Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Έρωτας και Ψυχή





Αυτό είναι ένα ξεχασμένο παραμύθι που ακούγεται μόνο στα χείλη των ερωτευμένων.Το λένε ψιθυριστά και με φόβο και σχεδόν πάντα μετανιώνουν αργότερα.Αυτό είναι ένα παραμύθι…


΄΄Με λένε Έρωτα και ζω μέσα στους αιώνες.Κυκλοφορώ σαν σκιά ανάμεσα στους ανθρώπους.Κάπου κάπου στέκομαι μπροστά σε κάποιον και τον κοιτώ στα μάτια χωρίς αυτός να με βλέπει.Έπειτα φυσάω απαλά προς το πρόσωπό του κάνοντας τα βλέφαρά του να τρεμοπαίξουν.Και του αλλάζω την ζωή…Άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.
Οι άνθρωποι τελευταία φοβούνται.Φοβούνται να ανοίξουν τα μάτια τους.Τα κρατάνε πεισματικά σφαλισμένα.Έτσι συνήθως η πνοή μου χάνεται.Όταν πια αποφασίσουν να τα ανοίξουν είναι αργά.
Πριν χιλιάδες χρόνια κάποιος φύσηξε και προς τα μένα.Είχα τα μάτια μου ανοιχτά και ερωτεύτηκα.Όσο ισχυρός και αν νομίζεις ότι είσαι πάντα κάτι θα σπάει μέσα σου και θα λυγίζεις.Κανένας δεν ελέγχει αυτό το παιχνίδι.
Θυμάμαι το χαμόγελό της δίπλα σε χρυσές αμμουδιές και κάτω από ασημένια φεγγάρια.Θυμάμαι τα δάκρυά της μέσα στην σιωπή της νύχτας.Τότε που τα έπαιρνα στα χέρια μου και τα έκανα αστέρια στον ουρανό.Είχα ερωτευθεί την Ψυχή.
Η θλίψη της για την μονοτονία της ζωής της μού ράγιζε την καρδιά.Προσπαθούσα να την κάνω να χαμογελάει.Ο κόσμος γύρω μας καιγόταν αλλά εμείς ζούσαμε στο δικό μας μυστικό παράδεισο.Τα βράδια έμενα ξάγρυπνος να διώχνω τις σκιές που ολοένα και πλησίαζαν.Δύναμή μου η αναπνοή της πάνω στο στήθος μου και το χέρι της στην καρδιά μου.Και ήταν όλα όμορφα.
Μα ο κόσμος αλλάζει και αλλάζουμε και μεις μαζί του.Ένα πρωινό είδα τα μάτια της και πάγωσα.Οι σκιές είχαν μπει μέσα τους.Το πράσινο των ματιών της είχε γίνει ένα σκληρό μαύρο.Σ εκείνο το μικρό δρομάκι μου είπε ‘φεύγω’ και με άφησε μόνο μου μέσα σε κόκκινη βροχή.Η Ψυχή βαρέθηκε την ευτυχία και ήθελε να γνωρίσει και άλλα.Την έβλεπα να χάνεται μέσα στην ομίχλη που καλύπτει αυτόν τον κόσμο.
Γύρναγα σαν χαμένος για καιρό προσπαθώντας να την βρω.Με τους αιώνες έχασα το κουράγιο.Τα έβαλα με τον εαυτό μου.Τα μάτια μου έφταιγαν που δεν ήταν κλειστά όταν έπρεπε.Δεν ήθελα να μου συμβεί ξανά αυτό.
Κάτω από εκείνο το ασημένιο φεγγάρι που λέγαμε σ’αγαπώ έβγαλα μια νυχτιά τα μάτια.Τα έθαψα στο χώμα και φύτρωσε γιασεμί.Από τότε γυρνάω τυφλός,ήσυχος πια πως δεν θα την ξαναδώ.
Με λένε Έρωτα και ζω μέσα στους αιώνες.Είμαι τυφλός και ψάχνω την Ψυχή που έχασα…’’


Τέλος

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

Έκτορας




Δεν μπορούσα να δω καθαρά την μορφή της πάνω στα τείχη.Ίσως έφταιγε η αφόρητη ζέστη,ίσως το τραύμα στον ώμο.Μπορεί πάλι να έφταιγαν οι φωνές του Αχιλλέα που με καλούσαν να σηκωθώ να συνεχίσω.
Ένιωθα την πανοπλία μου ασήκωτη,πρώτη φορά από τότε που την φόραγα σαν παιδί.Δεν είχα αντοχές να κρατάω την ασπίδα μου πια γ’αυτό την άφησα να πέσει κάτω.Ο Αχιλλέας φάνηκε να σαστίζει.Το χρυσό κράνος του με τύφλωνε.Δεν μπορούσα να την δω στα τείχη…
Έμενα εκεί γονατιστός μπροστά στα γεμάτα από κόσμο τείχη.Όλοι θα βλέπανε τον θάνατο του πρίγκιπα τους.Κάπου ακούστηκε κάτι σαν μοιρολόγι.Η μάνα μου θρηνούσε από τώρα.
Τι ωραία μέρα που είχε.Αγαπημένη μου θυμάσαι τις βόλτες μας στα καταπράσινα λιβάδια…Το πρώτο μας φιλί.Το πρώτο μας σμίξιμο.Και μετά γυμνοί που κολυμπάγαμε στην θάλασσα.
Άφησα να πέσει και το σπασμένο σπαθί μου.Πάλι ακούστηκε εκείνο το μοιρολόγι.Γύρισα προς τα τείχη.Ο πατέρας κοίταζε ανέκφραστος τον Αχιλλέα.Δίπλα του ο Πάρις έκρυβε το πρόσωπό του.Η Ελένη ακούμπαγε στον ώμο του χαϊδεύοντας τα ξανθά μαλλιά του.Και πιο πέρα η αγαπημένη μου με κοίταζε βουβά.
Ο Αχιλλέας μούγκρισε και ήρθε αργά προς το μέρος μου μέσα σε σύννεφο κόκκινης σκόνης.Σήκωσα το κεφάλι μου προς τον ουρανό.Συγχώραμε αγάπη μου…
Ένιωσα την κρύα λεπίδα βαθιά μέσα στην καρδιά μου.Σιγά σιγά ο ουρανός μου έγινε κόκκινος και ένιωσα τις σκιές να με περιτριγυρίζουν.Έκλεισα τα μάτια.
Πάνω στα τείχη ακούστηκε ένα φοβερό ουρλιαχτό.Θα ξαναβρεθούμε αγαπημένη μου…

Τέλος

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Οι 3 φίλοι



Ο ένας παρήγγειλε Jameson,ο άλλος bloody mary και εγώ τεκίλα.Θα νόμιζε κανείς ότι είμαστε τίποτα καλοί φίλοι από τα παλιά.Αλλά η αλήθεια είναι ότι ξέραμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον χρόνια τώρα,μπορεί και αιώνες.Είχαμε μάθει τις βρώμικες συνήθειές μας.
Ο πρώτος την εποχή που βαριόταν έφτιαξε τον κόσμο,ο δεύτερος επειδή πέρναγε καλά έκανε την κόλαση.Και εγώ έγραφα πρόστυχα κείμενα γιατί ο κόσμος μου ήταν κόλαση.
Το μπαράκι λεγόταν ΄΄Οι 3 φίλοι’’ και ήταν χωμένο σε ένα από τα βρώμικα σοκάκια της πόλης.Αυτός ο διάολος είχε πάντα έξυπνο χιούμορ.Τώρα όμως βλαστημούσε άγρια γιατί το μαύρο δερμάτινο παλτό του είχε λερωθεί κάπου στον δρόμο.Ο Θεός τον κοίταγε λυπημένος κουνώντας το κεφάλι του και φτιάχνοντας την κομψή γραβάτα του.Εγώ κοίταγα τα βυζιά της γκαρσόνας καθώς μας έφερνε τα ποτά.
΄΄Πότε θα σταματήσεις να με βρίζεις?’’,είπε ο Μεγάλος στον Διάολο.
΄΄Όταν σταματήσεις να κάνεις ηλίθιες ερωτήσεις’’απάντησε αυτός.
΄΄Πότε σου έκανα ηλίθιες ερωτήσεις?’’
΄΄Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα.΄Γιατί φεύγεις ?’ μου είχες πει τότε που την έκανα από τον κήπο σου.Ειλικρινά πόσο ηλίθιος μπορεί να είσαι για να με ρωτήσεις κάτι τέτοιο.’’
΄΄Δεν καταλαβαίνω’’
΄΄Η υπακοή,η πλήξη και η μονοτονία δεν σου φτάνουν?’’
΄΄Δες πως είσαι τώρα όμως.Ένα ρεμάλι.’’
Δεν άντεχα άλλο να τους ακούω να τσακώνονται.Το κεφάλι μου πόναγε.
΄΄Σκάστε και οι δυο σας.Πιείτε από τα ποτά σας για να ηρεμήσετε’’,τους είπα αγριεμένα.
Ο διάολος το ήπιε με την μία ενώ ο άλλος ήπιε μια μικρή γουλιά.
΄΄Δεν θέλω να μεθύσω απόψε.Έχω τόσες δουλειές να κάνω.Τόσα να σκεφτώ’’,είπε ο Θεός.
΄΄Πίστεψε με αν ήμουν στην θέση σου θα μεθούσα κάθε βράδυ.Τα έχεις κάνει σκατά’’,μίλησε ο μικρός.
Ο Θεός δεν αποκρίθηκε παρά κοίταξε την ξανθιά γκαρσόνα με το πλούσιο μπούστο που καθόταν στην μπάρα και κάπνιζε.
΄΄Ωραία βυζιά.Σαν της Μαγδαληνής.’’,πέταξε το σχόλιο ο διάολος χτυπώντας φιλικά τον άλλον στην πλάτη.
΄΄Βασικά κοίταζα το σταυρουδάκι που φοράει στον λαιμό της’’,απάντησε ο Θεός.
Την ήξερα την Τζούλια.Μια τριαντάρα χωρισμένη ήταν με ένα παιδί στην πλάτη.Έκανε διάφορες δουλειές για να τα βγάλει πέρα και να μεγαλώσει τον μικρό Τόμμυ.Πριν λίγους μήνες έμαθε ότι ο γιος της έχει μια σπάνια αρρώστια και θέλει επειγόντως θεραπεία.Αλλά τα λεφτά ήταν πολλά.Από τότε ψάχνει μήπως και βρει κάτι καλό.Από τότε φόρεσε και το ασημένιο σταυρουδάκι.
΄΄Ο μικρός θα πεθάνει Τσαρλς’’,μου είπε ο διάολος.
Κοίταξα τον Μεγάλο.Εκείνος αρκέστηκε στο να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του.Τι απίστευτα καθάρματα ήταν αυτοί οι δύο.Στα μεθύσια τους πέθαιναν άνθρωποι και ούτε που νοιάζονταν.Θυμάμαι τον Μεγάλο κάποτε να μου λέει ότι τώρα τελευταία όλο και πιο πολύ κοιμάται.Και είχε συμπληρώσει ο διάολος την λέξη ‘ήσυχος’.Ήθελα να φύγω από κει.
΄΄Τόσο πολύ σε νευριάζει η παρέα μας?Άλλοι θα σκότωναν για να είναι εδώ μαζί μας.’’,μου έιπε ειρωνικά ο διάολος.Ο Θεός γέλασε.
΄΄Απλά με κουράζετε.’’,σηκώθηκα κάνοντας νόημα στην Τζούλια να πλησιάσει.
΄΄Κράτησε και τα τρία’’,της είπα.
΄΄Τι καλός…’’,είπε το ρεμάλι.
΄΄Καληνύχτα Τσαρλς’’,είπε ο Θεός.
Τους χαιρέτησα γνέφοντάς τους.
΄΄Είσαι για άλλον ένα γύρο ακόμα?’’,άκουσα τον διάολο να λέει στον Θεό καθώς έφευγα.
Στην μπάρα η Τζούλια χάιδευε το σταυρουδάκι της…


Τέλος.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Σκιές



1.
΄΄Ονομάζομαι Ιγνάτιο Τέρρες και κατάγομαι από την Viana Do Castelo,περιφέρεια βόρεια της Λισαβόνας.Δουλεύω σαν δεύτερος στο πλοίο τύπου καραβέλα ‘Άγιος Μάρκος’,που ναυπηγήθηκε στο λιμάνι του Πόρτο το σωτήριο έτος 1498 μετά την γέννηση του Κυρίου.
Το ‘Άγιος Μάρκος’ μεταφέρει μπαχαρικά από τα λιμάνια της ανατολής στην Ισπανία και την Πορτογαλία.Είμαι στις υπηρεσίες του εδώ και 2 χρόνια,από το πρώτο του ταξίδι.Ή μάλλον ήμουνα…
Πλέαμε νοτιοανατολικά της Κρήτης σε αρκετά κοντινή απόσταση απ’αυτήν.Προορισμός μας η Βαρκελώνη.Ο άνεμος ήταν ευνοϊκός και η θάλασσα ήρεμη.Ήταν μια ωραία βραδιά όπου θα μπορούσε κανείς από την γέφυρα να θαυμάσει τον έναστρο ουρανό.Είναι πολύ περίεργο πως εξελίχτηκαν τα πράγματα μετά.
Πρέπει να ήταν γύρω στην μέση της νύχτας όταν με ξύπνησαν φωνές.Το καράβι έγερνε προς τα δεξιά και όλη η καμπίνα μου είχε γίνει άνω κάτω.Νερά έμπαιναν από παντού.Ντύθηκα βιαστικά και ανέβηκα στο κύριο κατάστρωμα.Αυτό που αντίκρισα πάγωσε τα αίμα μου.
Μεγάλα και άγρια κύματα χτυπούσαν το πλοίο παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά τους.Τα πανιά είχαν σχεδόν όλα κομματιαστεί.Κοίταξα προς το τιμόνι αλλά έντρομος είδα πως δεν ήταν κανείς.Ο τρόμος μου μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ όταν κατάλαβα πως δεν υπήρχε κανείς πάνω στο κατάστρωμα.
Άρχισα αμέσως να φωνάζω τα ονόματα των συντρόφων μου αλλά δεν έπαιρνα καμιά απάντηση.Πρέπει να τους είχε πάρει μαζί της όλου η θάλασσα.Αλλά και πάλι ήταν δυνατόν να τους πήρε όλους?Στην ταραχή εκείνων των στιγμών δεν σκέφτηκα τις φωνές που με είχαν ξυπνήσει και την προέλευσή τους.Τώρα που τα γράφω αυτά απλά προσθέτω αυτό το περιστατικό στα ανεξήγητα που μου έτυχαν από τότε.
Το να πάω πάλι στο αμπάρι και να ψάξω για τους άλλους ήταν καθαρή αυτοκτονία.Το πλοίο έγερνε επικίνδυνα πια και γέμιζε νερό από όλες τις μεριές.Τα κύματα και η βροχή που έπεφτε δυσκόλευαν τις κινήσεις μου.Το νερό με έπαιρνε και με έριχνε πάνω σε διάφορα κουτιά.Αίμα έτρεχε από το μέτωπό μου και είχα πολλές πληγές σ όλο το σώμα.
Προσπάθησα να κινηθώ προς το τιμόνι μήπως και σταθεροποιήσω την τρελή πορεία του πλοίου.Αλλά ένα μεγάλο μεταλλικό κιβώτιο έπεσε με δύναμη πάνω στο πηδάλιο σπάζοντας το.Θυμάμαι την απελπισία που με κυρίευσε τότε και άρχισα να ουρλιάζω από θυμό προς τα κύματα.Αμέσως μετά,μια αναταραχή της καραβέλας με έριξε πάλι κάτω χάνοντας τις αισθήσεις μου.
Άνοιξα τα μάτια μου νιώθοντας μια αίσθηση υγρής ασφυξίας να με πνίγει.Ήμουν στην θάλασσα και τα κύματα προσπαθούσαν ανελέητα να με βυθίσουν στο μαύρο.Το Άγιος Μάρκος δεν φαινόταν πουθενά.Μονάχα κάτι μπαούλα μαζί με κάτι σανίδες επέπλεαν εδώ και κει.Άρπαξα ένα μπαούλο και γαντζώθηκα πεισματικά από αυτό.Όλη μου η ζωή είχε γαντζωθεί από αυτό.
Ήμουν για ώρες έτσι αφημένος στην μανία της θάλασσας.Παρακαλούσα τουλάχιστον να ξημερώσει αλλά το σκοτάδι δεν έλεγε να φύγει.Κοίταξα προς τον ουρανό κάνοντας μια μικρή προσευχή.Δεν ήμουν έτοιμος να πεθάνω ακόμα.
Τα αστέρια δεν φαίνονταν καθόλου και το κεφάλι μου πόναγε και βούιζε.Ένιωσα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν σιγά σιγά τελείως.Και εκεί στην μέση του πουθενά έκλεισα τα μάτια μου και αποκοιμήθηκα με την σκέψη του θανάτου να με καληνυχτίζει.


2.
Στον ανήσυχο ύπνο που έκανα είδα τρομερούς εφιάλτες.Η κόλαση του Δάντη με τα διάφορα επίπεδά της με περίμενε.Δαίμονες και φωτιές με βασανίζανε.Είδα το σώμα μου να το κατασπαράζουν τα θηρία των θαλασσών και πολλά άλλα τέτοια φρικιαστικά.
Λίγο πριν ξυπνήσω όμως είδα κάτι που γαλήνεψε την ψυχή μου και με γέμισε με όμορφες σκέψεις.Είδα την Μαριότα σε καταπράσινο λιβάδι να σκύβει πάνω μου και να με φιλά γλυκά.Την έσφιγγα στην αγκαλιά μου και μύριζα το άρωμα των μαλλιών της.Και όλα ήταν τόσο ωραία.Μα ξαφνικά ένα αεράκι άρχισε να φυσά και σαν σκόνη διαλύθηκε η μορφή της αγαπημένης μου.Άρχισα να ουρλιάζω πάλι και να κλαίω.
Ξύπνησα μέσα σε λυγμούς και γύρισα στην σκληρή πραγματικότητα.Ήμουν ακόμα γαντζωμένος πάνω στο κιβώτιο.Όμως τα πράγματα γύρω μου είχαν ηρεμήσει.Και ήταν τόσο διαφορετικά…
Επέπλεα πάνω σε κάτι που θύμιζε ποτάμι καθώς αριστερά και δεξιά μου διέκρινα όχθες.Σχεδόν αμέσως μπροστά στις όχθες ξεκίναγε δάσος με δέντρα ψηλά και με πλατιά φυλλώματα.Παραξενεύτηκα που δεν είχε ακόμη ξημερώσει.Όλα έμοιαζαν τόσο σκοτεινά.
Πουθενά δεν ακουγόταν ήχος ή έστω η ύπαρξη κάποιας κίνησης και ζωής.Πρέπει να είχα ξεβραστεί στην Κρήτη σε κάποιο απόμερο μέρος της ή σε κανένα νησάκι της εκεί κοντά.Τουλάχιστον είχα σωθεί.
Άφησα το μπαούλο σωτηρίας μου και κολύμπησα προς την όχθη.Με το που πάτησα γη ξάπλωσα στην άμμο και έμεινα έτσι για κάμποση ώρα.Ο ουρανός φωτιζόταν από ένα πράσινο κάπως φως,η προέλευση του οποίου μού ήταν άγνωστη.Δεν έβλεπα ούτε φεγγάρι ούτε αστέρια.Και αυτή η ησυχία που επικρατούσε με τάραζε.
Με βρεγμένα ρούχα και με το αίμα να τρέχει από το μέτωπό μου,ξεκίνησα για το εσωτερικό αυτής της γης.Έψαξα στον λαιμό να βρω εκείνον τον χρυσό σταυρό που μου είχε χαρίσει η Μαριότα παλιά αλλά έλειπε.Κακό σημάδι.
Μετά από περπάτημα καμιάς ώρας έφτασα σε ένα ξέφωτο.Διέκρινα σπίτια που σχημάτιζαν μια κυκλική περίμετρο και στο κέντρο βρισκόταν ένας ναός.Όλα φωτίζονταν από αυτό το πράσινο φως παίρνοντας μια γκρίζα απόχρωση.Δεν φαινόταν ίχνος ζωής.Ο ναός αυτός έμοιαζε με αρχαίο ελληνικό κτίριο και είχε μια στοά με κίονες που οδηγούσε προς αυτόν.Ακόμα και τα σπίτια δείχναν να είναι άλλης εποχής,μακρινής…
Φώναξα αλλά δεν πήρα απάντηση.Που μπορεί να ήταν οι κάτοικοι αυτού του μέρους?Που βρίσκομαι?Και γιατί δεν είχε ακόμα ξημερώσει?Έκανα ασυναίσθητα το σταυρό μου.
Προχώρησα προς τον ναό.Καθώς περπάταγα στην στοά ένιωσα την παρουσία σκιών να με περιτριγυρίζουν.Σκιές ανθρώπων πέρναγαν μέσα από τους κίονεςΤο μυαλό μου μού έπαιζε περίεργα παιχνίδια από το χτύπημα,σκέφτηκα.
Το εσωτερικό του ναού ήταν και αυτό κυκλικό.Στην μέση του χώρου υπήρχε ένα άγαλμα ενός αγγέλου που κρατούσε ένα μεγάλο ξίφος.Ήταν γονατιστός στο ένα του πόδι και στήριζε το κεφάλι του στην λαβή του σπαθιού.Σαν να ήταν αποκαμωμένος και ξεκουραζόταν πάνω στο όπλο του.Το άγαλμα ήταν πελώριο και έφτανε άνετα τα 3 μέτρα.Πάνω από αυτό ήταν ο θόλος του ναού που όμως δε μπόρεσα να δω μέχρι που φτάνει.Δεν υπήρχε τίποτα άλλο στο εσωτερικό του ναού.
Βγαίνοντας πάλι από την στοά η παρουσία των σκιών έγινε εντονότερη.Διαπερνάγαν το σώμα μου αυτές οι σκοτεινές μορφές κάνοντάς με να ανατριχιάζω.Τρομαγμένος έτρεξα προς το ξέφωτο.Και τότε είδα απογοητευμένος τον τόπο να έχει γεμίσει από σκιές.Ήταν μορφές ανθρώπων αλλά δεν φαίνονταν τα πρόσωπά τους καθαρά.Περπατάγαν σιγά σαν υπνωτισμένοι κάνοντας κύκλους.Ούρλιαξα το όνομά μου μήπως και με προσέξουν αλλά καμία αντίδραση.Δεν υπήρχα γ’αυτούς.
Κάθισα στην ρίζα ενός δέντρου εξαντλημένος και άρχισα να κλαίω για ώρες.Η μοίρα μού είχε παίξει κάποιο περίεργο και τρομερό παιχνίδι.Δεν ήμουν σίγουρος πια σε ποιο μέρος είχα ναυαγήσει.Δεν ήμουν σίγουρος αν ήμουν ζωντανός ή νεκρός.Για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι ήμουν μόνος μου…
Δεν ξέρω πόσες μέρες είμαι εδώ.Ούτε ποια θα είναι η κατάληξη.Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει σε μια ατέλειωτη νύχτα.Προσπαθώ να κοιμηθώ αλλά δεν μπορώ.Η αίσθηση της πείνας δεν μου έχει έρθει ακόμα.Αν και σκοτάδι τα ρούχα μου στέγνωσαν.
Βρήκα κάτι κομμάτια από χαρτί σε μια από τις τσέπες μου.Άρχισα τριγύρω να ψάχνω γ’αυτό που ήθελα.Και το βρήκα μέσα στο ναό.Ένα άδειο μπουκάλι και μια πένα.Λες και ο άγγελος εισάκουσε τις προσευχές μου και μού έδωσε αυτό που ήθελα.
Έγραψα στα χαρτιά αυτά τα γεγονότα που μου συνέβησαν μετά το ναυάγιο ελπίζοντας να τα διαβάσει κάποιος και να με αναζητήσει.Δεν είχα μελάνι και έτσι χρησιμοποίησα το αίμα μου.Ελπίζω να με συγχωρήσει γάυτό ο σωτήρας μου.Αφού αφήσω το μπουκάλι στο ποτάμι,θα ακολουθήσω την πορεία των νερών του για να δω που βγάζει.
Εδώ τελειώνει η παράξενη ιστορία μου.Προσεύχομαι για την τύχη της ψυχής μου.
Ονομάζομαι Ιγνάτιο Τέρρες και κατάγομαι από την Viana Do Castelo,περιφέρεια βόρεια της Λισαβόνας.Είμαι ναυαγός σε άγνωστο μέρος…’’


3.
Έβαλε τις σημειώσεις του μέσα στο μπουκάλι και το σφάλισε δυνατά.Περπάτησε για ώρες μέχρι να βγει στις όχθες του ποταμού.Εκεί,αφού φίλησε το μπουκάλι,το άφησε να πέσει στα νερά του ποταμού.
Μετά άρχισε να περπατάει κατά μήκος της όχθης του και προς την πορεία των νερών του.Αυτή η σιωπή σκότωνε κάθε ελπίδα του.
Το ποτάμι άνοιγε σ’ένα μέρος αρκετά πόδια από το σημείο που άφησε το γράμμα του.Κατέληγε σε μια μικρή λίμνη που φαινόταν και αυτή γαλήνια.Έτρεξε προς αυτή.
Και ξαφνικά σταμάτησε απότομα.Έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά και μετά έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς,σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό.
Το πράσινο φως φώτιζε τα νερά της λίμνης φανερώνοντας τα χιλιάδες μπουκαλάκια που επέπλεαν σ’αυτήν….

Τέλος .

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Ο κύριος με την μαύρη ποδιά



Με το που μπήκαμε στον θάλαμο μού ήρθε η μυρωδιά του θανάτου.Δεν την έχω νιώσει ποτέ ξανά,αλλά το ήξερα ότι είναι αυτή.Κοίταξα το δεύτερο κρεβάτι δεξιά.Μια γιαγιά αρκετά ηλικιωμένη ξάπλωνε σ αυτό.Είχε το στόμα της ανοιχτό και τα μάτια της κλειστά.Το σκελετωμένο πρόσωπό της ελάχιστα κουνιόταν.Έμοιαζε να παραμιλούσε.
Οι υπόλοιποι συμφοιτητές μου παρακολουθούσαν τον καθηγητή που προσπαθούσε να μας μάθει τα εγκεφαλικά νεύρα.Κανένας δεν φάνηκε να νιώθει αυτή την οσμή θανάτου που έβγαινε από το δεύτερο κρεβάτι.
Σε κάποια φάση του μαθήματος ο καθηγητής με ρώτησε:
΄΄Έβδομη εγκεφαλική συζυγία?’’
΄΄Εεε..παραπληρωματικό??..’’
΄΄Λάθος…προσωπικό’’
Και να φανταστείς ότι το ήξερα…Γιατί απάντησα λάθος…
Μετά από καμιά ώρα μαθήματος και ενώ οι πιο πολλοί είχαν αποκοιμιθεί,μπήκε μια νοσοκόμα μέσα με ένα καροτσάκι.
΄΄Να κάνω βόλτα την γιαγιά…’’
Με δυσκολία κατάφεραν να την σηκώσουν και να την βάλουν στο καροτσάκι.Ωστόσο η γιαγιά είχε ένα παράξενο χαμόγελο στα χείλη της.Λες και μια βόλτα με το καροτσάκι ήταν το πιο ωραίο πράγμα γ αυτήν.
Όταν η αδελφή ξαναγύρισε το χαμόγελο έλειπε από την γιαγιά.Είχε ένα σοβαρό ύφος τώρα.Η νοσοκόμα και μια φοιτήτρια προσπάθησαν να την βάλουν να ξαπλώσει πάλι.
Η γιαγιά άρχισε να αντιστέκεται.Κούναγε το κεφάλι της πέρα δώθε αρνούμενη πεισματικά να γυρίσει στο κρεβάτι της.
΄΄Έλα καλή μου..τι έχεις?Έλα να ξαπλώσεις.’’,η νοσοκόμα μάταια την παρακαλούσε.
΄΄Δεν θέλω…’’
΄΄Γιατί καλή μου?’’
΄΄Κάθεται ο κύριος με την μαύρη ποδιά στο κρεβάτι μου’’
Μόλις το είπε αυτό ξαφνικά όλοι πάγωσαν στον θάλαμο.Κάποιος ξεκίνησε να γελάει μετά και στην συνέχεια τον ακολούθησαν και άλλοι.Μόνο εγώ είχα μείνει μουδιασμένος και ακίνητος.
Η γιαγιά γύρισε στο κρεβάτι της τελικά.Όταν τελείωνε το μάθημα τής παίρναν αίμα για κάτι εξετάσεις.Αυτή είχε ήδη αποκοιμηθεί.
Μια βδομάδα αργότερα είχα πάλι μάθημα στον θάλαμο αυτόν.Το κρεβάτι της γιαγιάς ήταν άδειο.Μέσα μου κατάλαβα αλλά ρώτησα και τον καθηγητή.
΄΄Πέθανε το ίδιο βράδυ’’,μου απάντησε.
Kαι σκέφτηκα αμέσως ότι είχε έρθει ο κύριος με την μαύρη ποδιά για να την πάει στην τελευταία της βόλτα...

Τέλος

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Ευτυχία



Η πεταλούδα χόρευε στα άσπρα σεντόνια
Και γω ζαλιζόμουν στο άρωμά τους…
Ο ήλιος γέμιζε χαρά και χρώμα τους τοίχους
Κουράζοντας τα βλέφαρα και την αναπνοή…

Το ανοιχτό παράθυρο έφερνε την ευτυχία
Και την ψευδαίσθηση της αιώνιας γιορτής…
Όλα στο μυαλό μου φάνταζαν μαγικά
Καθώς ο Πινόκιο γελούσε στην γωνιά…

Τέλος .

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Πτώση



1.
Ήταν εκείνη η κυρία στην τηλεόραση που μίλαγε για προσευχές και τέτοια.Έλεγε με πάθος ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν την προσευχή και το σταυρό τους τουλάχιστον πριν κοιμηθούν.Αν το κάναν αυτό θα έσωζαν σίγουρα την ψυχή τους αλλά και ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος.
Τα σάλια της πέφταν προς την οθόνη της τηλεόρασης και το λίπος στο λαιμό της ζάρωνε καθώς καλούσε τους πιστούς να προσευχηθούν.Κάπου ένας μέσα στο μπαρ έκανε το σταυρό του και κάτι ψιθύρισε.Θεέ μου άλλη μια χαμένη προσευχή…
Ευτυχώς ο γέρο μπαρμαν άλλαξε κανάλι για να δει κάτι αθλητικά.Το κεφάλι μου είχε αρχίσει πάλι να πονάει.Αλλά δεν ήξερα αν ήταν από την τεκίλα ή την χοντρή κυρία.Αποφάσισα να πληρώσω και να φύγω για το σπίτι.
Είχε νυχτώσει έξω και ένα ψιλόβροχο άρχισε να πέφτει.Μου άρεσε πολύ η αίσθηση της σταγόνας που πέφτει στο πρόσωπο πριν κυλήσει στην γη.Με γλύκαινε και με ηρεμούσε.Αν υπήρχε Θεός τότε σίγουρα ήταν μέσα σ αυτή την σταγόνα βροχής.Χαμογέλασα και άναψα τσιγάρο.
Ο δρόμος από το μπαρ του Dennis προς το σπίτι ήταν δύο τσιγάρα απόσταση.Τα τελευταία χρόνια αυτή ήταν η συντροφιά μου.Δύσκολη και βασανιστική συντροφιά αλλά με κρατούσαν από την τρέλα.Κάποτε ο καπνός τους έφερνε σκέψεις,τώρα απλά κάνει την δουλειά του.Τις διώχνει.
Στα σκαλιά της πολυκατοικίας συνάντησα την Κένια.Μίλαγε πάλι με το κινητό στον γκόμενο της.Οι γονείς της ήταν πολύ αυστηροί και τα έλεγχαν όλα.Μια φορά ο πατέρας της παρατήρησε ένα σημάδι στο λαιμό της,μια πιπιλιά.Αυτό ήταν αρκετό για να κάνει τον κύριο Νίκο έξαλλο.Όλη η πολυκατοικία άκουσε τις φωνές του εκείνο το βράδυ.Τις επόμενες μέρες εκτός από την πιπιλιά,η Κένια είχε αποκτήσει και κάτι μώλωπες στο πρόσωπό της.Από τότε έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να μπορεί να το σκάει λίγο.
΄΄Γεια σ Κένια…’’
΄΄Γεια σας κύριε Γιώργο’’.
Το διαμέρισμα μύριζε τσιγάρο και τα σκουπίδια είχαν μείνει ξεχασμένα δίπλα στο ψυγείο.Θα τα πετάξω αύριο όπως θα πηγαίνω στην εφημερίδα.Και θα αφήσω τα παράθυρα ανοιχτά να μπει λίγος αέρας.Μπορεί να παθαίναν τίποτα τα ψάρια.
Έβαλα λίγο ουίσκι στο ίδιο ποτήρι με χτες.Τρία δάχτυλα αλκοόλ και δύο παγάκια.Και ένα υπνωτικό χάπι να με βοηθήσει.Ο δίσκος του Yann Tiersen έπαιζε στο πικαπ.Ξάπλωσα στην πολυθρόνα και περίμενα.
Τα ψαράκια στην γυάλα έκαναν θόρυβο καθώς ανέβαιναν στην επιφάνεια του νερού.Άνοιγαν το στόμα τους και έκαναν λες και πάλευαν να αναπνεύσουν λίγο αέρα.Προσπάθησα να θυμηθώ τι ονόματα τούς είχε δώσει η Μαρία όταν τα είχε φέρει.Το κεφάλι όμως πονάει και το υπνωτικό αρχίζει να με πιάνει.Ίσως θυμηθώ αύριο.



(συνεχίζεται)