Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Ξυπόλητα κορίτσια







Αυτές οι καταραμένες ώρες της σιωπής
Που γεννιούνται μετά την μεγάλη παρακμή,
Ριζώνουν βαθιά μέσα στη ψυχή μας για χρόνια.
Κρύβομαι πίσω από την σκιά σας για να ξεχαστώ,
Αλλά ο ήλιος σας είναι ένας πανούργος κλέφτης.

Κορίτσια ξυπόλυτα στην Τσιμισκή ξημέρωμα Σαββάτου...
Ψεύτικα χαμόγελα πίσω από φοβισμένα μάτια,
Βιτρίνες θαμπές ξεχασμένων παιχνιδιών.
Η ζωή τυλίγεται μεθυσμένη γύρω από το χέρι μου.
Και εκεί κάπου στο λιμάνι η ελπίδα ξερνάει αηδιασμένη.


Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Λάζαρος


Ο Λάζαρος δεν ήθελε να βγει από τον τάφο του
Μάταια περιμέναμε όλοι την ηρωική έξοδό του
Άδικα τον παρακαλούσαν κλαίγοντας οι γυναίκες του

Τα σκυλιά γάβγιζαν λυσσασμένα προς την σπηλιά
Η μέρα έπαιζε σιγά σιγά κρυφτό με το σκοτάδι
Και οι περίεργοι άρχισαν να αραιώνουν

Ο Λάζαρος δεν έλεγε να βγει από τον τάφο του
Κάπνιζε ένα τσιγάρο και έπινε κρασί στα σκοτεινά
Και όταν έφυγαν όλοι ξάπλωσε να κοιμηθεί πάλι


Τέλος

Δεκέμβρης


Στους δρόμους σερνόταν το πλήθος για την ζωή του,
τα πρωινά εκείνα που σβήναν τις επαναστάσεις μιας γενιάς.
Οι φωτιές στα μάτια σου με κυνηγούν κάθε βράδυ από τότε
και το γέλιο σου μέσα στον πανικό του κόσμου θρήνος κρυφός.


Οι άνθρωποι γύρω μου έχουν τρελαθεί από περίεργες φωνές,
έξω από κάθε σπίτι το αύριο ξεψυχά πάνω σε κρύα πεζοδρόμια.
Σφίγγω το χέρι σου καθώς ο αέρας αρχίζει να με πνίγει πάλι,
γυρνάω να δω το πρόσωπό σου μα έχει χαθεί μέσα σε δάκρυα.


Στους δρόμους σερνόταν το πλήθος για την ζωή του,
τα πρωινά εκείνα που σβήναν τις επαναστάσεις μιας γενιάς…

Δεύτερη βάφτιση


Θυμάσαι παιδί που ήσουνα και είχες φύγει από το σπίτι…
Τότε που η μάνα σου σπάραζε με λυγμούς στα σκαλοπάτια…
Εκείνα τα Χριστούγεννα που σου σκοτώσανε τον Άγιο Βασίλη…
Και είχες μείνει να κοιτάς δακρυσμένος στην τηλεόραση τα παιδικά…

Θυμάσαι που εσύ αρνιόσουν πεισματικά να μπεις στον κόσμο τους…
Τότε που είχες ρωτήσει στο δρόμο εκείνο το κορίτσι αν υπάρχει αυτός…
Εκείνα τα παιδιά που γελούσανε μαζί σου όταν αυτή σου απάντησε όχι…
Και είχες κρυφτεί πίσω από τον γκρεμισμένο τοίχο και άρχισες να ξερνάς…

Θυμάσαι τα βράδια που από τότε περάσανε και κοιμόσουν χωρίς όνειρα…
Τότε που είχες συμβιβαστεί με όλα τα όχι των ανθρώπων που γνώρισες…
Εκείνα τα κορίτσια που με τα χαμόγελά τους κλέβανε τις νύχτες σου…
Και είχες μείνει με το τσιγάρο να κοιτάς τα φώτα της πόλης από το λιμάνι…

Θυμάσαι εκείνα τα Χριστούγεννα που σου σκοτώσανε τον Άγιο Βασίλη…
Σε βαφτίσανε ξανά από την αρχή δικό τους με νερό που δεν διάλεξες…
Μα εσύ αρνιόσουν πεισματικά να μπεις στον κόσμο τους …

Μην ξημερώσει ποτέ


Την άρπαξε από τα μαλλιά και της είπε ρούφα μου την ψυχή τώρα…
Και αυτή υπέροχη μέσα στο σκοτάδι κρυμμένη κάτω από βρώμικα σεντόνια
Τον πήρε γλυκά μέσα στο στόμα της ευλαβικά υποταγμένη στην θέλησή του…
Καθώς η πόρνη νύχτα ακολουθούσε την χαραγμένη πορεία της στο πουθενά
Αυτή ηρωικά μεθούσε με το σπέρμα του στραγγίζοντάς του κάθε ζωή…



Στο δίπλα δωμάτιο ακουγόταν να παίζει χαμηλά το ‘’roads’’ των Portishead…
Σήκωσε τα μάτια της στα δικά του και μετά κοίταξε τον ξεφτισμένο τοίχο
Της γύρισε βίαια το κεφάλι της προς το μέρος του και την φίλησε γελώντας
Γιατί γελάς τον ρώτησε,αν και κατά βάθος ήξερε την απάντηση…
Γιατί αύριο μόλις ξημερώσει θα με σκοτώνεις στο λιμάνι της είπε…



Έξω στα βρώμικα στενά κάπνιζαν οι αλήτες και ψάχναν τον έρωτα….
Τα καράβια παίρναν μαζί τούς ναυτικούς και άφηναν πίσω τους πουτάνες
Που κλαίγονταν πάλι για μία αγάπη μακρινή που χάθηκε ένα πρωινό…
Και στο κρεβάτι τους το άδειο ξεψυχούσαν οι πορνόγεροι από καρκίνο
Δίπλα σε ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι και ένα μισοτελειωμένο ποίημα….

Κλαμπ Κόλαση, 1942


το επόμενο μπουκάλι ήταν το μόνο πράγμα
που είχε σημασία.
στο διάολο και το φαγητό, στο διάολο και
το νοίκι
το επόμενο μπουκάλι ήταν η λύση
για όλα
κι αν μπορούσες να έχεις δύο ή
τρία ή τέσσερα μπουκάλια καβάτζα
τότε η ζωή ήταν στ' αλήθεια ωραία.


κατάντησε να μας γίνει συνήθεια,
τρόπος ζωής.

πού θα μπορούσαμε να βρούμε άραγε το επόμενο
μπουκάλι;
μας έκανε επινοητικούς, πονηρούς,
τολμηρούς.
κάποτε κάναμε ακόμα και βλακείες
και πιάναμε δουλειά για 3 ή 4 μέρες
ή και για καμιά βδομάδα ακόμη.


το μόνο που θέλαμε να κάνουμε ήταν να καθόμαστε
ένα γύρο και να συζητάμε για
βιβλία και λογοτεχνία
και να βάζουμε στα ποτήρια μας
κι άλλο κρασί.
ήταν το μόνο πράγμα που είχε κάποιο
νόημα για μας.
είχαμε, βέβαια, και
τις περιπέτειές μας:
τρελές φιλενάδες, καβγάδες, τις
απελπισμένες σπιτονοικοκυρές, την
αστυνομία.


προκόψαμε με το ποτό και
με την τρέλα και με τη
συζήτηση.
όταν άλλοι άνθρωποι χτύπαγαν
κάρτα
εμείς συχνά δεν ξέραμε καν
ποια μέρα ή ποια βδομάδα ήταν.


είχαμε αυτή τη μικρή συμμορία,
όλοι νέοι, και διαρκώς άλλαζε
έτσι που κάποια μέλη απλώς
εξαφανίζονταν, άλλοι επιστρατεύονταν,
μερικοί σκοτώθηκαν στον πόλεμο
μα συνεχώς νέοι οπαδοί
κατέφθαναν.


ήταν το Κλαμπ από την Κόλαση
κι εγώ ήμουν ο Πρόεδρος τού
Συμβουλίου.


* * *

τώρα πίνω μόνος μες στο ήσυχο
δωμάτιό μου στο
δεύτερο πάτωμα που βλέπει το λιμάνι
του San Pedro .
είμαι άραγε εγώ ο τελευταίος των
τελευταίων;
αρχαία φαντάσματα αιωρούνται μέσα και έξω απ'
αυτό το δωμάτιο.
μόλις που μισοθυμάμαι τα πρόσωπά τους.
με κοιτάζουν, οι γλώσσες τους
κρέμονται έξω.
σηκώνω το ποτήρι μου προς το μέρος τους.
παίρνω ένα πούρο, το κολλάω στη
φλόγα του αναπτήρα
μου.
ρουφάω βαθιά
και να μια λάμψη γαλάζιου
καπνού καθώς
στο λιμάνι
ένα πλοίο βαράει τη
σειρήνα του.

μοιάζουν όλα με μια καλή παράσταση, καθώς αναρωτιέμαι πάλι:
τι γυρεύω εγώ
εδώ;

-Charles Bukowski