Ο τύπος από πάνω μου φοράει κουκούλα και στο ένα χέρι κρατάει το περίστροφο και στο άλλο κάτι επιταγές μου.
Τι ηλίθιος ληστής σκέφτομαι .Γιατί φόρεσε κουκούλα αφού είχε εξαρχής σκοπό να με σκοτώσει .
Σημαδεύει το κεφάλι μου για την τελειωτική , τη στιγμή που πιάνω το κομπολόι και το ανασηκώνω λίγο .Το αίμα μου στάζει από τις χάντρες.
Τι ωραίο χρώμα,σκέφτομαι .Ίδιο με αυτό κόκκινου κρασιού .



Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Κάποιες φορές είναι τόσο δύσκολο


Κάποιες φορές είναι τόσο δύσκολο
Να γράψεις μία λέξη στο χαρτί
Έστω κι αν μέσα σου γίνεται ένας χαμός
Από σκέψεις , συναισθήματα και φωνές.
Οι πόλεις μες στο μυαλό σου βυθίζονται
Ή καίγονται άκρη σε άκρη από φωτιά,
Καράβια ξεβράζονται σαν κήτη
Ξεκοιλιασμένα στις ακτές ,
Πύρινα αστέρια σκάνε με φόρα στη γη ,
Οι άνθρωποι εξανεμίζονται ταχύτατα ˙
Και οι γυναίκες σου ,
Οι γυναίκες σου στέκονται ασάλευτες εκεί
Καθώς μια γλυκιά βροχούλα τις χτυπάει,
Καθώς το βάψιμο γίνεται μαύρο δάκρυ
Και ελαφρό τρέμουλο .
Ναι , κάποιες φορές είναι τόσο δύσκολο...

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Αθήνα


Μια ιστορία πριν κοιμηθώ ˙

Οι λέξεις λέγανε για ομίχλη στο δωμάτιο
Μα στο σεντόνι πάντα κατέληγε βροχή.
Στις φαβέλες πωλούσαν την άσπρη με το δεμάτιο,
Στην Αθήνα εσύ το βάφτιζες αυτό ψυχή.

Σε αγαπήσανε τα περιστέρια σε μια πλατεία
Και για αντάλλαγμα έγινες στους δρόμους μουσική.
Είχες τον τρόπο σου να κερνάς όλους αλητεία
Μα μέσα σου είχες μια φοβία μυστική .

Χρόνια αναζητούσες την ευχή για το αστέρι ,
Αυτή που προλαβαίνει μονολεκτικά να ειπωθεί.
Ξέρεις πως τυλίγεται διπλά στο ένα σου χέρι
Πριν συρθεί στο πλήθος κι αναστηθεί .

Στην Αθήνα εσύ το βάφτιζες ψυχή.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Τέσσερα βράδια


Μια μέρα και μια νύχτα πέρασε έξω από το παράθυρό μου.
Και ξανά μια μέρα.
Στη μέση της δεύτερης νύχτας , σκέφτηκα αυτό που είχε κάποιος πει σε ένα βιβλίο του <<Είμαι ένας Παλιάτσος της Νύχτας >>.
Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο μού ταιριάζει .
Ο ιδρώτας καθώς βαράω τα πλήκτρα μού ταιριάζει.
Θυμάμαι όταν πλησιάζαμε στην πύλη της σχολής ιδρώναμε
και τα χέρια ασυναίσθητα σφίγγαν πιο πολύ το λουράκι της μαύρης τσάντας .
Κοίταγες αστραπιαία με λοξές κάθετες ματιές προς τον θώρακά σου.Το ταμπελάκι ήταν εκεί , το ίδιο και το σήμα με την κουκουβάγια και τα δύο ακόντια.
Η τσάντα άλλαζε χέρι και από το δεξί πήγαινε στο αριστερό .
Χαιρετούσες ζωηρά ,κοιτάζοντας στα μάτια τον αρχιφύλακα στην πύλη .
Και μετά , μετά χαλάρωνες κάπως.
Μου έχουν λείψει όλα αυτά.
Μάλλον μού έχει λείψει το ΄΄μετά’’ . Και αυτό το μετά δεν ήταν άλλο από την παλιοπαρέα του 7 .
Η δεύτερη νύχτα πέρασε έξω από το παράθυρό μου .
Στο επόμενο βράδυ σκέφτηκα πως αυτή είναι η φυσική πορεία των πραγμάτων. Το τσιγάρο έσβηνε , ο ήλιος έσβηνε , το ανθρώπινο σώμα έσβηνε , το σ’αγαπώ έσβηνε , το πάθος έσβηνε . Όλα ψυχραίνουν με τον καιρό . Η θερμότητα τείνει να φεύγει πιο μπροστά από μας , σε μια συνεχόμενη διαστολή του σύμπαντος, καταλαμβάνοντας τον κενό χώρο. Η φυσική πορεία των πραγμάτων.
Μέχρι να φτάσεις εκεί που δεν πάει άλλο και όλα να αρχίσουν να παίζουν αντίστροφα .
Ειρωνεία .
Το τέταρτο βράδυ με βρήκε στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας να κάθομαι ανάσκελα χαζεύοντας τάχα τα αστέρια του ουρανού , αφού είχα καταναλώσει κάποια ερασιτεχνικά κοκτέιλ . Οι άλλοι ψάχνανε αστερισμούς και πλανήτες αλλά εγώ κοίταζα τα τείχη των κτιρίων που βαστάγανε απειλητικά γύρω μας.Οριοθετούσανε το χώρο – και το χρόνο.
Ένιωσα απειλή και φόβο . Κρύωνα αν και ήταν καλοκαίρι .
Στο σπίτι κάθισα να γράψω αυτά αλλά πριν το κάνω αυτό πήγα τουαλέτα να χαλαρώσω την κύστη μου. Χτύπησα στον σάκο του μποξ που κρέμεται στη μέση του διαδρόμου.
Όταν γύρισα στο γραφείο μου , αυτός συνέχιζε να κουνιέται .Ταλαντευόταν και ο ήχος από τις αλυσίδες του έμοιαζε σαν κάποιος να κάνει κούνια μέσα στο σπίτι .
Ναι φίλε μου ήταν τρομαχτικό .
Η σκέψη μόνο , η εικόνα όχι . Αλλά η σκέψη , η λογική ,προσθέτει στην εικόνα Χώρο και Χρόνο . Και τότε είναι που αλλάζουν τα πάντα .
Αν ήταν τα πάντα εικόνες θα ήμασταν ελεύθεροι σε ένα Σύμπαν που συνεχώς διαστέλλεται και θα απολαμβάναμε την κούρσα, αλλά δεν είναι έτσι.
Είμαστε σκλάβοι της λογικής σε ένα τρομαχτικό κόσμο και η όποια φωτιά έχουμε μέσα μας , χάνεται με τη μορφή θερμότητας σε ένα κενό διάστημα μπροστά μας.
Έτσι πέρασε και το τέταρτο βράδυ έξω από το παράθυρό μου.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Έλος


Κολλήσαμε σε αυτό το γαμημένο έλος ,
Τα κουνούπια ρουφάν το αίμα μας
Και ακούμε τους λύκους γύρω να σιμώνουν

Κι έχει μια ζέστη αυτή η νύχτα…

Οι διάβολοι σέρνονται στα λασπόνερα αυτά
Και οι άγγελοι ακολουθούν τα χνάρια τους,
Τάχα αυστηροί με τους κανόνες και τα δήθεν,
Τυφλά θύματα ενός διαχρονικού αυνανισμού .

Το χάδι που έγινε λουλούδι
Το λουλούδι που έγινε άστρο
Και το άστρο που έγινε βροχή


Γάμησέ μας Φωνή,πάντα μιλάς άσκοπα .
Σου ’λεγα για τρομαχτικά θανατηφόρα έλη
Και συ σκέφτεσαι λουλούδια και βροχές -
Σκάρτα παιχνίδια από άλλες εποχές.

Οι ηττημένοι προχωράνε σε σειρές ,
Καθώς ο τελευταίος σοφός ξερνά φωτιά
Πάνω στα κάστρα και τις πολεμίστρες -
Το όνειρο ξεγυμνώνεται βουβό …

Η πόλη ολόκληρη ένα ατέλειωτο έλος,
Οι στίχοι μου ψάχνουν για αίμα
Και οι παύσεις ανάμεσα στις λέξεις,
Σιωπές πριν την τελευταία κραυγή .

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Όταν η όαση είναι η σκιά σου



Η έρημος εκτεινόταν μέχρι εκεί
Που έφτανε το μάτι μας,
Αγγίζοντας τον ουρανό και τα αστέρια του.

Τα σώματά μας είχαν γίνει σκιές φλεγόμενες
Μέσα στην κρύα νύχτα
Και τόνοι άμμου βάρυναν τα βλέφαρά μας.

Κάπου εκεί ψηλά ένα νεφέλωμα ούρλιαζε
Συγχώρεση από τα μυρμήγκια
Και συ ψέλλιζες για λίγο νερό.

Η δύναμή μας όλη είχε αναδιπλωθεί,
Είχε συγκεντρωθεί
Στο επόμενο μας βήμα…

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Ο Ξένος



Τα τρία φεγγάρια είχαν μόλις αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους στο ουράνιο στερέωμα κι αυτό τα υποδεχόταν με ένα ελαφρό μωβ χρωματισμό και μερικές πινελιές πορτοκαλί ενδιάμεσα.
Ο Ξένος σταμάτησε το άλογό του δίπλα στην γέρικη ιτιά της λίμνης Σάτιρα και σκέφτηκε πως ήταν καλό μέρος για να ξαποστάσει απόψε. Ξεπέζεψε και έδεσε την λευκή Απώλεια στο δέντρο χαϊδεύοντας παράλληλα τη χαίτη της.Εκείνη του αποκρίθηκε με ένα κούνημα του κεφαλιού της προς τα δεξιά .Χαμογέλασε ο γέρος πολεμιστής και τράβηξε κατά τη λίμνη.

Στην αρχή των πάντων υπήρχε ο ουρανός .Μετά ο χρόνος . Και αργότερα η σκέψη.
Η γη εμφανίστηκε σαν ανάμνηση του ουρανού και κείνος της χάρισε στολίδια – τις θάλασσες , τα ηφαίστειά της , τα λουλούδια της πάνω σε λόφους και πεδιάδες , τα άλογα που τρέχανε τους κάμπους και τα ταξιδιάρικα πουλιά - ΕΡΩΤΑΣ.
Όμως η σκέψη υπήρχε από πριν και υπήρχε παντού και ο χρόνος μπόλιαζε τη γη συνεχώς με σκέψη ώσπου ο ουρανός δεν γνώρισε κάποια στιγμή τη γη που αγαπούσε και παραξενεύτηκε. Αποτραβήχτηκε από κοντά της – θα θελα να πω ένα πρωινό μα τότε δεν υπήρχε ήλιος και μέρες ούτε φεγγάρια και νύχτες.
Αποτραβήχτηκε από κοντά της και κρύφτηκε πίσω από ένα πύρινο άρμα που όριζε την ημέρα . Όταν αυτό χανόταν στον ορίζοντα , έβγαιναν τα τρία φεγγάρια , τα τρία παιδιά της γης και του ουρανού , ενθύμηση τρομαχτική και προειδοποίηση : ο χρόνος σου τελειώνει γη μαζί με κάθε ένα φεγγάρι που θα σβήνει …
Οι άνθρωποι γεννήθηκαν από το χώμα – η εκδίκηση της Γης.
Και οι άνθρωποι πάνω της , τελευταία επιθανάτια κραυγή της γης , οι άνθρωποι πάνω της άναβαν φωτιές και ούρλιαζαν προς τον ουρανό χορεύοντας άγριους εκστατικούς χορούς , χτυπώντας τα γυμνά τους πόδια στο χώμα και βάφοντας τα πρόσωπά τους με χρώμα πορφυρό από τα όστρακα της θάλασσας Γιούσηφ.
Η βροχή είναι τα θλιμμένα δάκρυα του ουρανού τις στιγμές που θυμάται , και θυμάται αρκετά συχνά τώρα τελευταία – αυτό μου είχες πει κάποιο βράδυ στο πύργο της Κοιμώμενης Χαράς στο βασίλειο των Επτά Σοφών, στο βασίλειο της Γης.
Ήταν τότε που γύρναγε ο στρατός της Σωτηρίας πίσω και μαζί του έφερνε την ταπείνωση , την αρρώστια , το θάνατο . Οι πρώτες δάδες κατέβαιναν την πλαγία μπροστά από την τάφρο και και μεις είχαμε ολάνοιχτες τις πύλες να υποδεχτούμε τους ήρωές μας . Αλίμονο .



Ο Ξένος γέμισε το παγούρι του με κρύο νερό και ήπιε δυο γουλιές .Έπειτα σίμωσε προς την ιτιά και κάθισε με την πλάτη στο κορμό της . Έβγαλε το κράνος του , έλυσε την μαύρη πανοπλία του στο θώρακα και χαλάρωσε τις επικαλαμίδες του . Η Απώλεια τον κοιτούσε σιωπηλή , μελαγχολική .Της τραγούδησε ένα παλιό σκοπό από την μακρινή του πατρίδα και αυτή σαν να ηρέμησε λιγάκι .
Έγειρε το κεφάλι του πίσω στο ξύλινο σώμα και έκλεισε τα μάτια του .Ένιωσε το δέντρο να ανασαίνει και προσπάθησε να συντονίσει τις ανάσες του με αυτό . Μα ήταν τόσο βαθιές και σταθερές που κουράστηκε.Ένα φύλλο έπεσε αργά και απαλά στα γόνατά του σαν μια κίνηση παρηγοριάς προς αυτόν από το γέρικο δέντρο . Χαμογέλασε.

Είχαμε ενωθεί πίσω από κείνο το ναό του ουρανού , ένα δειλινό της πρώτης μέρας του Σκοτεινού Έτους Της Σιωπής καθώς γύρω μας θέριζε η αρρώστια και πέθαιναν στους δρόμους της πόλης οι άνθρωποι σαν μαραμένα φθινοπωρινά φύλλα , κίτρινα και απόσκελετωμενα ,αφού κάθε ίχνος ζωής είχε ξεζουμιστεί μέσα τους από καιρό πριν .
Κρατούσα το χέρι σου σφιχτά και ένιωσα το τρέμουλό σου , το τράνταγμά σου από τον βήχα καθώς το άσπρο φόρεμα γέμιζε με στικτές κόκκινες κηλίδες , ίδιες παπαρούνες σε χιονισμένο λόφο .
Ο ιερέας μπροστά φάνηκε να σταματά , να διστάζει, όμως οι ματιές μας τον έπεισαν να συνεχίσει το έργο του.
Και γω δέσποζα εκεί στην γωνιά της γης δίπλα στην αγάπη μου , με χρυσή πανοπλία και κεντημένα μαργαριτάρια πάνω της , σαν μικροί καθρέπτες , σαν μικρές ασημένιες θάλασσες .



Ο Ξένος κοίταξε την μαύρη πανοπλία του που συνήθιζε να καλύπτει το θώρακά του.
Απέστρεψε αλλού το βλέμμα του σαν να τον πονούσε η θέα του . Στράφηκε προς το φεγγάρι , το πιο μικρό από τα τρία .Πέθαινε . Όλοι το έλεγαν . Συρρικνωνόταν καθώς μια θαμπή κίτρινη αναλαμπή έβγαινε από μέσα του . Το κίτρινο , το χρώμα του θανάτου , του αργού θανάτου .
Ο ουρανός κρατούσε την υπόσχεσή του και οι άνθρωποι μετρούσαν ημέρες.
Όλοι τρέμανε τη νύχτα που στον ουρανό θα δεσπόζει ένα μόνο φεγγάρι .Το Μοναχικό Φεγγάρι . Το τελευταίο.


Ο πόλεμος ξέσπασε σαν ξαφνική μπόρα ανάμεσα στα δύο μεγάλα βασίλεια της γης . Ένας δικός τους σκότωσε έναν δικό μας ιερέα της γης και αμέσως άρχισαν οι σφαγές αντίποινα παντού . Και το κακό μας βρήκε πριν προλάβουμε να το σταματήσουμε .
Οι αποστάτες , οι άπιστοι , οι λάτρεις του ουρανού , θέλησαν να μας αφανίσουν . Με τα όπλα δεν μπορούσαν όμως , γι’αυτό έστειλαν την αρρώστια .
Μας προλαβαίνουν τα γεγονότα αγάπη μου και η απάντησή μας είναι ένα μουδιασμένο χάδι πάνω στις στιγμές και τη φρίκη τους .
Η αρρώστια μας λύγισε .
Και πριν περάσουν οι τελευταίες μέρες του Σκοτεινού Έτους της Σιωπής έφυγες κι εσύ για την Μητέρα Γη παίρνοντας το κίτρινο χρώμα των νεκρών λουλουδιών της και την ακινησία των βουνών της .
Έμεινε μονάχα η θύμησή σου και αυτός ο χρυσός θώρακας με τα διαμάντια σου πάνω , να μου μιλάνε για θάλασσες και μέρες ασημένιες μες στο φως , λουσμένες σε μια αγάπη .
Λουσμένες σε μια σκέψη .
ΕΚΔΙΚΗΣΗ.


Οι άνθρωποι μιλάνε την ίδια γλώσσα παντού μα κείνον τον αποκαλούν Ξένο .Και οι πιστοί της Γης αλλά και οι λάτρεις του Ουρανού .Ξένος αποκαλεί και αυτός τον εαυτό του πια.
Απόσυρε το βλέμμα του από το ετοιμοθάνατο φεγγάρι και σηκώθηκε .Πέρα από τη λίμνη , φαινόταν αμυδρά το περίγραμμα της Πόλης των Αγγέλων . Κτισμένη δίπλα στους Καταρράκτες της Βροχής και το Δάσος της Λήθης , η πόλη εμφανιζόταν μπροστά του σιωπηλή , υποταγμένη στο στρατό που ερχόταν να την κατακτήσει , να την αλώσει. Οι μέρες δόξας τους είχαν τελειώσει . Ο Πατέρας τους τούς είχε εγκαταλείψει . Κάποιοι είχαν προτείνει να χτίσουν έναν πύργο ως εκεί ψηλά προκειμένου να καταφέρουν να του μιλήσουν . Αλλά ο Ουρανός τους είχε ξεχάσει.
Πίσω του, στους πρόποδες του Βουνού της Λίμνης , ο στρατός του περίμενε τη διαταγή του να ξεκινήσει . Οι ανάσες όλων έσμιγαν από προσμονή κάπου λίγο πιο ψηλά από τα κεφάλια τους , λίγο πριν χαθούν στο μαύρο της νύχτας , πέρα προς τα τρία φεγγάρια .


<<Είμαι στο χώμα , είμαι στον αέρα που αναπνέεις , στην ακτίνα του ήλιου , στις σταγόνες της βροχής που στάζει πάνω στο πρόσωπό σου>> φαίνεται να του είχε πει πριν φύγει για τη Μητέρα της .
<<Ξέρεις ποτέ δεν ήταν πόλεμος αληθινός , ήταν μια ανοησία δικιά μας , μια αλαζονεία των ανθρώπων . Όλα είναι αλληλένδετα , στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους , σε μια αρμονία , σε μια ειρήνη που αδυνατούμε να καταλάβουμε.>>
<<Όταν σιμώνεις στο Τέλος όλα δείχνουν ξεκάθαρα , τα μάτια βλέπουν τα πάντα με το αληθινό τους περίγραμμα.>>
Η φράση αυτή κόπηκε από μια βαθιά ανάσα και μια σταγόνα αίματος έτρεξε στα χείλη της .
Θυμάμαι δάκρυσα και κάπου εκεί το δάκρυ έπεσε και διάλυσε , αραίωσε το αιμάτινη σταγόνα , που έμοιαζε πια σαν θολή σταγόνα βροχής .
Χάιδεψα τα μαλλιά της και κείνη ανασηκώθηκε πιάνοντας με σφιχτά από το μπράτσο
<< Υποσχέσου ! Υποσχέσου ! Θα το σταματήσεις αυτό ! Θα γυρίσεις την πλάτη σου σε όλο αυτό ! Υποσχέσου!>>
Θυμάμαι ψέλλισα κάτι σαν υπόσχεση καθώς αυτή ανακουφισμένη έπεφτε στο άσπρο μαξιλάρι της και οι τελευταίες λέξεις της χυθούν σαν νότες από χορδή άρπας στο δωμάτιο
<<Θα επιστρέψω ως βροχή να στο θυμίσω …>>


Ο Ξένος έπιασε να λύνει το άλογό του και τότε έπιασε και κείνη η περίεργη βροχούλα .Στάθηκε ακίνητος κρατώντας στο ένα χέρι τη χαίτη της Απώλειας .Άνοιξε την παλάμη του να πιάσει τις σταγόνες και τότε εκεί μίλια μακριά από την αγαπημένη του πατρίδα , μέσα σε μια ξένη χώρα , δίπλα σε μια αφύσικα ατάραχη λίμνη , τότε Θυμήθηκε .
Και δεν ήταν μήτε οι σταγόνες της βροχής που για πρώτη φορά μετά από χρόνια ξέπλεναν την μαύρη πανοπλία του φανερώνοντας ένα χρυσό υπόστρωμα μετάλλου από κάτω , διανθισμένο με μαργαριτάρια ίδια θάλασσες ασημένιες .
Δεν ήταν μήτε η ανάσα της νύχτας που έγινε ξαφνικά ανυπόφορη σαν κρύο χέρι που σφίγγει με λύσσα την καρδιά.
Ήταν τα λόγια της που γύρισαν στο μυαλό του << Υποσχέσου!>>


Και καθώς λυγίζουν τα γόνατά μου εδώ δίπλα στην Απώλεια και την γέρικη ιτιά , καθώς ακουμπάω το κουρασμένο από το μίσος κορμί μου στον ξύλινο κορμό ,
Καθώς πεθαίνω
Και έρχομαι σε σένα Μητέρα Γη,
Μια χάρη σου ζητώ ,
Κάνε τα μαργαριτάρια της να θυμίζουν πάντα στον κόσμο την καλοσύνη της
Την αγάπη της ,
Μέχρι τις τελευταίες μέρες των ανθρώπων ,
Μέχρι το Τελευταίο Φεγγάρι εκεί ψηλά .



Ο Ξένος πέθανε εκείνο το βροχερό βράδυ και μαζί του πέθαινε και το πρώτο από τα Τρία Φεγγάρια . Οι άντρες του γύρισαν άπραγοι στην πατρίδα τους και οι αντίπαλοι για να το γιορτάσουν άρχισαν να χτίζουν τραγουδώντας τον ψηλό τους Πύργο που θα έφτανε τον ουρανό .
Και η Γη χάρισε στον εραστή της τα μαργαριτάρια της πανοπλίας του Ξένου και ο Ουρανός κόσμησε με αυτά τη νύχτα του .
Κι έτσι γεννήθηκαν τα πρώτα αστέρια που φωτίζουν ακόμα μέχρι σήμερα τις νύχτες μας. Τις νύχτες με το Τελευταίο Φεγγάρι.


Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Αν σε δαγκώσουν , τότε να ξέρεις ότι κοιμάσαι



΄΄Το λιμάνι της Σαντορίνης είναι άπατο ακόμα και ένα βήμα από την ακτή. Άβυσσος που είναι αδύνατο να βυθομετρηθεί. Σε αυτό το νησί συμβαίνει κάτι ασύλληπτο για μένα, μα που φαίνεται εκεί συνηθισμένο. Μερικοί από τους πεθαμένους ξαναγυρίζουν στα σπίτια τους λίγες μέρες ύστερα από την ταφή τους. Και κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτό που τους ξαναζωντανεύει. Οι Σαντορινιοί τους λένε «βρυκόλακες»..’’

Ιστορία των φράγκικων δουκάτων του Αιγαίου, Sauge – Παρίσι 1699


Θα ξεκινήσω από κείνη την γκόμενα που νόμιζε ότι μου την είπε σε μια παρέα , όταν έκανα ένα σχόλιο έτσι για πλάκα για την Σαντορίνη.
Κάποιος αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο νησί και εγώ το χαρακτήρισα περιπαιχτικά ΄΄βρυκολακονήσι’’ , σαφώς υπονοώντας τις λαϊκές δοξασίες και τους θρύλους που έχουν αναπτυχθεί στο μέρος εκείνο για βρυκόλακες και απέθαντους που γυρνάνε το βράδυ και πίνουν αίμα από τους ζωντανούς .Πράγματι στις παραδόσεις αλλά και σε γραπτά κείμενα περιηγητών υπάρχουν τέτοιες αναφορές , στο σημείο να θεωρείται παγκοσμίως η Σαντορίνη ΄΄νησί βρυκολάκων’’.
Το θέμα είναι ότι δεν πιστεύω σε αυτά , απλά επειδή έτυχε να πάω κάποτε στο νησί αυτό , δεν κοίταξα μόνο για τις παραλίες του και που συχνάζουν τα γκομενάκια ή τα φαγάδικά του , αλλά κάθισα και διάβασα την ιστορία του τόπου , μέρος της οποίας αποτελούν και οι λαϊκές παραδόσεις . Οκ έτσι από βίτσιο το κάνω κι αυτό.
Το ίδιο το νησί έχει μια επιβλητική ΄΄σκοτεινή’’ ατμόσφαιρα κυρίως τις νύχτες του , πράγμα που προφανώς οφείλεται στο άγριο τοπίο του .
Και στο σημείο αυτό που έκανα το σχόλιό μου , πετάγεται αυτή η γκόμενα – ναι θα την αποκαλώ έτσι διότι κι αυτή υπεροπτικά πέταξε τις μαλακίες της απλά και μόνο για να φέρει αντίλογο – αυτή η γκόμενα λοιπόν μου είπε
<< Πολύ Λιαντίνη διαβάζεις , δεν σου κάνει καλό !>>
Ναι καλά είδατε .Είπε ΛΙΑΝΤΙΝΗ αντί προφανώς για Λιακόπουλο που εννοούσε .
Εγώ γέλασα και της είπα απλά ότι μπερδεύει την βούρτσα με την πούτσα , κι αυτή μάλλον παρεξηγήθηκε γιατί δεν μου ξαναμίλησε από κείνη τη στιγμή – ενώ εγώ θεωρήθηκα ο ΚΑΚΟΣ και ο μαλάκας της υπόθεσης.
Είπα λοιπόν να της απαντήσω πιο κόσμια από δω .
Το ότι ανήκει σε μια αριστερή παράταξη δεν με αφορά καθόλου . Ο ίδιος έχω αριστερή ΄΄ψυχή’’ . Απλά όμως το να την λες και να κάνεις αντίλογο απλά και μόνο για να το κάνεις , είναι μεγάλη δειλία –ανικανότητα – κατάντια .Δεν θέλω να γενικεύσω αλλά με πίκρα βλέπω ότι μεγάλο μέρος της αριστεράς στη χώρα αυτή αναλώνονται στην ίδια τακτική . Θυμίζουν τυφλούς από επιλογή που τραγουδάνε το ίδιο τραγούδι εδώ και 60 χρόνια περίπου .
Κούκλα μου , δεν είναι Λιαντίνης είναι Λιακόπουλος . Και όταν μια θεωρητικά ΄΄ψαγμένη’’ γκόμενα σαν κι εσένα αναφέρεται στον μεγάλο Έλληνα ( λέτε να με αποκαλέσουν φασίστα που έβαλα τη λέξη Έλληνας στο κείμενό μου??) φιλόσοφο και στοχαστή – ίσως τον μεγαλύτερο των σύγχρονων εποχών – έτσι , τότε καταλαβαίνει κανείς για τι είδους ανούσιο διάλογο θες να ανοίξεις . ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΕΧΕΙΣ ΑΥΤΟ-ΑΝΑΙΡΕΘΕΙ . ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ.
Η ειρωνεία είναι ότι η γκόμενα αυτή είναι και παιδαγωγός . Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω περισσότερα .
Και κάτι τελευταίο πριν κλείσω …Μίλαγες για επαναστάσεις και ελευθερίες και συγκεντρώσεις ..αλλά εσύ έλειπες από τον Λευκό Πύργο , είχες λέει να κάνεις μια εργασία . Οκ πάω πάσο . Αλλά μετά έμαθα η παράταξή σου σας είχε καλέσει σε συνεχείς συνελεύσεις για να ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΤΕ τι στάση θα κρατήσετε σε αυτή την λαϊκή κίνηση . Και έξω ο κόσμος φώναζε κι εσείς ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΑΤΕ , ΑΠΟΦΑΣΙΖΑΤΕ επι ώρες ..Το δίχτυ της σκέψης σάς έκαψε , ή μάλλον το δίχτυ της στενοκεφαλιάς μιας παράταξης . Όπως και τόσοι άλλοι έχουν καεί σε τόσες άλλες παρατάξεις .
Δεν μπορώ να ακολουθήσω μια γραμμή , μια συγκεκριμένη στάση κομματική , μια προκαθορισμένη πολιτική διότι απλά είμαι ψυχή και η ψυχή μεταβάλλεται- αντιδρά δυναμικά με τον χρόνο και τον τόπο .Και με τις περιστάσεις . Πάντα ελπίζω προς το καλύτερο.
Ξέρεις , οι βρυκόλακες βγαίναν από τους τάφους τους και πίνανε το αίμα των ζωντανών που κοιμόνταν αμέριμνοι στη σιγαλιά της νύχτας ..Αυτό ξέχασα να στο πω.
Καλό ξημέρωμα.