Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Το πρωινό που ξέχασα να σου πω ΄΄σ’αγαπώ’’


Τα πρωινά αρχίζουν με βήχα
Που προσπαθεί να διώξει
Την δύσπνοια,
Αυτό το βάρος που πνίγει.

Η ομίχλη από κάποια όνειρα
Γίνεται σιγά σιγά πάχνη
Που πέφτει στα σεντόνια
Και στα κορμιά.
Σε λίγα λεπτά η θύμησή τους
Φεύγει,
Η μνήμη τα σκοτώνει.
Μένει μονάχα αυτή η δροσιά τους,
Τρυφερά δάκρυα αυγής.

Δεν νιώθω την ζεστή σου ανάσα
Στο λαιμό μου,
Ούτε το χέρι σου αφημένο
Εκεί κοντά στην καρδιά.
Έχει πάλι κρύο σήμερα.
Άσπρη μέρα έξω.
Θυμίζει το χλωμό πρόσωπό σου.


Σηκώνομαι βρίζοντας.

Η αιωνιότητα των πρωινών
Πέταξε ανάμεσα από
Φωνές γεμάτες οργή…
Ανάμεσα από μισοτελειωμένα τσιγάρα
Και ξεχασμένα μπουκάλια
Στο σαλόνι,
Θεατές σε μια βουβή τηλεόραση
Που μονίμως έπαιζε…

Γυμνός στέκομαι στο παράθυρο.
Η αναπνοή μου φτιάχνει σύννεφα
Στο τζάμι…
καθώς ο δρόμος κάτω γεμίζει
Δειλά δειλά από ανθρώπους.
Μια γυναίκα απέναντι μοιάζει
Να στάζει την θλίψη της
Πάνω στον καφέ που πίνει.
Ο άντρας σκάει ένα φιλί στο μέτωπο της
Και φεύγει βιαστικός.
Πόσο πόνο θα τον κέρναγε το φιλί αυτό
Για καιρό μετά
Όταν τα πρωινά του θα ήταν άδεια
Όταν η ψυχή του θα στεκόταν γυμνή
Μπροστά σε παράθυρα
Και αναμνήσεις…

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Μια καληνύχτα στη νύχτα


Στο τέλμα που έφτασε η τιμή σου
Γυρνάς να δεις κατά που τράβηξε πάλι
Η ψυχή σου.
Λεωφόροι από δρόμους διασταυρώνονται
Σε σένα.
Μοιάζουν να σέρνουν παλιά όνειρα,
Ίδια παιδιά πρόωρα γερασμένα.
Πάντα η ίδια βροχή θα σε συντροφεύει
Τις νύχτες που η καύτρα από το τσιγάρο
Θα θεριεύει.
Παρηγοριά δίναν οι στίχοι σου για κείνη
Μα πάνε μήνες που πέταξαν όλοι μαζί
Προς τη σελήνη.
Οι προσευχές σου ναυάγια σε μια μαύρη
Θάλασσα
Αναδύονται που και που μπροστά σου
Και ψιθυρίζουν ‘’σε άφησα’’…
Και αυτή η σιωπή που τελικά απομένει
Σε μια πόλη γυρνάει ξενιτεμένη.

Δώσε αυτό το δάκρυ στο χώμα.
Μπροστά σου ο δρόμος έχει να κεράσει πόνο
Ακόμα…
Και κάτι στιγμές τυφλές που σε προσμένουν
Γεμάτες ζωή.
Είδες,δύο στίχοι κάνουν την διαφορά.
Δύο στίχοι
Με λίγη ελπίδα μαζί…


Στην Ιωάννα

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Γυμνές σκιές


Το δάσος φύτρωσε μέσα
στην πόλη
μια νύχτα που ο ουρανός
έφτυνε βροχή
στα πρόσωπά μας.
Το επόμενο πρωί
μεγάλοι κορμοί
φράζαν τις πόρτες των σπιτιών.
Από τα παράθυρα
αχνόμπαινε το φως του ήλιου
παίζοντας στην αρχή
με τα κλαδιά και τα φύλλα.
Και κείνο τα αεράκι,
εκείνος ο αέρας που έβαλε μετά,
έσκιζε τα ρούχα μας,
αφήνoντας σώματα γυμνά.
Φόβος.

Μετά από μέρες
οι πρώτοι κατάφεραν να βγουν έξω.
Οι δρόμοι της πόλης αφανισμένοι
κάτω από ένα μαύρο δάσος.
Μοιάζαν οι άνθρωποι σκιές
των πελώριων δέντρων,
σκιές χαμένες,
σκιές γυμνές.

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Ο ήχος από ένα βιολί μέσα στη νύχτα


Δεν μπορώ πια να ξεχωρίσω
την μουσική από τους στίχους.
Τις εικόνες από τις αναμνήσεις.
Το αχνό χαμόγελο ενός κοριτσιού
από την ομίχλη στο κρεβάτι μου.

Οι μέρες κάπως έτσι είναι τώρα.

Η χλωμάδα του πρωινού
φέρνει μια ζάλη ξεγνοιασιάς.
Και η ησυχία του δειλινού
τις προσευχές μιας θάλασσας.

Δεν μιλήσαμε ποτέ για ελπίδα
γιατί ποτέ δεν το παλέψαμε.
Η δικιά μας μάχη ήταν εξαρχής
ένας παλμός ξεψυχισμένος.

Αυτό ονομάσαμε συμβιβασμός.

Αφήνω το παράθυρο ανοιχτό.
Ο κρύος αέρας σπάει λίγο
την ακινησία του δωματίου.
Αχνό κίτρινο φως δίνει ρυθμό.
Και η σκιά μου μοιάζει
να μαζεύεται,να αναδιπλώνεται,
να αλλάζει μορφές στον τοίχο.

Κάποιος φίλος είπε
πάντα είναι χειρότερα όταν ξεχνάς.
Σε αυτό επιμένουν αυτοί οι στίχοι
σε αυτό αντιστέκονται
αυτές οι γραμμές.
Καντηλάκι αναμμένο
σε ένα σκοτάδι που συνέχεια ορμά
με μανία.

Κράτα με σφιχτά
Μην κοιμηθείς πριν από μένα Ηλία...

Όχι αγάπη μου


Ο καπνός από το τσιγάρο
ανεβαίνει σιγά σιγά προς το ταβάνι
χορεύοντας.
Εκεί ψηλά κρέμεται ανάποδα κι απόψε
η ψυχή μου.

Δεν ξύπνησες ποτέ αγάπη μου..