Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Oι παραμυθάδες είναι οι πιο μοναχικοί άνθρωποι


Χτες αργά το βράδυ
Κρέμασα τα ποιήματά μου
Σε όλο το σπίτι.
Γέμισε το σαλόνι
Και η καινούρια κουζίνα
Στίχους και αφιερώσεις.
Θα με πεις τρελό πάλι
Άλλα ήταν σαν να ξόρκιζα
Για πάντα μακριά το χάλι.
Τώρα αν θες να διαβάσεις,
Αν θες να μάθεις την ψυχή μου,
Δεν έχεις παρά το φως
Να ανάψεις.
Κι αν είναι μέρα αυτή,
Που πάλι εδώ θα βρεθείς,
Δεν έχεις παρά να πλησιάσεις
Πιο κοντά
Στις μαύρες αυτές λέξεις
Που κάποτε αγάπησες.
Αυτές οι λέξεις
Είναι όλη η αλήθεια
Που χρόνια έψαχνες…
Που μεθοδικά βιάστηκε
Στις μονότονες μέρες
Και την συνήθεια.
Στους τσακωμούς
Και τους εγωισμούς
Των στιγμών.
Τότε που φανήκαμε μικροί
Μπροστά στους πόθους μας
Και κείνα τα χάδια
Που βαφτίσαμε όνειρα.

Θα με πεις τρελό πάλι..
Μα θυμήσου τα λόγια
Εκείνου του γέρου ψαρά
Που ξέμπλεκε τα δίχτυα του.
Στην θάλασσα που απλόχερα
Χαρίσαμε τις καρδιές μας
Ένα καλοκαίρι.
Οι παραμυθάδες είναι
Οι πιο μοναχικοί άνθρωποι…

Άλλο ένα παραμύθι



Παρατηρώ και σκέφτομαι.Παρατηρώ εκείνη την γυναίκα που περνάει κάτω στο πάρκο και ο ήχος από τα τακούνια της μοιάζει σαν βροχή από απειλές.Απειλές από μια νύχτα που έρχεται σιγά σιγά για να σου φέρει πάλι αναμνήσεις και πόνο.Φαίνεται το απολαμβάνει γιατί πάντα αργεί να τελειώσει.Το τσιγάρο μου δεν λέει να την ξορκίσει μακριά.Ίσα ίσα,η φλόγα του την τραβάει όλο και πιο πολύ.
Σκέφτομαι εκείνο το κορίτσι που έγραφε για τον ιππότη που άφησε έξω από τον φράχτη της να πεθάνει και να σαπίσει.Μοιάζει με σκοτεινή πριγκίπισσα που ζητάει αγάπη αλλά δίνει θάνατο.Δεν ξέρω αν έξω από τον φράχτη της σάπισαν κι άλλοι ιππότες ή μόνο ένας.Ή μόνο έναν αυτή μπόρεσε να δει.Συνήθως οι απώλειες είναι πιο πολλές από όσες μπορούμε να φανταστούμε.
Η γκόμενα χάθηκε εκεί στο στενό δεξιά και μαζί της έφυγε και αυτός ο ήχος-υπενθύμιση.Έμεινα εγώ,ο γέρος που κοιμάται πιωμένος στο παγκάκι,η σκοτεινή πριγκίπισσα και ο πεθαμένος ιππότης.Α και κείνο το φεγγάρι,που μου φέρνει αηδία γιατί έπρεπε να είναι κόκκινο.Κόκκινο κι όχι λευκό!Ακούς?Τόσα όνειρα έχουν πεθάνει σε σένα εκεί ψηλά!
Αλλά τα άσχημα χρωματίζονται όμορφα και τα αληθινά ουτοπίες αρρωστημένων μυαλών.Έτσι δεν ξεχωρίζεις πια που πατάς ώσπου στο τέλος δεν σε νοιάζει καν.
Κι όταν δεν σε νοιάζει πια,συμβιβάζεσαι.
Η πριγκίπισσα μετάνιωσε αλλά ο ιππότης πέθανε.Πίνω από την μπίρα μου και γελάω.
Σου χτύπαγε την πόρτα,σου έγραφε με την ανάσα του στα τζάμια ΄΄σε αγαπώ’’,έμενε εκεί έξω μόνος του καθώς οι καιροί άλλαζαν στο πρόσωπό του βίαια και αμετανόητα.
Κι εσύ τον έβλεπες από μέσα.Δάκρυσες καμιά φορά?Του χαμογέλασες καμιά φορά?
Πίνω στην υγειά του ιππότη που θάφτηκε μαζί με τα λουλούδια του κήπου σου,πίνω στην υγειά του γέρου που η ζωή τον πέταξε από την κοιλιά μιας γυναίκας μέσα στα σκατά της κοινωνίας,πίνω στην υγειά της γκόμενας που χάθηκε στο στενό σέρνοντας τα όνειρά της πίσω από τα τακούνια της,πίνω στην υγειά της σκοτεινής πριγκίπισσας που την βρήκαν οι τύψεις ένα φρικτό πρωινό σαν γλυκιά νέμεσις.Πίνω στην υγειά αυτού του χαμένου κορμιού που ακόμα επιμένει στην αυγή.

(Στην Efi Br.)

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Ο βάτραχος δεν έγινε ποτέ πρίγκιπας


Νομιζε οτι ο βατραχος που ειχε φιλησει πριν χρονια ειχε γινει πριγκιπας , εκεινο το καταραμενο βραδυ που εκεινος κοιμoτανε διπλα της ενιωθε για ακομη μια φορα το ιδιο συναισθημα. Το νυχτικο της και το σωμα της γινοτανε ξενα υλικα κοκαλωμενα και φορτικα.Μενει αγρυπνη ολη τη νυχτα πιεσμενη απο μια μοναξια ασφυκτικη.Τη μοναξια του ανθρωπου που ο αλλος διπλα του μονο περιγραμμα παρουσιας του προσφερει, περιγραμμα παρουσιας με περιεχομενο απουσιας. Αυτα τα συνειδησιακα βραδια μια σκεψη τη βασανιζε , ενα γιατι . Γιατι ηταν αυτος ακομη εκει και κυριως γιατι ηταν αυτη ακομη εκει απο τη στιγμη που τον αγαπουσε κυριως για οσα φανταζεται οτι του βρισκει.Κατα βαθος και οι δυο συμβιβαζοταν,αυτη ομως το κανει με τροπο τραγικο που προσπαθει να ανακουφισει με τη φλογερη της φαντασια που συχνα τη ξεστρατιζει μακρια απο το προβλημα.

Ειναι η αληθεια που δε τολμουν να την αναντικαταστησουν και να μαθουν αλλη, ειναι και η αυτοπεποιθηση τους που μεσα σε αυτη τη κακοριζικη καθημερινοτητα απο παντου τραυματιζεται και τους αφαιρει κουραγιο για κυνηγια ζωης, μεσα σε δαση και ζουγκλες .Ειναι και οι επιλογες γυρω τους που ολο περιοριζονται με τα χρονια.Ειναι και ο μικροπραγματευτης μεσα τους που δε ρισκαρει ευκολα οτιδηποτε κεκτημενο , ακομα και αν καταβαθος το περιφρονει.Ειναι που γερνωντας γινεσαι πιο δειλος.Αν θελει αρετη και τολμη η ελευθερια , που να τα βρεις και τι να στα εμπνευση;;;

Μεγαλωνουν και με τα χρονια γινοταν ολο πιο διστακτικοι και φρονιμοι . Οχι τοσο απο συνεση οσο απο φοβο. Φοβουνται να χωριστουν γιατι φοβουνται να μεινουν μονοι και φοβουνται να μεινουν μονοι γιατι τους φοβιζει το αγνωστο προσωπο τους.Οσο περνουν τα χρονια βρισκουν πως εχουν ενα προσωπο τρομακτικα πια φαγωμενο, δε το αντεχουν χρειαζονται αντιπερισπασμους για να επιζησουν και η σχεση τουε ειναι αντιπερισπασμος σπουδαιος και οταν αγαπιουνται και οταν μαλωνουν.Ιδιως οταν μαλωνουν γιατι τωρα πια που η εξαψη της πρωτης εποχης τους ειχε φθαρει , η διεγερση που τους χαριζουν οι καβγαδες τους ειναι πιο δυνατη απο τη διεγερση των ερωτικων τους στιγμων . Κι αυτοι χρειαζονται τη διεγερση απο οπου και αν προερχονται και για αντιπερισπασμο στη μοναξια και για επιβεβαιωση πως ειναι ακομη ζωντανοι , πως αντιδρουνε , ενεσεις σε ασθενικο κορμι.

Οταν εισαι νεος σκεφτεσαι πως υπαρχουν και καλυτερα , ανοιγεις τα φτερα σου και ξεχυνεσαι σε μια συνεχη αναζητηση , το μονο που μπορουσε να σκεφτει τωρα ειναι οτι υπαρχουν και χειροτερα και με τη σκεψη αυτη ανεβαλλε για ακομη μια φορα την αποφαση της.

Νina Dt.

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Kαληνύχτα Μικρέ Πρίγκιπα


Ξέρεις κάθε γκόμενα που ξέρει λίγο να διαβάσει,έχει και από ένα βιβλίο με την ιστορία σου.Άσχετα αν το βάζει στο ράφι δίπλα με χαζομαλακίες άρλεκιν ή περιοδικά για μόδα.Κάθε γκόμενα που γνώρισα σε ονειρευόταν,μίλαγε για σένα λες και μίλαγε για μια παλιά αξέχαστη και μοναδική της αγάπη.Νοσταλγεί κάτι που υπάρχει μέσα στην φαντασία της,πλασμένο με τα δικά της χρώματα.Όλες οι γκόμενες σε γουστάρουν Μικρέ Πρίγκιπα,σε έχουν ερωτευτεί και σε περιμένουν…
Αυτός χαμογέλασε θλιμμένα και ήπιε μια ακόμα γουλιά από το κόκκινο κρασί του.Μετά κοίταξε προς το μέρος που κάποτε είχε το λουλούδι του.Τώρα μόνο γκρίζο χώμα ήταν εκεί.
Τον παρατήρησα πιο προσεχτικά.Όχι δεν ήταν το παιδί που είχαμε όλοι μάθει,που είχαμε για τόσο καιρό πιστέψει.Είχε μεγαλώσει,μάλλον όχι είχε γεράσει κάπως απότομα.Μπορεί να ήταν ακόμα σε σώμα παιδιού,μικροκαμωμένος και λεπτός με τα παιδικά πριγκιπικά ρούχα του,αλλά έβλεπες ότι είχε αλλάξει.Το έβλεπες στα μάτια του που είχαν χάσει την λάμψη και την φλόγα της παιδικής περιέργειας και αθωότητας.Το έβλεπες στις λιγοστές και αχνές ρυτίδες που λάξευαν το πρόσωπό του.Το έβλεπες στον τρόπο που σου μίλαγε,που σου απάνταγε…Δεν περίμενα να βρω έτσι τον Μικρό Πρίγκιπα.
Ώρες ώρες μου λείπει η γκρίνια του…,μου είπε ήρεμα συνεχίζοντας να κοιτάει προς το μέρος που ζούσε το λουλούδι.
Καταλαβαίνω τι εννοείς..όταν χάνεις κάτι σού λείπουν τα πάντα από αυτό.Και τα μικρά και τα μεγάλα του.,απάντησα και έβγαλα ένα τσιγάρο.Έψαξα στην τσέπη μου για τον αναπτήρα,αλλά δεν τον βρήκα.Κοίταξα προς ένα από τα μικρά ηφαίστεια που ήταν δίπλα μου.
Μην τα κοιτάς.Έχουν σβήσει εδώ και καιρό.Βαριέμαι να τα καθαρίζω.,μου είπε ο Μικρός Πρίγκιπας.
Οκ.Δεν πειράζει.Φαντάζομαι είναι καιρός να το κόψω.,είπα και πέταξα το τσιγάρο πέρα στο μαύρο διάστημα.
Έχεις δει καθόλου εκείνη την αλεπού?,με ρώτησε ξαφνικά.
Εγώ έμεινα για λίγο σιωπηλός,μην ξέροντας τι να του απαντήσω.Τελικά είπα:
Όχι..
Θέλω να την σκοτώσω
,μού είπε χαμογελώντας πικρά.
Δεν αξίζει Πρίγκιπα..θες λίγο κρασί ακόμα?Το πήρα από μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι μου,όπως ερχόμουν εδώ.,του αποκρίθηκα για να τον ηρεμήσω λίγο.Αυτός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και μου έδωσε το ποτήρι του.
Κάνει κρύο πάντως εδώ στον πλανήτη σου.Θα πρέπει να ανάψεις κανένα ηφαίστειό σου γιατί αλλιώς δεν σε βλέπω καλά,του είπα.
Λες να με νοιάζει το κρύο?,μου απάντησε σχεδόν σαρκαστικά.Ναι,σκέφτηκα από μέσα μου,το παιδί είχε πεθάνει.
Δεν είπαμε τίποτα για κάμποση ώρα,παρά μόνο πίναμε από το κρασί μου.Η κανάτα είχε φτάσει στο μισό περίπου όταν ο Μικρός Πρίγκιπας άρχισε να γελάει.Είχε ψιλομεθύσει.Δεν το τράβαγε ο οργανισμός του το κρασί.
Ξέρεις έφυγε μια μέρα πριν κάνω το δεύτερό μου ταξίδι σε σας.Έφυγε το προηγούμενο βράδυ έτσι ξαφνικά.Θυμάμαι είχα αποκοιμηθεί δίπλα του.Μου άρεσε να κοιμόμαστε έτσι κοντά κοντά με το ηφαίστειο να βγάζει ζεστασιά και να σιγομουρμουρίζει αποκοιμίζοντας σε.Χαχα!..ναι λοιπόν,είχα αποκοιμηθεί και όταν ξύπνησει κάπου αργά μέσα στη νύχτα,αυτό είχε φύγει.,είπε και έκανε μια γκριμάτσα πόνου λες και όλη αυτή η ανάμνηση τον πονούσε αφάνταστα.
Είσαι καλά??,τον ρώτησα ανήσυχος.
Μου έκανε νόημα με το χέρι του να κάτσω πάλι στην θέση μου.
Στην αρχή νόμισα ότι είχε πάθει κάτι.Ότι είχε πέσει στο διάστημα,ότι κάποιος μου το έκλεψε.Είχα τρελαθεί από την αγωνία μου.Φώναζα,ούρλιαζα παντού αλλά τίποτα.Άρχισα να ψάχνω στους γύρω πλανήτες αλλά και πάλι τίποτα.Ώσπου στον πλανήτη του λογιστή έμαθα την πικρή αλήθεια.Αυτός μου είπε ότι είχε περάσει το λουλούδι μου από κει και του είχε πει ότι με είχε αφήσει για πάντα.Ότι δεν με άντεχε άλλο,δεν άντεχε άλλο την μοναξιά και την μονοτονία του πλανήτη μου.Ότι είχε αρχίσει να αηδιάζει από την φροντίδα μου την συνεχή.Έψαχνε άλλα η καρδιά του..
Ένιωθα να χάνομαι..Δεν πίστευα ότι το τριαντάφυλλό μου είχε πει τέτοια πράγματα για μένα.Σχεδόν σερνάμενος γύρισα στον πλανήτη μου.Πέντε φορές πήγα να πέσω σε δίνες αλλά τελευταία στιγμή σώθηκα.Βλέπεις είχα ακόμα την ελπίδα ότι το λουλούδι μου θα γύρναγε.Ότι ήταν απλά μια ακόμα φάση που πέρναγε συχνά.
Όταν πήγα να καθαρίσω το ηφαίστειο,βρήκα ένα γυάλινο μπουκαλάκι με ένα γράμμα μέσα.Ηταν τα γράμματά του.Με χέρια που έτρεμαν και με σφιγμένη καρδιά,άνοιξα και διάβασα το γράμμα.
ΠΗΡΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΜΟΥ.ΕΚΑΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΥ.ΣΕ ΑΦΗΝΩ.ΓΕΙΑ ΣΟΥ…,εκεί σταμάτησε και άρχισε πάλι να γελάει.Και ήταν το γέλιο του τρομαχτικό,σχεδόν γέλιο ενός παράφρονα.
Βλέπεις φίλε μου,μου είπε,δεν είναι τα χρόνια που έδωσα σε αυτό το λουλούδι,ούτε οι νύχτες που πέρασα μαζί του λέγοντάς του όμορφες ιστορίες για να κοιμηθεί.Είναι τα κομμάτια της ψυχής μου που του χάρισα.Και ήταν ό,τι πιο αγνό και τρυφερό είχα…Και τώρα δεν έχω τίποτα.,είπε και έσκυψε το κεφάλι του πάνω από το στήθος μένοντας έτσι.Το ποτήρι από τα χέρια του νόμιζες ότι από στιγμή σε στιγμή θα του έπεφτε κάτω.
Σηκώθηκα και τον πλησίασα.Πήρα το ποτήρι από τα χέρια του.Αυτή η κίνησή μου σαν να τον έβγαλε κάπως από τις σκέψεις του.Με κοίταξε διαπεραστικά μες στα μάτια.Είχε δακρύσει λίγο.Το δάκρυ όμως δεν έλεγε να βγει από τον καθρέπτη του ματιού του.Κάθισα δίπλα του.
Κοίτα όλοι το έχουμε περάσει αυτό.Ξέρεις ο έρωτας έτσι είναι.Παράδεισος και κόλαση.Το θέμα είναι να συγχωράς και να συνεχίζεις.Ξέρεις κάτω στην γη είναι πολλά τα τριαντάφυλλα που σε περιμένουν,που θέλουν τον πρίγκιπά τους.Αλλά είναι τυφλά όλα.Βλέπεις οι προσδοκίες τους έχουν γίνει τόσο ψηλές που τους κρύβουν τον ήλιο τελικά.Και όταν μένεις στην σκιά και στο σκοτάδι για πολύ καιρό,μετά αρχίζεις και μαραζώνεις.Μην κλαις Μικρέ Πρίγκιπα,έχουμε και μεις στην γη πρίγκιπες που όμως σκοτώνονται πάνω στον συρμάτινο τοίχος των μεγάλων απαιτήσεων που βάζουν τα τριαντάφυλλα.Βλέπεις είναι αναπόφευκτο αυτό.Απλά να ξέρεις,στρέψε το βλέμμα σου αλλού..Βλέπειες αυτό το μικρό ξερόχορτο που παλιά συνέχεια το ξερίζωνες για να μην ενοχλεί το λουλούδι σου?Βλέπεις όμως αυτό με τι πείσμα συνέχισε να μεγαλώνει και να αντιστέκεται στην φθορά??Αυτό το ξερόχορτο ποτέ του δεν σε παράτησε..Κι ας μην του μίλησες τρυφερά την νύχτα..Κι ας μην του τραγούδησες τους όμορφους στίχους σου…
Ο Μικρός Πρίγκιπας άκουγε σιωπηλός.Στο τέλος είπε ξερά:
Σύντομα θα έρθω στην γη σας…Αν και ξέρω ότι πολλά έχουν αλλάξει.
Τα ίδια είναι αλλά διαφορετικά ντυμένα
,του απάντησα εγώ.
Αυτός φάνηκε να μην άκουσε το σχόλιο μου και συνεχίζοντας είπε:
Ναι,σύντομα θα έρθω στην γη.Πάντα το ανέβαλλα.Αλλά τώρα ήρθε η ώρα…
Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται και ένα ρίγος με διαπέρασε γιατί κατάλαβα ότι δεν είχε τελειώσει την πρότασή του.Γιατί κατάλαβα την συνέχεια…
Ήρθε η ώρα να πεθάνω…,είπε και με κοίταξε χαμογελώντας.
Κάπου εκεί στο βάθος του ουρανού το φεγγάρι έμοιαζε πιο φωτεινό από ποτέ….



(Στην Κατερίνα)

THE TRAGEDY OF THE LEAVES


I awakened to dryness and the ferns were dead,
the potted plants yellow as corn;
my woman was gone
and the empty bottles like bled corpses
surrounded me with their uselessness;
the sun was still good, though,
and my landlady's note cracked in fine and
undemanding yellowness; what was needed now
was a good comedian, ancient style, a jester
with jokes upon absurd pain; pain is absurd
because it exists, nothing more;
I shaved carefully with an old razor
the man who had once been young and
said to have genius; but
that's the tragedy of the leaves,
the dead ferns, the dead plants;
and I walked into a dark hall
where the landlady stood
execrating and final,
sending me to hell,
waving her fat, sweaty arms
and screaming
screaming for rent
because the world has failed us
both


C.Bukowski

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Διαγωνισμός Ποίησης


O Iστοχώρος του Λογοτεχνικού Club με χαρά ανακοινώνει ότι διοργανώνει διαγωνισμό ποίησης στα πλαίσια προώθησης της πνευματικής κουλτούρας και του πολιτισμού!Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να στέλνουν τα ποιήματά τους από την Παρασκευή 25 Ιουνίου έως τις 31 Αυγούστου.Ο κάθε διαγωνιζόμενος θα μπορεί να συμμετάσχει με ένα μ...όνο ποίημα(το πολύ 60 στίχων) και στο οποίο θα υπογράφει με ψευδώνυμο.Το ποίημα δεν θα πρέπει να έχει δημοσιευτεί ξανά κάπου στο παρελθόν.
Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού θα ανακοινωθούν τέλη Σεπτεμβρίου από την κριτική επιτροπή,τα μέλη της οποίας είναι αξιόλογοι εκπρόσωποι των γραμμάτων και του πολιτισμού στην χώρα μας.
Η αποστολή των ποιημάτων θα γίνεται στην εξής διεύθυνση: desyllasi@yahoo.com
Για τυχόν ερωτήσεις και περαιτέρω πληροφορίες μπορείτε να στείλετε στο παραπάνω email.
Kαλή επιτυχία σε όλους!

Σύντομα στο logoclub διαγωνισμός ποίησης!

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Στέκι Νεολαίας Κερατσινίου

http://steki-neolaias-keratsiniou.blogspot.com/

Το ιστολόγιο (blog) της νεολαίας του Κερατσινίου, χώρος ελεύθερης διακίνησης ιδεών, δημιουργικής και επιστημονικής έκφρασης. Email: snkeratsiniou@gmail.com

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Η τελευταία ζωγραφιά


Να ήταν οι στίχοι διαφορετικοί
Να ξεχείλιζαν από αγάπη
Και ευτυχία…
Να ερχόταν αυτό το καλοκαίρι
Με το φως της χαράς…
Τα όνειρα
Αυτά τα όνειρα
Να με έβρισκαν ξαφνικά
Ένα δειλινό
Στην γωνιά του δρόμου
Και να μου χαμογέλαγαν
Καρτερικά…

Αλλά οι στίχοι έμειναν ίδιοι
Και τα όνειρα
Δεν επιστρέφουν ποτέ
Παρά μόνο αλλάζουν μορφές
Και γίνονται τρομαχτικά.
Δες,δεν σε ξέχασα ποτέ.

Ποιος μπορεί να πει για μας
Ένα όμορφο τραγούδι
Τα βήματά μας να συντροφεύσει
Μέχρι την άλλη μέρα.
Κι από κει σε μια ολόκληρη ζωή.
Μικρό μου νου,
Η σιωπή είναι το πιο θλιμμένο
Τραγούδι απ’όλα…

Σε έναν τελευταίο χορό
Μπροστά στις ψυχές μας,
Υποκλίνομαι βαθιά
Και φεύγω.

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Ζητιάνες ανάσες


Το μαξιλάρι ιδρωμένο.
Δεν ξέρω αν είναι
Από τον φόβο
Από τα όνειρα
Ή από μια
Βιαστική συνουσία.
Μην κλαις Σοφία
Έτσι απλά χάνονται
Οι νύχτες μας
Και γίνονται ένα
Με τις μέρες.

Στο αχνό φως
Που μπαίνει δειλά
Από το παράθυρο.
Σε αυτό το φως
Ενός κόκκινου φαναριού,
Έστειλα τις προσευχές μου
Να ταξιδέψουν.
Σκιά μου,δεν περιμένω
Να γυρίσουν ποτέ ξανά.

Ποιος άφησε
Την μουσική αυτή
Ακόμα να παίζει.
Η αγάπη χορεύει γυμνή
Γύρω από ξεφτισμένα
Ξύλινα παγκάκια
Και πεταμένες γόπες.
Τα όνειρα σαν μικρά
Φτωχά παιδάκια,
Τής χτυπούν παλαμάκια.
Και οι ανάσες μας
Ζητιανεύουν ψιλά
Σε ένα βουβό κοινό
Από ελπίδες…

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Tα βράδια που δεν πέθανα


Ξέρεις αυτές τις νύχτες
Κόντεψα να πεθάνω
Όχι από την μοναξιά
Ούτε από τις τύψεις
Που σαν άγκυρα βαριά
Εδώ και μήνες δένουν
Σε έναν υπόνομο
Την ψυχή μου.
Κόντεψα να πεθάνω
Από την αηδία της στιγμής
Και την φρίκη της παρακμής.
Οι άνθρωποι γύρω μου
Λες κι έχουν τρελαθεί
Και με τρομάζουν.
Εκείνη η κοπέλα
Μου ζήτησε ικετευτικά
Να την παντρευτώ
Κι ας με ήξερε ένα βράδυ.
Τι σκατένια παραμύθια
Την ποτίσανε μικρή
Και τι όνειρα την μεθύσανε…
Η άλλη δεν μιλάει πολύ
Και η φίλη της μου είπε
Ναι σοβαρά μου είπε
Είναι επειδή είναι μισή Γερμανίδα…
Ναι εκεί πήγα να ξεράσω
Μα κατάφερα τελικά
Να χαμογελάσω.
Υπάρχει κι αυτή η Έφη
Που μου απαγόρευσαν
Να της μιλήσω
Επειδή λέει,η φίλη της
Είναι με τον Στέλιο…
Είναι ηλίθιοι τόσο οι άνθρωποι
Ή μήπως υποκρίνονται
Και κρύβονται στην γύμνια τους?

Ξέρεις κάποτε είχα γνωρίσει εκείνο
Το χλωμό κορίτσι από τον Βορρά.
Είχε ταξιδέψει μόνη της
Στην άκρη της χώρας για μένα.
Είχε αυτό το χαμόγελο το αληθινό
Και κείνα τα μάτια αγάπη.
Ξέρεις την είχα αγαπήσει
Αλλά με τον καιρό τής
Έσβησα αυτό το χαμόγελο.
Ξέρεις την αναζητώ εδώ και καιρό
Μα δεν την βρίσκω πουθενά.
Δεν την βρίσκω πουθενά.
Κι αυτή είναι η κατάρα μου.
Και αυτή είναι η τιμωρία μου.

Άλλο ένα ποίημα για σένα
Κι ας είχα πει ποτέ ξανά.
Άλλωστε
Ποτέ
Δεν κράταγα
Τις υποσχέσεις μου,
Έλεγες.

Interpol - Rest My Chemistry

Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη


Τη νύχτα αυτή η αστυνομία
μάζεψε τους αλήτες απ'το πάρκο
πλάκωσε το εκατό
κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα
φύγε - φύγε όσο έμεινε καιρός
γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα
πως βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός
και το στόμα σου φαρμάκι απ' τα τσιγάρα
το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός
μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ' τα τζάμια.

Από όλα τα τραγούδια
αγαπούσα πιο πολύ τα λαϊκά
η ζωή μου έχει αλλάξει
κι έτσι τώρα δεν με ζαχαρώνουν πια
Το κλειδί βάζω στην πόρτα για να μπω
το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
όταν πέφτει το βραδάκι τι να πω
σε θυμάμαι με το πράσινο παλτό.

Όταν πέφτει το σκοτάδι
στα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν
την αλήθεια ποιος θα μάθει
ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν
Η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά,
στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν
και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά
και το κόμμα με τραβάει απ' το μανίκι.

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου,
Αλέξη πες μου αν με θυμάσαι
το καλοκαίρι έχει τελειώσει
από καιρό έχει τελειώσει
τι ζητάς
στην παραλία τα καφενεία είναι κλειστά
κι η θάλασσα βρώμικη και σάπια
μετανάστες ξαναγύρισαν εδώ
τρομαγμένοι φεύγουν απ' τη Γερμανία
την καρδιά μου στους σταθμούς την τυραννώ.

Μην κοιτάς τους στρατιώτες
στα δημόσια ουρητήρια σοβαροί
μου θυμίζουν επεμβάσεις
μου θυμίζουν δυσκολίες γιώτα -χι
την θυμάμαι ένα κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η συννεφούλα μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το ψαλίδι
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή

Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
τα ορφανά μου που κρυώνουνε
μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό
που ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει,
όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό
οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία
βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία

Η μποτίλια έχει αδειάσει
του μπάρμπα - Αλέξανδρου η μποτίλια έχει αδειάσει
κι απ' το πάρκο μέχρι εδώ
η σειρήνα του εκατό
ακούς - ουρλιάζει
το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
ι ο Τσιτσάνης μ' ένα -γιάλα με προγκάρει
αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά
δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να την ψάξεις
αλλά εσύ που μ' αγαπούσες
μια φορά όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.


Διονύσης Σαββόπουλος

Elbow - Grounds For Divorce

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Στην Κόλαση Βαθιά


«ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΒΑΘΙΑ»

Ω, αλήθεια σας λέω
το φεγγάρι ήταν ψηλά ματωμένο
κι η νύχτα μια πανούργα γριά
ψοφίμια μου γνέφαν στα ρείθρα
μα εγώ δεν είχα
παρά μια φτωχή, βασανισμένη καρδιά.

Ω, αλήθεια σας λέω
με το ζόρι κρατιόμουν
από ένα κορμί τσακισμένο
–μόλις τα είχα πιει στο καπηλειό
με τ’ όνομα «Στην κόλαση βαθιά»–
στα λασπόνερα πλενόμουν
κι οι μέρες όλες πίσω τους με σέρνανε
θανάτου ρυμουλκά.

Ω, αλήθεια σας λέω
–οι ουλές μάρτυρές μου–
με χτυπούσαν οι άνεμοι
σαν διαβόλοι μανιασμένοι
απ’ όλες τις μεριές,
γύρω μου σκιές που μορφάζανε
δήμιοι που καγχάζανε
και στήναν θηλιές.

Ω, αλήθεια σας λέω
είμαι ένας άνθρωπος ξένος
στοιχειωμένος από μια αγάπη παλιά,
μια νύχτα του Νοέμβρη
την είδα εμπρός μου να στέκει
μ’ ένα τουφέκι
και να μου χαμογελά.

Την επόμενη μέρα με βρήκαν πεσμένο
–το φεγγάρι ψηλά σκοτωμένο
κι η νύχτα κρυμμένη σαν πανούργα γριά–
με τα ψοφίμια δίπλα στα ρείθρα
μα εγώ δεν είχα
παρά μια φτωχή, βασανισμένη καρδιά.

Κι όλοι είπαν «αχ, τον καημένο
τα βάσανά του τέλειωσαν πια»,
τον είδαν καμπόσοι, τι να τον είχε στοιχειώσει
και τίναξε τα μυαλά του
έξω απ’ το καπηλειό
με τ’ όνομα «Στην κόλαση βαθιά».

Ω, αλήθεια σας λέω
προσευχηθείτε για μένα
στον καθένα μπορεί να συμβεί
γιατί ό,τι βρέθηκε είναι τέρμα
κι ό,τι χάθηκε, πληγή.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΡΟΔΟΣΤΟΓΛΟΥ

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Απόψε έχει σιωπή


Ο Δεσύλλας είναι παρανοικός
Επιμένει σε χίμαιρες και ουτοπίες
Λέει τρελές σκέψεις κι ασυναρτησίες
Ο Δεσύλλας δεν είναι καλά.
Την αγαπάει ακόμα…

Δεν θα μαλώσουμε ποτέ ξανά
Θα είμαστε για πάντα μαζί μωρό μου


Ο Δεσύλλας προχτές το βράδυ
Έβριζε για ώρες μια γάτα
Γιατί λέει του θύμιζε εκείνη
Άλλες φορές πάλι χάνεται για μέρες
Κι όταν οι λίγοι φίλοι τον ρωτούν
Λέει σκεφτόμουν…

Πάρε με αγκαλιά Ηλία
Συνέχεια με ξεχνάς,με αφήνεις…


Τώρα ήρθε η ώρα,αυτή η ώρα
Που μοιαζε τόσο μακρινή κάποτε
Ήρθε η ώρα να σκοτώσω
Και ό,τι τελευταίο σε θυμίζει.
Μα ξέρεις δεν είναι τα πράγματα
Που πέταξα ένα πρωινό του Μάη.
Είναι αυτό που λένε ψυχή
Είναι αυτό που λένε σώμα.
Και κάποτε ήταν δικά μου.
Τώρα συνέχεια μου μιλάνε για σένα
Σαν φριχτοί δήμιοι που το απολαμβάνουν.
Κι αυτός ο καριόλης ο χρόνος
Δεν γιατρεύει τίποτα τελικά
Κι αν γιατρεύει,στο τέλος αφήνει
Ένα κουφάρι άδειο ζωντανό.
Είναι οι άνθρωποι εκείνοι
Που ‘ναι τα μάτια τους νεκρά
Που περπατούν σκυφτοί στον δρόμο.
Που όλα είναι ίδια κι ανούσια
Ακόμα και τα όνειρά τους τα τυφλά.
Και οι γυναίκες τους,αυτές οι γυναίκες
Που κυκλοφορούν με τις καρδιές των άλλων
Μες στις ακριβές τσάντες τους
Και τα κολλητά φορέματά τους,
Μες στους πολυτελείς κώλους τους
Και τα χρωματιστά εσώρουχά τους.
Οι γυναίκες τους,που με το ίδιο στόμα
Λένε σε αγαπώ και με το ίδιο θηλάζουν,
Αυτές οι γυναίκες δεν δάκρυσαν ποτέ.
Κι αν ποτέ τους ξέφυγε ένα δάκρυ
Αυτές αμέσως το σκούπισαν
Με μυρωδάτο μαντιλάκι.

Πες μου πάλι ένα από τα παραμύθια σου…

Δεν έχει παραμύθι απόψε αγάπη μου.
Απόψε έχει σιωπή.

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

Βγείτε


Φεύγω για λίγο από αυτή την γκρίζα πόλη
Που μονίμως είναι πνιγμένη σε ένα μεγάλο σύννεφο.
Πάω λίγο πιο κάτω,πιο νότια,στο χωριό μου
Σε κείνη την πράσινη θάλασσα που ήταν ήσυχη σαν λάδι.
Σε κείνα τα τελευταία καλοκαίρια σαν παιδί.
Είμαι τυχερός γιατί θεωρώ ότι έζησα καλοκαίρια.
Από τις τελευταίες γενιές παιδιών που έζησαν.
Γιατί τώρα το πρωινό ψάρεμα και το βραδινό κρυφτό
Δώσανε την θέση τους σε μεγάλες οθόνες γεμάτες αίμα και θέαμα.
Πάω σε κείνη την μικρή παραλία με την χρυσή άμμο
Και στα γέλια και τις φωνές των παιδιών που ήμασταν εκεί.
Ποτέ δεν αφήσαμε την γοργόνα να θυμώσει
Και πάντα αφήναμε ένα κομμάτι ψωμί για την γριά με το τσεμπέρι.
Τα μακροβούτια μας είχαν τελικό προορισμό την Ζάκυνθο
Έστω κι αν ποτέ δεν την φτάναμε.Την ονειρευόμασταν όμως.
Χαιρετούσαμε τους ανθρώπους της απέναντι,τα φώτα της
Και στα καράβια μετράγαμε δάχτυλα αποστάσεις πάνω στον ορίζοντα.
Και μόλις κουραζόμασταν από όλα αυτά,τα μικρά,τα ωραία,τα αιώνια,
Ερχόταν εκείνος ο γέρο ψαράς,ο μπάρμπα Γιάννης με ψωμί νερομένο
Με την μισοσκισμένη ψάθα του και την μυρωδιά αλάτι και φύκια,
Και ταΐζαμε τα κεφαλόπουλα στα βραχάκια του Κασιδιάρη.
Τα μεσημέρια κανείς δεν κοιμότανε,απλά περίμενε και φανταζόταν
Ένα απόγευμα στην θάλασσα που ερχόταν και το βραδινό κρυφτό.
Υπήρχαν και εκείνα τα κορίτσια που στοίχειωναν το μυαλό μας
Αλλά ζούσαν σαν μέσα σε παραμύθια και μεις τις σώζαμε
Από τέρατα και δράκους και όλοι ήταν ευτυχισμένοι.
Τα κορίτσια αυτά μετά χαθήκανε σε άλλες μέρες και νύχτες.
Και η μέρα τελείωνε με το κρυφτό,το μεγάλο κρυφτό.
Εκείνη η κόκκινη βάρκα στην άμμο που έβλεπε τα αστέρια
Εκείνο το θαμμένο στην γη καταφύγιο των Γερμανών
Ο απόκρυμνος βράχος της Τρελής…
Μα εγώ προτιμούσα την απλή άμμο της παραλίας
Τυλιγόμουν μέσα σε αυτή σφιχτά και ξεχνιόμουν.
Ο Γαλαξίας εκεί πάνω μού έλεγε για άλλους κόσμους
Και μόνο η κραυγή ΄΄Βγείτε!!’’, με γύρναγε πίσω.
Η πόλη έξω κάνει πως ντύνεται στα Κυριακάτικά της
Μα το ξέρω ότι στην πορεία του χρόνου κάποτε
Όταν ακούστηκε η κραυγή να βγούμε
Κανείς δεν βγήκε από την κρυψώνα του…

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Απόγευμα


Ο πόνος κατά το απόγευμα
Είχε γίνει αφόρητος
Αλλά κατά κάποιο τρόπο
Μου άρεσε γιατί επιτέλους
Ήταν κάπου εντοπισμένος.
Είχα σακατέψει τον καρπό μου
Από κάτι απανωτές μπουνιές
Στον μαύρο σάκο στις 4
Τα ξημερώματα,αποτέλεσμα
Μιας μανίας που με πιάνει ώρες ώρες.
Και μου είχε πει ο Θάνος
Ποτέ χωρίς γάντια.
Ο πόνος είχε γίνει αφόρητος,
Έκανα τσιγάρο και κίνησα
Για το νοσοκομείο.
Στο ταξί,ο οδηγός μού παραπονιότανε
Για τον γιο του που δεν κατάφερε,λέει,
Να περάσει ιατρική.
Στο νοσοκομείο,ο γιατρός μού
Παραπονιότανε που πέρασε ιατρική,
Για τα χαμένα χρόνια του στο διάβασμα,
Για τις εφημερίες του και για τα ψίχουλα
Που έπαιρνε για λεφτά.
Μόνο εκείνος ο μαλάκας ο αστυνόμος
Που είχε πέσει με την μηχανή του
Σε μια κολώνα στην Εγνατία,
Φαινόταν να το διασκεδάζει.
Του είπαν να περπατήσει
Κι αυτός έκανε αστεία χοροπηδώντας
Σαν γελοίος κλόουν μπροστά
Σε ηλίθιο βουβό κοινό.
Το όπλο του,οι χειροπέδες και το γκλόμπ του
Ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά βγάζοντας
Έναν κουδουνιστό ήχο.
Σκέφτηκα τότε από μέσα μου
Δες ο καριόλης πως χαίρεται
Ενώ στους δρόμους βαράει φοιτητές,
Γέρους και κακότυχους περαστικούς.
Και σκέφτηκα,σε αυτή την χώρα όλοι
Παραπονιούνται για κάτι που έχασαν
Ή που ποτέ δεν είχαν.
Αλλά την ίδια ώρα βλέπουν βουβοί
Τον δήμιο τους τον πουλημένο
Να διασκεδάζει μπροστά τους
Με άθλιες φιγούρες.
Ο πόνος είχε φύγει.
Ή μάλλον τον είχα ξεχάσει.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Λίγη τρέλα με θλίψη μαζί


Χτες το βράδυ γυρνώντας
Από ένα μικρό μπαράκι
Συνάντησα στον δρόμο
Τον Γιώργο τον οδοντίατρο
Εκείνο το παιδί απ’την Αθήνα
Που μια μέρα αποφάσισε να κάνει
Σώμα,να γίνει δυνατός κι ωραίος.
Είχε γίνει αγνώριστος,είχε κάνει σώμα
Και με το παραπάνω.
Μα αυτό που με τρόμαξε πιο πολύ
Δεν ήταν τα μπράτσα του
Και οι γροθιές του που ήταν μόνιμα
Σαν ατσάλι σφιγμένες.
Ήταν τα μάτια του.
Η παλιά παιδική λάμψη είχε χαθεί
Και τώρα μια θλιμμένη τρέλα
Φιγουράριζε σαν σπίθα στα γαλανά μάτια του.
Και τότε κατάλαβα ότι ο Γιώργος
Ήταν από κείνους που κόπιασαν για το όνειρο
Κι όταν το άγγιξαν γεμάτοι λαχτάρα
με φρίκη είδαν τα χέρια τους να γεμίζουν σκατά.
Ο Γιώργος είχε πεθάνει από καιρό σε μια μάζα
από μύες,απογοήτευση και οργή.
Λίγο πριν χωρίσουμε στην γωνία
Πριν πούμε εκείνο το ξερό καληνύχτα που
Τονίζει την τραγική ειρωνεία της βραδιάς,
Ο Γιώργος μου είπε ξερά:
Όταν βλέπω ωραία γυναίκα στον δρόμο
Θέλω να την πλακώσω στο ξύλο…

Αν νοσταλγώ


Αν νοσταλγώ δεν είναι εσάς, αγάπες περασμένες,
και τις στιγμές τις ευτυχείς μαζί σας που έχω ζήσει!
- Τα ρόδα σας τα μάρανα στα χέρια μου και τώρα
μέσα στης Μνήμης το παλιό βιβλίο τα 'χω κλείσει.
Μα είναι κάποιες άγνωστες, περαστικές γυναίκες,
που μια στιγμή σταυρώσανε το βλέμμα τους μαζί μου!
- Τέτοιες, που μείναν ο γλυκύς κι ανέφικτός μου πόθος,
ενώ ποιος ξέρει! θ' άλλαζαν για πάντα τη ζωή μου!
Αν νοσταλγώ δεν είναι εσάς, πόλεις όπου έχω ζήσει,
πόλεις που σας εγνώρισα και που σας έχω αφήσει,
μα κείνες, ταξιδεύοντας, που αντίκρισα ένα βράδυ
κι είδα μακριά τα φώτα τους τα άπειρα να χορεύουν
(που ήταν σα να με φώναζαν, που ήταν σα να μου γνεύουν!)
και που το πλοίο προσπέρασε, πλέοντας στο σκοτάδι.

Κ.Ουράνης

Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Γυμνό σώμα


Όταν τελείωσα,ξάπλωσα ιδρωμένος στο πλάι της.Αυτή έβαλε το κεφάλι της στο στήθος μου και με το ένα της χέρι άρχισε να με χαϊδεύει σε όλο μου το σώμα.Έχεις ακόμα όρεξη,σκέφτηκα από μέσα μου..
Μείναμε έτσι για κανα 5λεπτο χωρίς να μιλάμε.Πόσο μου αρέσει όταν οι γκόμενες δεν αρχίζουν τις συζητήσεις μετά το σεξ.Κάνουν να πονάει το κεφάλι μου.Και το πάνω και το κάτω..
Η Τζένη μύριζε υπέροχα.Τα μαλλιά της είχαν αυτή την μυρωδιά φουντουκιού και το στόμα της την υγρή μυρωδιά του σπέρματος.Της χάιδεψα τα μαλλιά και της είπα Μωρό μου μυρίζεις απίστευτα ωραία…Αυτή σήκωσε το κεφάλι της,με κοίταξε χαμογελώντας και με φίλησε.
Μετά από λίγο σύρθηκε με τα σεντόνια προς το κομοδίνο και άνοιξε το μικρό φωτάκι που ήταν εκεί.Στην συνέχεια ακούμπησε το κεφάλι της στο ένα της χέρι για στήριγμα και τράβηξε με το άλλο τελείως τα σεντόνια από πάνω μου.Έμεινα γυμνός να με κοιτάει αυτή η λεπτή ξανθιά γκόμενα.Εγώ δεν έκανα καμιά κίνηση,την άφησα να με επεξεργάζεται.
Με τελείως σοβαρό ύφος έσυρε το χέρι της πάνω σε κάτι βαθιές χαρακιές που είχα στην γάμπα του αριστερού μου ποδιού.
Πως τις έπαθες αυτές??,με ρώτησε..
Ένα καλοκαίρι,πρέπει να τελείωνα το δημοτικό.Παίζαμε κρυφτό και πήγα να πηδήξω έναν συρμάτινο φράχτη αλλά το πόδι μου πιάστηκε στα σύρματα όπως κατέβαινα.,της απάντησα.
Με κοίταξε σοβαρή στα μάτια και δεν αποκρίθηκε.Φάνηκε να το σκέφτεται αυτό που της είπα.Δεν ξέρω για ποιο λόγο.Στην συνέχεια μου είπε
Θέλω να μάθω την ιστορία όλων των σημαδιών πάνω στο σώμα σου…
Χαμογέλασα.Δεν είσαι και η πρώτη,σκέφτηκα.Τι κόλλημα είχαν μερικές γκόμενες με τα σημάδια?
Ό,τι θες μωρό μου,της απάντησα.
Πήγε το χέρι της προς τα πάνω,στην έσω επιφάνεια του δεξιού μου μηρού.Μια μεγάλη πληγή ήταν εκεί.
Αυτό?,με ρώτησε.
Πάλι καλοκαίρι..Μικρός..Είχα πέσει σε κάτι σπασμένα γυαλιά.Πάλι καλά που δεν με κόψανε αλλού..,της είπα χαμογελώντας κάπως θλιμμένα.Το χέρι της ήταν ακόμα αφημένο σε κείνη την περιοχή κοντά στο πέος μου και είχε αρχίσει ήδη να με ερεθίζει η παρουσία του.Αλλά αυτή συνέχισε.
Πήγε το χέρι της στο πηγούνι μου.Μια βαθιά γραμμή ξεχώριζε καθώς άφηνε γυμνό το σαγόνι από τρίχες.
2 ράμματα.Πέσιμο με το ποδήλατο.Η μάνα μου είχε τρελαθεί από τα αίματα.,της είπα χωρίς να περιμένω να με ρωτήσει.
Μετά κοίταξε την μύτη μου που σε ένα σημείο έγερνε ελαφρά.
Ναι…Μου την είχε σπάσει ο κολλητός μου στο γυμνάσιο.Είχαμε πλακωθεί..Εγώ του είχα σπάσει 2 δόντια.
Για ποιο λόγο τσακωθήκατε?Για καμιά γκόμενα?,με ρώτησε.
Ποτέ δεν τσακώνομαι με φίλους για γκόμενα μωρό μου…Του είχα πει κάτι για τους δικούς του που είχανε χωρίσει.Σωστά μου έσπασε την μύτη.
Μετά ξαναμιλήσατε?
Γέλασα.Με τον Αντώνη ήμασταν κολλητοί για πολλά χρόνια ακόμα,μέχρι που έφυγε εξωτερικό,της απάντησα κοιτάζοντας τα όμορφα στητά στήθη της.Ήθελα να τα γλείψω.
Σε λίγο…,μου είπε αυτή καταλαβαίνοντας την ματιά μου και βλέποντας την επίδραση που είχε η θέα της πάνω μου…
Τότε το βλέμμα της έπεσε σε κείνο το σημάδι στο αριστερό μου χέρι,λίγο πιο κάτω από τον αγκώνα.Ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται.Θεέ μου,σκέφτηκα,κάντην να μην με ρωτήσει γ αυτό.
Αυτό τι είναι?,με ρώτησε.
Κάψιμο από τσιγάρο,της απάντησα με λέξεις που ίσα βγήκαν από το στόμα μου.
Καλά πώς το έπαθες?,συνέχισε αυτή.
Σκέφτηκα,οι αναμνήσεις ώρες ώρες γίνονται η αβάσταχτη τιμωρία μας που επιστρέφει ακόμα και στις πιο γλυκές στιγμές και τις χαλάει.Ήθελα να κάνω τσιγάρο.Σηκώθηκα κάπως απότομα και λίγο νευριασμένος και πήγα προς το γραφείο.Πήρα ένα από τα τσιγάρα και το άναψα.Κοίταξα προς τα έξω.Νεκρή φύση ξημερώματα Κυριακής στην Θεσσαλονίκη.
Η Τζένη παραξενεύτηκε με την αλλαγή αυτή στην συμπεριφορά μου.Ανακάθισε στο κρεβάτι και με κοίταξε γεμάτη περιέργεια.
Τι σε πιασε τώρα?Μια απλή ερώτηση ήταν.Αν θες μην απαντάς,μου είπε κάπως νευριασμένα.
Ήταν εκείνο το βράδυ που είχα φερθεί σαν κτήνος σε ένα κορίτσι.Σε ένα κορίτσι που με αγαπούσε.Φέρθηκα σαν βρωμερό κτήνος και σχεδόν την πήρα χωρίς να το θέλει.Ένας γαμημένος βιαστής.Αυτή δεν είπε τίποτα παρά μόνο έκλαιγε σιωπηλά.Όταν συνειδητοποίησα τι είχα κάνει ένιωσα φρίκη και τρομερή αηδία για τον εαυτό μου.Πήρα ένα τσιγάρο και εκεί στο σαλόνι έχωσα την κάφτρα στο χέρι μου χωρίς να βγάλω μιλιά από τον πόνο.Μόνο δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου.Ήθελα να προκαλέσω πόνο στον εαυτό μου όσο πόνο είχα προκαλέσει σε αυτήν.Αλλά δεν πιστεύω να τον έφτασα στο ελάχιστο.Και ήθελα με το σημάδι αυτό να θυμάμαι αυτή την ντροπή,να την θυμάμαι για πάντα για να μην ξεχνάω.Το κορίτσι αυτό με συγχώρεσε,με αγαπούσε.Αλλά εγώ ποτέ δεν συγχώρεσα τον εαυτό μου.Το κορίτσι αργότερα έφυγε,αλλά το σημάδι έμεινε.Δες μοιάζει σαν μια γαμημένη καρδιά.Μάλλον εκείνο το βράδυ,ό,τι είχα για καρδιά έφυγε από το σώμα μου αφήνοντας αυτό το μικρό εντύπωμα..,της είπα και πέταξα το τσιγάρο έξω από το μπαλκόνι.
Έλα εδώ κοντά μου,μου είπε αυτή και μου έπιασε το χέρι.Πλησίασα την κάτω άκρη του κρεβατιού και στάθηκα μπροστά της.Αυτή τότε άρχισε να με χαϊδεύει στο πέος,αργά και απαλά.Ένιωσα πάλι φρίκη για τον εαυτό μου.Μόλις όμως το πήρε στο στόμα της,αυτή η αηδία άρχισε να φεύγει.Μια γλυκιά αίσθηση σαν μελωδία χαρούμενη με τύλιξε.Έπιασα με το ένα μου χέρι τα ξανθά μαλλιά της και τα ανακάτεψα με πάθος.Η γλυκιά μελωδία συνέχιζε καθώς έξω η νύχτα έφευγε και έδινε την θέση της στη αυγή και οι σκουπιδιάρηδες μάζευαν ήδη τα απομεινάρια της προηγούμενης ημέρας….

(στην Τζένη)