Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Ακινησία




Ένας γερο βασιλιάς ασάλευτος
σε σάπιο θρόνο.
Το είδωλο μιας πριγκίπισσας
σε μισό καθρέφτη.
Οι αυλικοί ωραία υπνωτισμένοι
σε κίτρινους τοίχους.

Χρόνος φτηνά ξεχασμένος
στον χώρο.
Σεντόνι προσεχτικά ζαρωμένο
στις μορφές.
Ακινησία αβάσταχτα φριχτή
στην ψυχή.

(αφιερωμένο στον SAILOR)

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Η τελευταία προσευχή



Ένα μικρό παραμύθι για όλους εκείνους τους ΄΄αγγέλους’’ που πεθαίνουν καθημερινά στις διάφορες πόλεις.

1.΄΄Στα μέρη που δεν το περιμένεις βρίσκεις τον Θεό.Τον αντιλαμβάνεσαι σιγά σιγά σαν μια γλυκιά μουσική.Έπειτα από λίγο αυτή η αίσθηση σε έχει συνεπάρει ολόκληρο.Δεν υπάρχει τίποτε άλλο γύρω σου παρά μόνο αυτή η μαγεία μέσα σου.Και όταν τελειώνει η επιρροή της μένεις άναυδος και σιωπηλός για ώρες.
Ήταν εκείνο το βράδυ,πολλά χρόνια πριν,που περπάταγα σ’ένα από τα πιο κακόφημα σοκάκια της όμορφης πόλης.Άνθρωποι παρατημένοι στις γωνιές προσπαθούσαν να κοιμηθούν μέσα στην δυσωδία και την παρακμή.Άνθρωποι ξεχασμένοι από όλους.Μπορεί και απ’τον Θεό.
Το σοκάκι αυτό ήταν αδιέξοδο αρκετά μέτρα μετά τον κεντρικό δρόμο.Ήταν χειμώνας κι έτσι οι βρωμιές είχαν σκεπασθεί από κατάλευκο χιόνι.Προχώρησα προς το τέλος του γιατί άκουσα φωνές,χαμόγελα.Μια μεγάλη φωτιά διακρινόταν στο βάθος και γύρω της αρκετοί άνθρωποι.Όλοι τους με ρούχα ξεφτισμένα και κουρελιασμένα.Όλοι τους άστεγοι.
Εκεί μπροστά στην φωτιά καθόταν ένα κορίτσι με μια κιθάρα και έπαιζε διάφορα τραγούδια.Η μουσική του απλωνόταν ζεστή στον αέρα και γέμιζε χαρά τις καρδιές των γύρω του.Μέσα στην δυστυχία του μέρους αυτού,ένα παιδί έφερνε την ελπίδα και την ξεγνοιασιά.
Και εκεί ανάμεσα στους ήχους της φωνής του και της κιθάρας ένιωσα πάλι την ανάσα του Θεού δίπλα μου.Ακούμπησα στον τοίχο και έμεινα να κοιτάω σιωπηλός αυτό το μικρό θαύμα μπροστά μου.Τα μαύρα μαλλιά της έπαιζαν με την φωτιά παίρνοντας αποχρώσεις χρυσαφένιες.Τα πράσινα μάτια της ζέσταιναν γλυκά την ψυχή μου.Έμεινα εκεί μέχρι τα ξημερώματα,ακόμα και όταν η παρέα είχε διαλυθεί και η μουσική είχε σταματήσει.Από τότε έχει να μου ξαναμιλήσει ο Θεός…
Τα χρόνια πέρασαν πολύ γρήγορα.Πολλές φορές την αναζήτησα εκείνη την κοπέλα,στα πιο απίθανα μέρη.Τίποτα όμως.Έφυγε όπως το χιόνι το επόμενο πρωινό.Για αρκετές νύχτες μετά προσευχόμουν στον Πατέρα αλλά απάντηση δεν έπαιρνα.
Άρχισα να κυκλοφορώ όλο και πιο συχνά στην πόλη αυτή που τάχτηκα.Αόρατος παρατηρητής μέσα στο πλήθος.
Οι άνθρωποι είναι υπερβολικοί σε όλες τις εκφράσεις της ζωής τους.Ακόμα και στην πίστη τους.Πιστεύουν για μας διάφορα.Μας απεικονίζουν με μεγάλα φτερά και μακριά σπαθιά ή με ένα μεγάλο δόρυ.Η πραγματικότητα μας προδίδει όλους όμως.
Είμαστε σαν κι αυτούς μόνο που έχουμε την επιλογή της αιωνιότητας.Γεννιόμαστε σαν φως και ταζόμαστε σ’ένα μέρος.Κυκλοφορούμε ανάμεσά τους αόρατοι.Ψάχνουμε και μεις την αλήθεια,τον Θεό.Όταν νιώσουμε ότι τα βρήκαμε αυτά,τότε ξέρουμε ότι πρέπει να φύγουμε από δω.Πάλι σαν φως.Μια αμφιβολία μπορεί να μας καταδικάσει στην αιωνιότητα.
Η μοναξιά όμως και ο πόνος απ’αυτά που βλέπουμε μας σκοτώνει αργά και μεθοδικά.Χωρίς να το καταλάβουμε περνάν οι αιώνες και νιώθουμε ότι τίποτα δεν αλλάζει.Νιώθουμε κενοί.Αρκετοί δεν αντέχουν και πεθαίνουν άδειοι.
Ατέλειωτα βράδια ψάχνω να βρω την αλήθεια.Την μέρα έχει φασαρία και ο κόσμος είναι βιαστικός κρύβοντας τους ήχους της φύσης γύρω του.Τα βράδια όμως είναι πιο καλά.Η πόλη ηρεμεί και βγαίνουν σιγά σιγά στην επιφάνεια πράγματα περίεργα και μαγικά.Οι πιθανότητες είναι μαζί σου.
Έψαξα πολύ σ αυτήν την πόλη να βρω ένα μέρος ιδανικό για την προσευχή μου.Έχει πολλές όμορφες εκκλησίες,οίκους του Θεού.Αλλά όλες με τρόμαζαν,είχαν κάτι που δεν μ’άρεσε σ’αυτές.Σ άλλες ένιωσα φόβο,σ’άλλες φθόνο,μίσος και υποκρισία.Που ζει ο Θεός?
Μονάχα σε μια παλιά ερειπωμένη εκκλησίτσα ένιωσα γαλήνη και αγάπη.Δίπλα της έγερνε και ακουμπούσε στην σκεπή σαν γλυκιά ερωμένη μια γέρικη βελανιδιά.Από τότε προσεύχομαι εκεί κάθε νύχτα.
Λίγες μέρες μετά,καθώς έφευγα από το εκκλησάκι αυτό,ένας μαυροφορεμένος γέροντας με σταμάτησε με την φωνή του.
΄΄Σου μίλησε απόψε τέκνο μου?’’,με ρώτησε μέσα στο σκοτάδι.
Παραξενεύτηκα που με είδε γιατί κανονικά δεν έπρεπε.Τον πλησίασα βγαίνοντας στην πόρτα.Ήταν ένας ψηλός γέροντας αρκετά αδύνατος και με άσπρα μακριά γένια.Φόραγε ρούχα ιερέαΚοίταξα τα μάτια του.Δεν με κοιτούσαν.Ήταν τελείως άσπρα.Ένιωσα έκπληξη και δέος.Ήταν τυφλός.
΄Λοιπόν σου μίλησε?’,συνέχισε ο γέροντας.
‘Όχι.’,απάντησα.
‘Πόσο καιρό προσπαθείς τέκνο μου?’,με πλησίασε κι άλλο και το φως του φεγγαριού έπεσε στα μάτια του.Ένιωθα λες και ο ιερέας αυτός διάβαζε την ψυχή μου.
‘Αρκετά χρόνια τώρα..αιώνα σχεδόν’,απάντησα και κρύφτηκα στην σκιά της βελανιδιάς.
‘Οι άνθρωποι σας φαντάζονται σαν φτερωτά πλάσματα,γεμάτα φως και δύναμη.Νομίζουν ότι είστε πιο κοντά στον Θεό απ’αυτούς.Αλλά δεν είναι έτσι παιδί μου.Είστε και σεις δυστυχισμένα πλάσματα.’
Έσκυψε προς το έδαφος και πήρε μια στρογγυλή πέτρα.Άρχισε να την χαιδεύει βγάζοντας ένα απαλό και ψιθυριστό ήχο.Μετά την πέταξε προς το μισοσπασμένο παράθυρο της εκκλησίας.Ένας τρομαχτικός θόρυβος ακούστηκε από γυαλιά που έσπαζαν σε κομμάτια.
‘Ο Θεός είναι παντού.Ακόμα και σ αυτή την μικρή πέτρα.Στο χέρι σου είναι πως θα Τον πλησιάσεις.Πως θα Τον κάνεις να σου μιλήσει.Η επιλογή είναι δική σου.Απ’αυτήν εξαρτάται και η απάντηση που θα πάρεις…’
Το βλέμμα μου ήταν πάνω στην πέτρα.Είναι απίστευτοι αυτοί οι άνθρωποι.Και μεις που τους θεωρούμε συχνά αδύναμους και αφελείς.Πλησίασα τον γέροντα πολύ κοντά.Τον κοίταξα πρόσωπο με πρόσωπο.
΄Πώς με είδες?’,τον ρώτησα.
‘Είμαι τυφλός όσο κι εσύ.Μόνο που εγώ είμαι τυφλός σ’έναν κόσμο.Καληνύχτα σου τέκνον μου…Ο Θεός μαζί σου.’,μου είπε και τράβηξε για το μονοπάτι που οδηγούσε στην παραλία.

2.Αυτή η πόλη αδειάζει από αγγέλους.Κάτι τους οδηγεί στην φυγή.Κάτι τους σκοτώνει.Μπορώ να σκεφτώ πολλά αλλά δεν θέλω.Το μόνο που μου αρκεί είναι η θέα πεθαμένων αγγέλων στους δρόμους της πόλης,στα πάρκα της,στις μεγάλες πλατείες της.Το μέλλον μου συνεχώς μπροστά μου.Και ένας Θεός που λείπει.
Είναι περίεργοι αυτοί οι άνθρωποι.Συχνά σκέφτομαι ότι ο Πατέρας τούς έκανε πιο δυνατούς από μας.Πιο ανθεκτικούς στην δυστυχία.Οι πιο πολλοί βλέπουν γύρω τους τον πόνο και ωστόσο φαίνονται αδιάφοροι.Συνεχίζουν το περπάτημά τους στον δρόμο,συνεχίζουν να μιλάνε στα τηλέφωνά τους,να τρώνε το φαγητό τους ή να πίνουν τον καφέ τους.
Η ζωή τους είναι μικρή αλλά δεν αγχώνονται να βρουν το πραγματικό νόημα της,την αλήθεια.Γεννιούνται,μεγαλώνουν και πεθαίνουν με μάτια κλειστά.Τα ανοίγουν μόνο μπροστά στις υλικές χαρές και μετά πέφτουν σε έναν μακάριο ύπνο.Μήπως αυτή είναι η ουσία της ύπαρξης?
Λίγοι που ψάχνουν το κάτι παραπάνω είναι και οι πιο δυστυχισμένοι.Η αδικία της γνώσης.Ο δρόμος για τον Θεό είναι δύσκολος και γεμάτος στεναχώρια.Και πολλές φορές δεν τον βρίσκεις και καθόλου.
Αλλά βρίσκουν εμάς δίπλα τους.Είμαστε εκεί σαν αέρας να τους πάρουμε το δάκρυ,σαν βροχή να δροσίσουμε τον πόνο τους.Στις προσευχές τους τις αληθινές στεκόμαστε και μεις σιωπηλοί συμπαραστάτες.
Άκουσα να λένε για τον έρωτα και την αγάπη.Βρήκα την αγάπη παντού σ’αυτήν την πόλη.Στο απλό φιλί ενός ζευγαριού μέχρι το παθιασμένο σμίξιμο ενός άλλου.Στα μάτια μιας μάνας για το παιδί της μέχρι το χάδι δύο τελείως αγνώστων μεταξύ τους.Αλλά συνήθως οι άνθρωποι τα καταδικάζουν μετά όλα αυτά μέσα στην συνήθεια της καθημερινότητας.Και στην έννοια μιας λογικής που δεν καταλαβαίνω.
Η αναζήτησή μου δεν ξέρω τι τέλος θα έχει.Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να δω με τα μάτια εκείνου του γέροντα ποτέ.Αυτό που ξέρω είναι ότι όταν αποφασίσω να φύγω,θα πάω σ’εκείνο το ξεχασμένο σοκάκι που έπαιζε κιθάρα το κορίτσι.Θα μείνω εκεί όλο το βράδυ φέρνοντας στο μυαλό μου εκείνη την μουσική μέσα μου .Και όταν ξημερώνει,θα γονατίσω,θα πω την τελευταία μου προσευχή και θα φύγω…’’



Αφιερωμένο…

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Στην Ποίηση


Μουσική η πορεία της πένας
Στο χαρτί.
Αφηγούνται ψιθυριστά οι λέξεις
Ιστορίες ψυχής.
Διστάζει το χέρι με την καρδιά
Να πορευτεί.

Όλος ο κόσμος τώρα η φωνή
Μέσα σου.
Ελπίδες,όνειρα και εφιάλτες
Μπροστά σου.
Δύναμη πάνω στην γη ικανή
Για όλα.

Ύμνος χαραγμένος στην Ποίηση
Που αγάπησες.
Ντύνεις στους στίχους την ζωή
Δικιά σου.
Βήματα δειλά δρόμου ατελείωτου
Στην αλήθεια.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Έμεινε η ζάλη



Μην κάνεις πως φεύγεις μικρέ.
Δεν έχεις πληρώσει για κανέναν.
Στο τραπέζι το ποτήρι σου γεμάτο.
Και έχεις τρία τσιγάρα ακόμα…

Μην κάνεις πως φεύγεις μικρέ.
Η παρέα σου τώρα μαζεύτηκε.
Το τραγούδι σου άρχισε να παίζει.
Και η αηδία μένει στο πρόσωπο ακόμα…

Μην κάνεις πως φεύγεις μικρέ.
Αστέρια ξερνάν τα θολά μάτια σου.
Η ζάλη της ζωής σου μένει στο ποτό.
Και στα ζάρια έχασες το στοίχημα…

Ηττημένοι II


Φλόγα κεριού που αλλάζει μορφές
Mια μάγισσα Κίρκη ανακατεύει τα μαλλιά
Και στο βάθος μια θάλασσα που δεν ξεχνά.

Στις παραλίες ανάψαν πάλι οι φωτιές
Χαραγμένο στα βράχια το αιώνιο αίνιγμα
Δύναμη που έχασα σε μια δόση περηφάνιας.

Χιλιάδες ίπποι διασχίζουν αέρας την πλαγιά
Εκείνος ο σκοτεινός ιππότης παραπατάει
Η παράνοια φωτίζει τους τοίχους της σπηλιάς.

Και στο βάθος μια θάλασσα που δεν ξεχνά...

Τυφλή Πορεία


Σειρές τυφλών
πίσω από μονόφθαλμους οδηγούς.
Ένα χέρι στην πλάτη
το άλλο σφιχτό σε ατσάλινη γροθιά.
Προσευχή στο σκοτάδι
σιωπηλή κατάρα μέρας που χάθηκε.

Σαν πέσει ο πρώτος
τάφος τα άγνωστα βουνά για μας.
Πόνος βουβός πια
αχώριστη ερωμένη στις νύχτες μας.
Το χάδι άγνωστου ήλιου
κραυγή οργής σε μια τυφλή πορεία.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Μόρα


Μέρα που αρχίζει
με μια Μόρα πάνω σου.
Ανοίγεις τα μάτια
και της χαμογελάς θλιμμένα.
Σε φιλάει απαλά
στο ιδρωμένο μέτωπό σου.

Οι εφιάλτες χάνονται
σε μια κούπα σκέτου καφέ.
Ένα στρογγυλό ρολόι
κλαίει στο βάθος μελαγχολικά.
Σφίγγεις την ζωή σου
σε διπλό κόμπο γραβάτας.

Μέρες που αρχίζουν
με μια Μόρα πάνω τους….

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Απώλεια



Στα κρυφά μονοπάτια βρίσκαμε
Την ψυχή μας…
Σε σειρές από αγκάθια και σύρματα
Ξαπλωμένη…
Δίσταζε το φως του ήλιου να κατέβει
Εκεί χαμηλά…

Σε λίμνες μυστικές βρίσκαμε
Την ψυχή μας…
Κάτω από γαλάζια νερά και κύματα
Να κολυμπάει…
Το φως ενός θλιμμένου φεγγαριού
Έπαιζε στα μάτια της…

Στις μεγάλες πόλεις των ανθρώπων
Χάσαμε την ψυχή μας…
Μόνο το φως του κόκκινου φαναριού
Τρεμοπαίζει λυπημένο…